Ο Στέφανος, έπιασε το laptop του και το χάιδεψε, ασυναίσθητα λίγο μα στοργικά. Το είχε πάρει απόφαση, σήμερα θα έβαζε σε τάξη στις σκέψεις του, μετά από τόσες μέρες. Δεν είχε καταλήξει αμέσως στο laptop για κάτι τέτοιο βέβαια, αρχικά είχε σκεφτεί να πάει να πάρει ένα δερματόδετο τετράδιο, από αυτά τα παλιομοδίτικα, και μια πένα με μπλε μελάνι – και να το κάνει ημερολόγιο.

Ναι, ωραία ιδέα φαινόταν. Επιστροφή στο παρελθόν, όταν ήταν πιο μικρός και οι επιλογές που υπήρχαν ήταν ή η αποτύπωση στο χαρτί ή τίποτα. Αλλά βέβαια…ναι, δεν έκανε ωραία γράμματα ο Στέφανος. Όταν ήταν μικρός, τον κορόιδευαν οι συγγενείς, του έλεγαν «Πως γράφεις έτσι παιδί μου; Το χέρι πρέπει να είναι κάτω από εκεί που γράφεις, όχι από πάνω και από δίπλα και από δεξιά όπως το κάνεις εσύ!».

Χαμπάρι δεν πήρε. Σάμπως είναι εύκολο να αλλάξεις τον τρόπο που γράφεις; Κρίμα στους απανταχού αριστερόχειρες που «αναγκάστηκαν» να ξεχάσουν τη φύση τους και να γίνουν αμφίχειρες επειδή κάποιος, κάποτε, αποφάσισε ότι δεν τους γούσταρε. Οπότε, τα γράμματα του Στέφανου ήταν σχετικά μεγάλα, αλλά και ακανόνιστα. Θα μπορούσε να είχε γίνει και γιατρός.

Όταν ήταν μικρός, ήθελε όντως να γίνει γιατρός. Μετά, κατάλαβε τι σημαίνει κάτι τέτοιο και στην εφηβεία του, δεν το ξανά-ανέφερε – ήταν ένα από τα όνειρα που έμελλε να μείνουν όνειρα. Αλλά αν μη τι άλλο, από πλευράς γραμμάτων, μια χαρά θα ήταν, οι φαρμακοποιοί θα ήταν στο στοιχείο τους, μπορεί και να τους έκανε θετική εντύπωση σε σχέση με το μέσο όρο του επαγγέλματος.

Σταμάτησε να σκέφτεται τα γράμματά του και πήγε σε πιο πρακτικά ζητήματα. Είχε ξεμάθει να γράφει με το χέρι και οι πένες λέρωναν πολύ εύκολα. Μπα, καλύτερα να πήγαινε και να οργάνωνε τις σκέψεις του a la digital. Όταν ανέβει κάτι στο internet, και να θέλεις, συχνά είναι αδύνατο να κατέβει από εκεί. Τον βόλευε κάτι τέτοιο, αφού δημοσιοποιούσε τις σκέψεις του, θα έμεναν κάπου, σε ένα σκληρό δίσκο ας πούμε, στην κοινωνία της πληροφορίας, για πολύ καιρό. Για χρόνια. Με λίγη καλή τύχη, για πάντα!

Κάθισε στο κρεβάτι του, με τα πόδια σταυροπόδι, ήπιε λίγο νερό, άνοιξε το laptop, πήγε στο blog που μόλις άνοιξε, και άρχισε να γράφει σα μανιασμένος για λίγη ώρα, έχασε την επαφή με το περιβάλλον – ευτυχώς που δεν είχε ξεχάσει κανένα μπρίκι επάνω στη φωτιά, όπως ήταν εκείνη την ώρα, μπορεί και να μην το καταλάβαινε καν!

