Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους της πρωτεύουσας είναι γνωστή για τη δημιουργία συναισθημάτων θυμού κι εκνευρισμού σε όσους την υφίστανται. Αν όμως κανείς τη δεχτεί ως αναγκαίο κακό και αποστασιοποιηθεί από το πρακτικό σκέλος του ζητήματος, μπορεί να την εκμεταλλευτεί προς όφελός του, αξιοποιώντας τον φαινομενικά χαμένο χρόνο, σαν μια ευκαιρία αναγκαστικής απομόνωσης και αυτοσυγκέντρωσης.
Παρατηρώ τους οδηγούς στα γύρω αυτοκίνητα και διακρίνω στα πρόσωπά τους την κόπωση, την οργή, την απόγνωση. Μέσα στη βοή του μποτιλιαρίσματος ακούγεται φευγαλέα μια ανδρική φωνή να λέει: “που πας, ηλίθια; Δεν πρόκειται να σε αφήσω να μπεις σφήνα που να χτυπιέσαι, εκεί θα μείνεις μέχρι αύριο”. Το “ηλίθια” αντήχησε στ’ αυτιά μου με έναν τρόπο πρωτόγνωρο, με μια ηχώ σχεδόν τρομακτική και απειλητική συνάμα! Λέξεις, ταμπέλες.
Πόσο εύκολο είναι τελικά για όλους μας το να κολλήσουμε ταμπέλες σε ανθρώπους! Πόσο βολικό είναι να σταμπάρουμε κάποιον με έναν επιπόλαιο χαρακτηρισμό, δίχως να γνωρίζουμε το παραμικρό γι’ αυτόν, για το υπόβαθρο που τον ορίζει ως άτομο, για τους λόγους που μπορεί να δείχνει όπως δείχνει και να φέρεται όπως φέρεται. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια θα μου πεις, όρεξη που την έχω να φιλοσοφώ μέσα στην κίνηση και με την ασφυκτική ζέστη που φέρνει στην Αθήνα ο Μάιος.
Κι όμως, κάτι εντελώς εσωτερικό και μη προσδιορίσιμο με σπρώχνει προς τις σκέψεις αυτές, σχεδόν μου τις επιβάλλει. Αν με έβλεπε τώρα ο Αιμίλιος, βάζω στοίχημα ότι θα επιδιδόταν σε μια ακόμη στομφώδη αγόρευση περί του επιφανειακού που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και την ανικανότητα της σύγχρονης κοινωνίας να διαχειριστεί οτιδήποτε δεν συνάδει με τα συμπιεσμένα της πλαίσια. Οπτικοποιώ στο μυαλό μου την υπόθεση αυτή κι ένα αυθόρμητο χαμόγελο ζωγραφίζεται αβίαστα στα χείλη μου.
Ο καλός μου Αιμίλιος… Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα κατά την πρώτη μου μέρα στη δουλειά. Εκείνος ήδη διορισμένος από δεκαετίας, εγώ στο βάπτισμα του πυρός, στην πρώτη μου φορά που έμπαινα σε τάξη για να διδάξω. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα πρώτα του λόγια προς εμένα εκείνον τον Σεπτέμβριο: “πρόσεχε τους όλους εδώ μέσα που ήρθες, βρίσκεσαι στον λάκκο με τα φίδια”. Ομολογώ ότι το “καλωσόρισμα” του συναδέλφου, μου είχε δημιουργήσει ανάμικτα συναισθήματα τότε. Ίσως κι εγώ να βιάστηκα μέσα μου να του αποδώσω κάποια ταμπέλα. Με την πάροδο του χρόνου διαπίστωσα ότι ο Αιμίλιος ήταν “συλλέκτης” πολλών χαρακτηρισμών στον χώρο του σχολείου: ο γραφικός, ο ιδιόρρυθμος, ο ευθυνόφοβος, ο ανισόρροπος, ο τρελός.
