Λετίσια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μόνη της έμπλεξε. Το ήξερε. Το όριζε μέσα στο κεφάλι της συνέχεια. Πολλαπλές φορές. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που αντίκριζε τον εαυτό της στον καθρέφτη αλλά έβλεπε μία άλλη. Μία αισχρή, μία ποταπή ύπαρξη για τους άλλους. Μία καιροσκόπο όπως την αποκαλούσαν όλοι. Στα δικά της μάτια η απελπισία ίσως δεν την εγκατέλειψε ποτέ.

Τα μελιά της μάτια στον καθρέφτη είχαν ένα εχθρικό βλέμμα. Αυτό το βλέμμα μίας γυναίκας που χαμηλώνει το κεφάλι της ενώ τα μάτια της παραμένουν καρφωμένα στην ευθεία. Κοίταζε τα ίσια μακριά μαλλιά της. Τα λεπτοκαμωμένα χέρια της, τα πλούσια χείλη της, τη γαλλική μύτη της. Θεέ μου! Ήσουν τόσο γενναιόδωρος μαζί της. Όσο για καμία άλλη γυναίκα. Κι όμως εκείνη συντηρώντας την ομορφιά αυτή εξωτερικά, εσωτερικά κρατούσε καλά θωρακισμένα τα μυστικά της. Άλλαζε κάθε φορά, με τον ίδιο τρόπο την ταυτότητα, τα δεδομένα της, τις απαιτήσεις της γιατί αυτό ήταν το νόημα της ευτυχίας. Έτσι έμαθε, έτσι τη δίδαξε εκείνος, άθελά του βέβαια αλλά το μάθημα που πήρε ήταν αρκετό για να δώσει αυτό το μοναδικό χάρισμα που στις ταινίες το αποκαλούσαν σύνδρομο της «μαύρης χήρας». Πολλές φιλοσοφίες και αναλύσεις χωρίς νόημα. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα γιατί οδηγήθηκε εκεί. Δεν υπήρχε ο Θεός για να τη σώσει. Αυτή έμαθε να σώζει τον εαυτό της κάθε μέρα.

Λένε πως στη ζωή μας τα πράγματα που μας σημαδεύουν θετικά ή αρνητικά δε φεύγουν ποτέ από πάνω μας. Από μέσα μας. Παραμένουν χαραγμένα ανεξίτηλα μέσα στο χρόνο και βγαίνουν ξαφνικά μπροστά μας. Και τότε αποφασίζουμε αν ξεπεράσαμε ένα μεγάλο έρωτα, αν ξεχάσαμε ένα άσχημο συμβάν, ακόμα και αν αφήσαμε πίσω μας τις ξέγνοιαστες στιγμές της εφηβείας, τις επιτυχίες μας στις σπουδές, τις υπέροχες στιγμές με φίλους, την απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου. Η Λετίσια κρατούσε εκείνο το κλειδάκι της ψυχής της καλά κρυμμένο κάτω από το χαλάκι της καρδιάς. Η ψυχή της έκρυβε πολύ καλά το μυστικό της. Διακριτικά τη συνόδευε μέχρι και σήμερα. Σε αυτό το μυστικό όφειλε κάθε φορά να αλλάζει όνομα,  να γίνεται Μαρία, Σαντάλ ακόμα και Ζοζεφίν. Άλλαζε τα ονόματα σαν τα πουκάμισα. Και πίσω της άφηνε απώλειες. Χωρίς σημάδια δικά της. Σιωπηλή καβαλάρης μέσα στο σκοτεινό δάσος της ζωής της όπου ζούσε πολύ καλά κρυμμένη χωρίς να ψάχνει να βρει ένα μικρό μονοπατάκι με μία χαραμάδα φωτός. Λάμψης.

