Πολλές φορές, κάποιες λέξεις τις έχουμε ενώσει στο μυαλό μας με εικόνες. Χωρίς λόγια, μόνο εικόνες. Αν είμαστε τυχεροί, μπορεί να συνδέονται με αρώματα, γεύσεις και ήχους. Μια τέτοια λέξη είναι για μένα οι «διακοπές». Κλείνω τα μάτια και βλέπω, ακούω, γεύομαι, νιώθω, μυρίζω.

Είναι ένα ακρωτήριο. Μια γωνιά –λες– ξεχασμένη από τον κόσμο, μια μπουκιά από παραμύθι. Ένα κομμάτι γαλάζιο ουρανός που έπεσε στη γη και έγινε θάλασσα. Γαλάζια σαν παράδεισος και πράσινη, ονειρική. Βότσαλο καθαρό, άμμος χοντρή. Πρώτη κίνηση να βγάλω τα αγαπημένα μου –αλλά βρεγμένα– κόκκινα παπούτσια. Τα χρόνια μου έφταναν να τα μετρήσω στα δάχτυλα του ενός χεριού. «Τόσα είμαι» έλεγα και έκρυβα πότε ένα και πότε δύο δάχτυλα. Για το παιδικό μου μυαλό, ένα δάχτυλο-χρόνος δεν είχε διαφορά. Εμένα με ένοιαζε πως άκουγα εκείνο το «παιδί είναι, δεν πειράζει που μπήκε στη θάλασσα με τα παπούτσια, ας τα βγάλει». Ναι, πρώτα έμπαινα στη θάλασσα και μετά έβγαζα τα παπούτσια που τα θυμόμουν μόνο από το βάρος που ξαφνικά αποκτούσαν. Και βύθιζα τα πόδια μου στη χοντρή άμμο. Την άκουγα να τρίζει κάτω από το λιγοστό μου βάρος. Έφτιαχναν λακουβάκια τα πόδια μου κι η θάλασσα τα γέμιζε νερό. Ήταν φίλη μου, έπαιζε μαζί μου! Έτρεχα πέρα – δώθε κάνοντας περισσότερα λακουβάκια και κοιτούσα πίσω μου αν η φίλη μου τα γεμίσει όλα με νερό. Μόλις τα κατάφερνε, ένα-δυο κύματα ήταν αρκετά, έτρεχα να κυνηγήσω το κύμα που τα «γέμισε». Μα εκείνο κρυβόταν στην αγκαλιά της μάνας-θάλασσας. Κι εκείνη, το φύλαγε καλά μες στην ποδιά της. Δε μου το μαρτύραγε ποτέ, ποιο απ’ όλα της τα κύματα ήταν το «σκανδαλιάρικο». Έπιανα βότσαλα, στα χέρια, τα πετούσα μέσα στην αγκαλιά της μάνας-θάλασσας. Κι εκείνη δεν αποκρινόταν παρά μόνο με ένα γελαστό «πλαφ-ευχαριστώ».

Με τις ώρες καθόμουν στα πόδια της, εκεί που σκάει το κύμα. Να νιώθω την αρμύρα του στις γάμπες μου. Να βλέπω τις στάλες να στάζουν από πάνω μου και κάθε φορά να ξεγελιέμαι και να χώνομαι όλο και πιο κοντά στη μάνα-θάλασσα. Ένα βήμα ακόμα, λίγο –να– τόσο δα! Μέχρι που βρισκόμουν μέσα, βρεγμένη, με τα ρούχα. Ένιωθα πως το κορμί μου ήταν μέρος της, δικό της. Πως ήμουν ένα παιδί της από καιρό χαμένο και τώρα γύριζα ξανά μέσα στην αγκαλιά της μάνας-θάλασσας.
Η αρμύρα και ο ήλιος έψηναν το παιδικό κορμί μου. Γινόταν σταρένιο το δέρμα μου, σαν τα στάχυα που είχε πιο δίπλα ο αγρός. Χρυσός, γυάλιζε στον ήλιο. Τον γέμιζε ψιθύρους ο αέρας. Κύματα χαιρέτιζαν κάθε πνοή ανέμου. Βούταγα μέσα στους αγρούς, χανόμουνα στα στάχυα. Φώναζα να με βρουν, δε με έβρισκαν, κρυβόμουν –νόμιζα! Μα, το παραμύθι για τα παιδιά, είναι μέρος της αλήθειας. Μέσα στα στάχυα γινόμουνα «αόρατη». Δύναμη μαγική! Και όπως ήμουν ξαπλωμένη σε αχυρένιο στρώμα, με οροφή τον ουρανό, έκοβα με το χέρι μου ένα στάχυ και το δάγκωνα. Δοκίμαζα τα σπόρια του. Μπορώ να τα σπάσω με τα δόντια μου; Να τα μαλακώσω στο στόμα μου; Έπαιρνα και ένα-δυο ακόμα, και τα «φόραγα» πίσω από τα αφτιά, έτσι για την αλητεία και την ανεμελιά.