Λίγο αργότερα, πήγε στα social και έστειλε στους φίλους του το link. Χαμογέλασε πλατιά. Είθε να έμενε ενεργό μέχρι να σβήσει ο ήλιος! Πήγε στον καναπέ του, έβαλε ένα ποτό και άναψε ένα τσιγάρο. Λογικά, είχε κάποια ώρα μέχρι να έβλεπε το νέο του blog, αυτή που έπρεπε να το δει εξ’ αρχής. Η λουσμένη στις ακτίνες της αυγής νεράιδα του. Κράτησε το κινητό του κοντά του για να μην αργήσει να το σηκώσει όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο, και αγκάλιασε ένα μαξιλάρι, περιμένοντας, κοιτώντας για λίγο στο πουθενά και στο τίποτα. Το χαμόγελο είχε μετριαστεί αλλά δεν είχε φύγει από το πρόσωπό του.
Στο blog, είχε γράψει τα παρακάτω:

«Lux noctis
Ήταν νύχτα έξω, όταν σου πρωτομίλησα. Κι εγώ, στο μακρύ πέπλο της νύχτας ήμουν μπλεγμένος. Έψαχνα το δρόμο για τη μέρα, μα είχα χαθεί. Τα μονοπάτια ήταν πολλά και μπερδεμένα και η νύχτα σκοτεινή, χωρίς φεγγάρι. Σκουντουφλούσα συχνά, έπεφτα κάτω κι έγδερνα, εκτός από τα γόνατά μου, και τον εαυτό μου ολόκληρο.
Η νύχτα είχε τέρατα. Τα τέρατα είχαν μεγάλη δύναμη και με κατέβαλλαν με τον καιρό. Ένιωθα παιχνίδι στα νύχια τους, πλοίο με σπασμένο κατάρτι στο μάτι του κυκλώνα.
Η νύχτα είχε πάψει να είναι νέα και συναρπαστική, όπως ήταν κάποτε. Για καιρό, η νύχτα ήταν δύσκολος αντίπαλος και οι άμυνες μου έπεφταν όσο βρισκόμουν παγιδευμένος στην παγερή αγκαλιά της.
Μέχρι που εντελώς ξαφνικά, απροσδόκητα και με κάποιο σχεδόν μαγικό τρόπο, εμφανίστηκες στη μέση της κοιλάδας εσύ. Ένα εκτυφλωτικό φως, που γέμισε τον ουρανό και διέλυσε τα μαύρα σύννεφα. Μια αυγή, πιο λαμπερή και όμορφη ακόμα κι απ’ αυτή που έβλεπα στα όνειρά μου.
Μου πήρε λίγες στιγμές να συνηθίσουν τα μάτια μου, τελικά όμως αναθάρρεψα. Κοίταξα γύρω μου και ήταν σα να έβλεπα κάτι εντελώς νέο, κάτι που είχα να δω καιρό:
Τα μονοπάτια που οδηγούσαν στη μέρα είχαν ξεμπλέξει, δεν ήταν πια μπερδεμένα, το φως της αυγής μου έδειχνε το δρόμο ξεκάθαρα. Τα τέρατα, που μόνο στο σκοτάδι είχαν την ικανότητα να σε τρομάζουν με παράλογα μεγάλη ισχύ, έτρεχαν μακριά φοβισμένα, λες και το φως της αυγής τους έκαιγε το δέρμα.
Η νύχτα, ήταν πια μόνο ένα ευχάριστο διάλειμμα μέχρι το χάραμα, το γεμάτο χρώματα, ακτίνες του ήλιου και ομορφιά χάραμα. Η σαγηνευτική πλάνη της νύχτας, είχε πλέον διαλυθεί για μένα, μετά από καιρό έχασε τη δύναμή της επάνω μου.
Σ’ ευχαριστώ. Θα στο χρωστάω αυτό. Αν ποτέ η δική σου νύχτα απλώσει τα γαμψά νύχια της πάνω της, σου υπόσχομαι ότι θα το μετανιώσει πικρά. Θα σου φέρω πίσω λίγο από το υπέροχο φως που μου δάνεισες. Έτσι γίνεται, όταν έρχεται η αυγή και το φως της νικάει τη νύχτα!»