Ίσως η χαραμάδα αυτή φωτός να μπορούσε να βρεθεί στο ευγενικό και χαμογελαστό βλέμμα του Μπριαν. Μία γνωριμία εδώ και κάποιους μήνες η οποία ήταν διαφορετική από αυτές που είχε συνηθίσει. Οι καθημερινές τους ευρέσεις, τα ρομαντικά δείπνα και οι υπέροχες συζητήσεις τους την έκαναν να αισθάνεται οικεία. Είχε μία ζεστασιά και μία θαλπωρή, ένα καλό λόγο, μία αιτιολογία για τα πάντα. Μία εξήγηση για τα καλά και τα κακά πράγματα που έρχονται. Γρήγορα ένιωσε την ανάγκη να δεθεί μαζί του. Ποτέ και σε κανέναν δεν είχε αποκαλύψει το παρελθόν της. Ένιωθε πως ήταν ζήτημα χρόνου να του αποκαλύψει το μυστικό της. Και η ανάγκη ήταν έντονη γιατί παρατηρούσε πως δεν την ενδιέφερε καν αν ήταν πλούσιος ή φτωχός, καταξιωμένος ή απλός καθημερινός εργάτης. Εντάξει ήταν καταξιωμένος αλλά το θεωρούσε ένα ουσιαστικό προτέρημα όχι πια σε προτεραιότητα μπρος σε αυτό που της προσέφερε πραγματικά. Η ζωή της άλλαζε κι εκείνη χαιρόταν για αυτό. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο αυτήν τη φορά είχε συστηθεί με το πραγματικό της όνομα Λετισια. Ναι το είχε πάρει απόφαση. Θα έμενε εδώ. Μόνιμα.

Μήνες ολόκληρους περνούσαν καλά μαζί. Είχε σταματήσει πια να έχει εκείνους τους φρικιαστικούς εφιάλτες τα βράδια. Πολύ σπάνια έβλεπε όνειρα πια με την απειλή μαχαιριού στο λεπτοκαμωμένο λαιμό της. Παλιά ανεξίτηλα βέβαια σημάδια, από μία εποχή που θυμόταν τον εαυτό της ως μία άβγαλτη κοπέλα. Τότε που μόνιμα το μαχαίρι στο λαιμό της και οι υπερβολικά γρήγορες κινήσεις του Γκεμ επάνω στο σώμα της μέχρι την υπέρτατη ικανοποίησή του την έκαναν να το μισήσει. Αυτού που έπινε κάθε βράδυ κι ερχόταν στο κρεβάτι γδυτός από τη μέση και κάτω και την τάραζε. Ξύλο, σφαλιάρες και μπουνιές, κάνα δυο φορές της είχε δέσει τα χέρια για να έχει λιγότερη αντίσταση. Η ανάσα του μύριζε ποτό ενώ τα βάρος των ποδιών του έπεφτε επάνω στις γάμπες της για να την ακινητοποιεί. Όμως τις τελευταίες φορές χρησιμοποιούσε το μαχαίρι για να την έχει ακίνητη. Να της απαγορεύει να βγάζει ακόμα και τον πιο χαμηλόφωνο ήχο. Της έπιανε με τα κρύα δάκτυλά του το στόμα της και με το χέρι του πλησίαζε τη λάμα στο μάγουλο. Ανυπομονούσε να τη σημαδεύει. Τη γύριζε στο κρεβάτι και της χάραζε την πλάτη απαλά με το μαχαίρι την ώρα που εισέβαλλε μέσα της. Πολλές φορές ξεπερνούσε τον εαυτό του και το μαχαίρι άφηνε χαρακιές. Κι εκείνη κρατούσε την αναπνοή της υπέμενε το βάρος του ζυγού της και στο τέλος όταν αυτός τελείωνε το γλέντι η Λετίσια γεμάτη δάκρυα και σάλια έβγαζε τα έντερά της στην τουαλέτα. Μέχρι το τελευταίο εκείνο βράδυ όπου εκείνος είχε πιει πολύ και γρήγορα τελείωσε το παιχνίδι βιασμού που τόσο λάτρευε να της επιβάλλει πέφτοντας δίπλα της και ροχαλίζοντας βαριά. Δεν έφυγε καν από το δωμάτιο. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Το μαχαίρι του ήταν ήδη πεσμένο στο πλάι του κρεβατιού ενώ αυτός γυμνός και κοιμισμένος δεν είχε πια καμία επαφή με το περιβάλλον. Η Λετίσια βγήκε από το μπάνιο κλαίγοντας ελπίζοντας σε αυτήν την ευκαιρία που καρτερούσε, όπως ένα παιδί καρτερεί τον Αη Βασίλη Να ξεφύγει. Να φύγει. Να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο αυτό που την σκλάβωνε για μήνες. Μαύροι κύκλοι, έλλειψη φαγητού, απανωτά τσιγάρα τις ώρες που αυτός ήταν εκτός, τις ώρες που εκείνος γύριζε την κλειδαριά και την άφηνε στο δωματιάκι εκείνο το άψυχο. Το μόνο που της έδινε ελπίδα ήταν μία μικρή χαραμάδα από τη λάμψη του ήλιου το πρωί, εκεί ψηλά επάνω στο φεγγίτη. Και το βράδυ όταν αυτός έφευγε ένα λευκό φως τρύπωνε και την έκανε απλά να ξεχνά και να ονειρεύεται. Ονειρευόταν ένα σπίτι μεγάλο. Ένα σπίτι πολυτελές. Με πολλά δωμάτια, μία μεγάλη κουζίνα ίσως και ένα παιδί. Ένα τζάκι για το χειμώνα και ένα καταπράσινο ευωδιαστό κήπο το καλοκαίρι. Και άλογα. Λάτρευε τα άλογα. Ονειρευόταν μία ζεστή αγκαλιά, κάποιον να της χαδεύει τα μαλλιά και να της ψιθυρίζει ότι όλα τα δύσκολα πέρασαν. Και έκλεινε τα μάτια και κουλουριαζόταν στο κρεβάτι και τραγουδούσε το αγαπημένο της τραγούδι. Αυτό που σιγοψιθύριζε με τη μαμά της μικρή. Όμως οι χαμογελαστές εικόνες έσβηναν πάλι μόλις αυτός εμφανιζόταν. Και τώρα ξαφνικά που αυτός κοιμόταν επανήλθαν.