Έτσι ξυπόλυτη, με ένα μαγιό όλη τη μέρα, γύριζα από θάλασσα σε αγρό και πάλι θάλασσα. Αν κουραζόμουν, τι πιο ταιριαστό για σπίτι από ένα πεύκο! Ένα πεύκο αλλιώτικο. Με κορμό χοντρό, και κλαδιά γερτά, μα αρκετό για να μπορέσει να φιλοξενήσει ολόκληρη φαμίλια, μια σχοινένια κούνια και ένα αντίσκηνο. Κάτω από εκεί, ζωγράφιζα με ένα κλαδί γραμμές στο χώμα, να χωρίσω τα δωμάτια. Εδώ η κουζίνα, εδώ τα υπνοδωμάτια, εδώ η «αυλή». Τα γερτά κλαδιά του χαμήλωναν μέχρι το έδαφος. Μέσα σε αυτά ανακάλυψα μαγικούς, λαμπερούς ιστούς, από αριστοτέχνισσες-υφάντρες. Κουκούλια, τζιτζίκια –φίλους το πρωί– και τριζόνια –συντρόφους για το βράδυ. Βράδυ, αχ… αστέρια και αύρα θαλασσινή, να γεμίζει τα πνευμόνια σε κάθε αναπνοή. Να σε βυθίζει, στιγμή με τη στιγμή σε ύπνο γλυκό ως το ξημέρωμα, που η πρώτη αχτίδα σε έκανε να ανοίξεις τα μάτια στο μενεξεδί ουρανό που σιγανά άρχιζε να ξυπνά και να χρωματίζει τη γραμμή της θάλασσας. Ήταν εκείνες οι λιγοστές στιγμές που τα μάτια αντέχουν να αντικρύσουν τον ήλιο, χωρίς φόβο. Στιγμές που τον κοιτάς αχόρταγα, να δεις το χρώμα του, το σχήμα του, να νιώσεις τη θαλπωρή του πριν γίνει καυτός και απρόσιτος. Πριν καλά – καλά σηκωθεί αυτός, είχες σηκωθεί κι εσύ. Ψυχή δεν υπήρχε εκεί τριγύρω –ή έτσι νόμιζες, αλλά δε σε ένοιαζε, ούτως ή άλλως. Και το έσκαγες να δεις «πού βγάζει ο δρόμος».

Χωμάτινος ο δρόμος, πέτρες γεμάτος, μα τα πόδια είχαν μάθει να περπατούν ξυπόλητα. Τρεχάλα ως το «τέρμα» του, για να μείνεις για μια φορά ακόμα εκστατική. Στην άκρη του, στεκόταν ένας φάρος. Λευκός, ασβεστωμένος, έκανε τα μάτια να πονούν κοντά στον καλοκαιρινό ήλιο. Η κορυφή, μπλε βαθύ, όπως αρμόζει σε κάθε τι που σε κάνει να σηκώσεις τη ματιά ψηλά για να το δεις. Εκεί ήταν που άκουσες κύμα άγριο που δεν το χώραγε ο νους ή το μάτι. Όσο ήξερες τη θάλασσα ήταν ήρεμη και γαλήνια, αυτό το άγριο κύμα, δεν ξεχώριζες πώς ταίριαζε στην εικόνα σου. Ακολούθησες τον ήχο. Με μάτια σχεδόν κλειστά από το δυνατό ήλιο. Σκαρφάλωσες σε δύο βράχια, ξάπλωσες μπρούμυτα και αντίκρισες το πέλαγος! Άγριο κύμα, αφρισμένο, να σκάει με δύναμη και να σκορπίζει λευκούς αφρούς και στάλες ψηλά, σα σε βροχή. Να κολλάει η αρμύρα στο πρόσωπο, να λούζει ο ήλιος τις σταγόνες, χιλιάδες τόξα ουράνια, με χρώματα της ίριδας γεμάτα. Όλα δικά σου, πάνω σου, στα χέρια σου, στον ουρανό, στον κόσμο σου. Και πάλι μπλε, λευκό, ήχος άγριος, σαγηνευτικός. Αρμύρα ο ουρανός. Στον κόσμο αυτό ήσουν μόνο εσύ, ο ουρανός και η θάλασσα.

Ακρωτήριο Λιχάς, η αγαπημένη άκρη του παραμυθιού.