Τρελός! Έξι γράμματα, μόνο μια μικρή λέξη, ικανή ωστόσο να μετατραπεί σε όπλο, σε εργαλείο επικίνδυνο και δυνητικά καταστροφικό. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω την αλήθεια, την πραγματικότητα που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στους δύο κόσμους που συγκρούονταν. Αυτόν των υπολοίπων συναδέλφων και των μαθητών, που υποθετικά πρεσβεύουν την κοινή λογική, και αυτόν του Αιμίλιου, έναν κόσμο διαφορετικό, ιδιαίτερο και πολύ προσωπικό. Ο αγώνας ήταν πάντοτε άνισος, η έκβαση της μάχης ήταν προδιαγεγραμμένη, η αριθμητική υπεροχή των πολλών ήταν εμπόδιο ανυπέρβλητο.
Ο Αιμίλιος με είχε ξεχωρίσει από την αρχή, για λόγους που δεν μου τους γνωστοποίησε ποτέ και με θεωρούσε ξεχωριστό: “εσύ είσαι ιδιαίτερος σαν κι εμένα” μου έλεγε συχνά, “μην τους αφήσεις να σε αλλοιώσουν, να σε κάνουν σαν τα μούτρα τους”. Πάλεψε με τους “δαίμονες” του σθεναρά, επί μακρόν. Κάθε τόσο υιοθετούσε και μια διαφορετική στάση για ν’ αντιμετωπίσει τους “εχθρούς”. Άλλοτε την πλήρη και παθητική αδιαφορία, άλλοτε την επιθετική άμυνα, άλλοτε την απόλυτη απομόνωση. Αυτήν την ίδια απομόνωση που γνώριζε καλά, η οποία εκ των υστέρων κι εγώ αντιλαμβάνομαι ότι τον είχε συντροφεύσει σε όλη τη διάρκεια του “ταξιδιού”. Η μεγαλύτερη δυστυχία του ωστόσο δεν υπήρξε η κατά μέτωπο αμφισβήτηση της προσωπικότητάς του, αλλά η ευφυΐα και η αντίληψή του, που τον έκαναν να μπορεί να διαβλέπει τη χλεύη και την περιφρόνηση ενώπιων του και -κυρίως- ερήμην του. “Δεν θα γίνω ποτέ κομμάτι τους, δεν θα μεταμορφωθώ ποτέ σε αυτό που θέλουν να είμαι, δεν χωράω στα κουτάκια τους”, μου είχε εκμυστηρευτεί στις κατά καιρούς εξομολογήσεις του.
Ο ήχος της κόρνας του οχήματος πίσω μου με τράνταξε, επαναφέροντάς με στην πραγματικότητα. Το φανάρι ήταν πράσινο και σήμανε τη λήξη της βύθισης στις σκέψεις. Ακολουθώντας τις παρόδους της κεντρικής λεωφόρου, κατάφερα να ξεφύγω από το μποτιλιάρισμα και σύντομα έφτασα στον προορισμό μου. Έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου και ανοίγοντας την πόρτα κοντοστάθηκα για λίγο, ρίχνοντας μια ματιά γύρω μου. Το ηλιόλουστο μαγιάτικο μεσημέρι ξεχυνόταν χορταστικά γύρω από την εκκλησία, ενώ λιγοστοί άνθρωποι στέκονταν στην είσοδο του ναού. Αστραπιαία έκλεισα ξανά την πόρτα του αυτοκινήτου κι έβαλα μπροστά τη μηχανή. Ο Αιμίλιος είχε διανύσει ένα διαφορετικό πέρασμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του “ταξιδιού”. Δεν του άρμοζε λοιπόν ένας συμβατικός τερματισμός. Τουλάχιστον όχι από μένα. Είχες δίκιο τελικά καλέ μου Αιμίλιε. Δεν θα χωρέσεις ποτέ στα “κουτάκια” τους.