Διέκρινε μία χαραμάδα φως από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου. Άραγε της χαμογελούσε η τύχη; Στο μισοσκόταδο κράτησε την αναπνοή της. Ξυπόλυτη όπως ήταν πάτησε στις μύτες των ποδιών και πλησίασε στο κρεβάτι. Μάζεψε το μαχαίρι. Αμυδρά επάνω στη λάμα είδε μερικές σταγόνες από το αίμα της. Σήμερα δεν τη χάραξε πολύ. Πήρε το μαχαίρι και το περιεργάστηκε. Κατάλαβε απόλυτα για ποιο λόγο προτιμούσε να της κάνει κακό με αυτό και όχι με κάποιο άλλο εργαλείο. Η ξύλινη βάση του προσέδιδε δυναμική στην πράξη. Η λεπίδα ήταν κοφτερή. Αδυσώπητη, καλά σμιλεμένη για να χαράζει με ακρίβεια σαν ένα κοπίδι, σαν ένα χειρουργικό λεπίδι. Στο μισοσκόταδο η λάμα γυάλιζε στον ορίζοντα όπως το περιεργαζόταν. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να είναι αυτός στη θέση της. Και η ανάσα της έγινε γρήγορη. Θόλωσε αν και έβλεπε ξεκάθαρα μία και μόνο λύση στο πρόβλημά της. Μία λύση λυτρωτική. Μία σταγόνα ιδρώτα εγκατέλειψε το μέτωπο της ενώ ένιωσε την ανάσα της πια να γίνεται ένα με τον τραυλό ψίθυρο της φωνής της. Οι παλάμες της  αγκάλιασαν σφιχτά την ξύλινη βάση του μαχαιριού ενώ τα χέρια της υψώνονταν με τη λάμα κατακόρυφη επάνω από το γυμνό βρομερό κορμί του.

Εφιάλτες. Ήταν μόνο εφιάλτες του παρελθόντος. Δεν ήθελε πια να τους βλέπει. Δεν έπρεπε πια να τους θυμάται. Όλα έμειναν πίσω. Ο Μπριάν ήταν πραγματικά ό,τι ζητούσε. Η Λετίσια βαρέθηκε να τριγυρνά από πόλη σε πόλη και να ψάχνει για πλούσιες αγκαλιές και συζύγους. Γιατί ούτως ή άλλως δεν κατέληγαν καλά. Καιροσκόπο την αποκαλούσαν οι στενοί κύκλοι των συζύγων της. Μια πανέμορφη γυναίκα σαν αυτήν δεν είχε αισθήματα. Και δεν είχαν ολότελα άδικο. Όμως αυτοί δεν ήξεραν. Δεν καταλάβαιναν. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Πώς να διανοηθούν ότι έτσι ήταν ευτυχισμένη καθώς  κανείς πια δε θα εκμεταλλευόταν την ομορφιά της, την καλή της αύρα. Ήταν το μαξιλαράκι ασφαλείας της το να είναι μία άλλη. Άλλωστε οι άντρες πρέπει να είναι αναλώσιμοι. Να τους προσέχει για να μην την πετάξουν, να την καταστρέψουν. Να την κάνουν παιχνίδι τους.  Αγάπη και αστειότητες. Δεν υπήρχε αγάπη. Μόνο αυτοσκοπός και ασφάλεια. Καλοπέραση και αν τα πράγματα σκουρύνουν, υπήρχε πλάνο διάσωσης. Ένα πλάνο αρκετά αποτελεσματικό που κρυβόταν πίσω από τα μειονεκτήματα και τα ντεφό του κάθε αγαπητικού και συζύγου. Το παιχνίδι το είχε μάθει καλά. Από την πρώτη φορά που σήκωσε τη γυαλιστερή λάμα. Μέχρι που χάριν στις αλχημείες της με την αμμωνία και τη χλωρίνη κατάφερε να αφήσει πίσω έναν από τους τέσσερις συζύγους που ατυχώς βρέθηκε δίπλα στα χημικά. Ο καψερός που έκανε το λάθος να υποπτευθεί τη γυναίκα του για ψεύτικη ταυτότητα.

Το βράδυ αυτό ήταν αποφασισμένη να μιλήσει στον Μπριάν. Όχι βέβαια για τα ατυχήματα και για τις ατυχείς επιλογές συζύγων. Αλλά για τον Γκεμ και τα κατάλοιπα που της άφησε. Οι πληγές στο κορμί της είχαν γιατρευτεί όμως η ψυχή της ήθελε μία λύτρωση. Θα του έλεγε την αλήθεια. Τον εμπιστευόταν τυφλά πια. Ήταν πεπεισμένη ότι εκείνος θα την αγκάλιαζε και θα τη φιλούσε, θα ήταν δυνατός και για εκείνη. Βαθιά μέσα της ήθελε να καταρρίψει το μύθο του άντρα που έχει σαν σκοπό να την καταστρέψει. Κάποιες φορές θυμόταν και τα παιδικά παραμύθια με το λευκό ιππότη. Ίσως τελικά αξίζει η αγάπη ενός άντρα. Έτσι λοιπόν με ένα μπουκάλι κρασί έφτασε στο σπίτι του. Βρήκε παραδόξως την πόρτα μισάνοιχτη και εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να μπει στις μύτες για να του κάνει έκπληξη. Άκουσε τη γνώριμη ζεστή φωνή του να μιλά στο τηλέφωνο και λες και μια ανώτερη δύναμη την σταμάτησε, έκοψε τα βήματά της να τον ακούσει κρυμμένη πίσω από ένα τοίχο.

«Είμαστε σε καλό δρόμο. Πιστεύω ότι σύντομα θα ομολογήσει. Να είστε σε ετοιμότητα. Θα το οργανώσω για αύριο Θα μιλήσω στην κάργια απόψε, λίγα γλυκόλογα και αμέσως θα πέσει. Σου λέω είναι κοντά»

Την στιγμή εκείνη ένιωσε κρύο ιδρώτα στο μέτωπο. Νόμιζε ότι τα αφτιά της την ξεγελούσαν στα λεγόμενά του. Μιλούσε για εκείνη άραγε; Μα πώς ήταν δυνατόν να την ξεγελάσει; Δεν ήθελε να το πιστέψει. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Αλλάζοντας κατεύθυνση για να φύγει άκουσε το τηλέφωνο του να χτυπάει.

«Έλα μωρό μου. Σε δυο μέρες επιστρέφω. Τελειώνω. Μετά θα έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας για διακοπές. Μου έλειψες. Μου έλειψε η μυρωδιά σου, το κορμί σου».

Η Λετίσια αισθάνθηκε σοβαρά την ανάγκη να κάνει εμετό όπως και τότε. Την πρώτη φορά στο δωμάτιο εκείνο το άθλιο και μισητό. Αργά αργά έφυγε από το σπίτι, ευτυχώς δεν είχε απομακρυνθεί από την πόρτα πέταξε σε κάτι παλιόχορτα το μπουκάλι κρασί και γρήγορα έβαλε μπρος το αμάξι να φύγει.

Έτριψε με μανία κάθε σπιθαμή του σώματος της κάτω από το ντους. Δάκρυα έπεφταν από τα μάτια της ενώ πολλαπλές κραυγές έβγαιναν με μανία από το στόμα της. Πίεζε με το σαπούνι το δέρμα της σαν να ήθελε να βγάλει μία κατά τα άλλα ανύπαρκτη λέπρα από πάνω της. Το δέρμα της κοκκίνισε για τα καλά. Η αναπνοή της έγινε γρήγορη. Δεν είχε πια άλλα δάκρυα να χύσει. Γονάτισε απεγνωσμένα κάτω από το ορμητικό νερό με το κεφάλι χαμηλά σαν να διαλογιζόταν. Βγήκε από το μπάνιο. Τα μελιά της μάτια στον καθρέφτη είχαν το βλέμμα μίας γυναίκας που χαμηλώνει το κεφάλι της ενώ τα μάτια της παραμένουν καρφωμένα στην ευθεία. Μόνη της έμπλεξε. Το ήξερε. Το όριζε μέσα στο κεφάλι της συνέχεια. Πολλαπλές φορές. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που αντίκριζε τον εαυτό της στον καθρέφτη αλλά έβλεπε μία άλλη. Μια ερωτευμένη που εξαπατήθηκε. Δεύτερη φορά στη ζωή της την πάτησε από έρωτα. Τελικά όλοι οι άντρες είναι ίδιοι.

Μπήκε στο δωμάτιο της και φόρεσε μία φόρμα και ένα μπλουζάκι. Σήμερα θα τελείωναν όλα. Σήμερα θα τελείωναν όλες οι ιστορίες όπως ακριβώς άρχισαν. Με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που δε θα επέτρεπε πια στον εαυτό της άλλα λάθη. Η κοφτερή λεπίδα τη λύτρωσε πριν δεκαπέντε χρόνια. Το περίστροφο όμως θα έδινε ένα τέλος σε αυτόν το μάταιο κόσμο αναζήτησης. Βαρέθηκε πια. Μία φορά σκέφτηκε διαφορετικά και να τι έγινε! Όλο το σύμπαν πια ήταν εναντίον της. Κάθισε στο ζεστό παρκέ δίπλα στο κρεβάτι. Θυμήθηκε το τραγουδάκι που σιγοντάρισαν παρέα με τη μαμά της όταν την χτένιζε και της ξέμπλεκε τα μαλλιά το βράδυ πριν κοιμηθεί. Άρχισε να το ψιθυρίζει πάλι.

Χέρι χέρι ας πιαστούμε κι ας χορέψουμε γύρω μ’ αγάπη

γιατί φεύγουν τα νιάτα κι η ζωή σαν ποτάμι περνά.

Τα μικρά της αυγής πουλιά καρτερούν μες τα δάση

της παλιά τους να βρουν φωλιά που ‘χει η νύχτα σκεπάσει *

Ο στιγμιαίος κρότος  που ακούστηκε μέσα στη νύχτα ήταν δυνατός. Σύντομος και λυτρωτικός.

 

Το τραγούδι της φωτιάς (1963)

Μουσική-Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook