Έσφιξε τα χέρια στο τιμόνι τόσο δυνατά που άσπρισαν οι κλειδώσεις. Κοίταξε τα νύχια της, έπρεπε να κανονίσει ραντεβού για μανικιούρ. Σε δύο δάχτυλα το κόκκινο βερνίκι είχε ξεφτίσει, το σιχαινόταν όταν τα νύχια της είχαν ψεγάδια. Το αίμα που δεν είχε σκουπίσει δεν την ένοιαζε, όμως της ήταν αδύνατο να νιώθει ότι το μανικιούρ της και το κραγιόν της δεν ήταν άψογα. Κοίταξε το ρολόι της έφτανε σχεδόν μία και μόλις είχε αρχίσει να ψιχαλίζει.

Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, η ορατότητα ήταν καλή προς το παρόν, το αυτοκίνητο όμως δεν το ήξερε καλά και ο στενός φιδογυριστός επαρχιακός δρόμος που ενώνει το Γύθειο με την Αρεόπολη ήταν δύσκολος και γεμάτος απότομες στροφές.
Μύριζε το άρωμα του στην θέση του οδηγού, έσφιξε τα δόντια και για λίγα δευτερόλεπτα το μυαλό της ξεστράτισε σε αναμνήσεις. Το αυτοκίνητο το είχε αγοράσει Αυτός πριν τρία χρονιά και καμάρωνε πολύ για την αγορά του. Είχαν κάνει έρωτα στο πίσω κάθισμα, είχαν κάνει άγριο σεξ στην θέση του οδηγού, είχαν κάνει σεξ στα όρθια στο καπώ του και τώρα Αυτός βρισκόταν νεκρός στο πορτ μπαγκαζ.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και πήρε μια ακόμα βαθιά ανάσα και κοίταξε μπροστά, έβγαινε επιτέλους από τις στροφές και σε πέντε λεπτά θα έφθανε στην Αρεόπολη.Έπρεπε να μείνει ψύχραιμη, να προσέχει τη διαδρομή και να μην τρέχει, κυρίως αυτό, έπρεπε να μένει συγκεντρωμένη και να ακολουθεί το δρόμο με σταθερή ταχύτητα.

Μπροστά της πρόβαλε η Αερόπολη με όλη την μεγαλοπρέπεια της και με τα περισσότερα αυτοκίνητα που είχε συναντήσει μέχρι τώρα. Σάββατο μεσημέρι και όλοι, επισκέπτες και μόνιμοι κάτοικοι, φαίνεται ότι είχαν κατέβει εκεί για ψώνια και φαγητό. Κοιτούσε ευθεία, δεν ήθελε, δεν άντεχε τις αναμνήσεις, προσπέρασε και με σταθερή ταχύτητα κατευθύνθηκε προς Γερολιμένα. Η βροχή σταμάτησε επιτέλους και μετά τον Δυρρό δεν συνάντησε πλέον ούτε ένα αυτοκίνητο.

Ο αέρας δυνάμωνε, ένιωθε τις ριπές του να κουνάνε το mini cooper και ο επιβλητικός Σαγγιάς στα αριστερά της μάζευε σύννεφα κατάμαυρα στην κορυφή του. Η καταιγίδα ερχόταν οριστικά πλέον και θα ξεσπούσε σε λίγο με όλη τη δύναμη της.
Μπήκε στην Κοίτα και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να μειώσει ταχύτητα. Τα πέτρινα σπίτια με τα παράθυρα κλειστά, οι πύργοι επιβλητικοί και έρημοι, άνθρωπος πουθενά και το καφενείο με κλειστή την πόρτα. Βαθιά ανάσα και σταθερή ταχύτητα για Γερολιμένα. Κατεβαίνοντας προς το χωριό η θάλασσα στον κόλπο ήταν φουρτουνιασμένη και άγρια, νερό κατάμαυρο και ο βράχος από πάνω απειλητικός και αφιλόξενος

Τελευταία πινακίδα έξω από τον Γερολιμένα για βενζίνη σε εξακόσια μέτρα, τα χέρια της άρχισαν να ιδρώνουν και η καρδιά της να χτυπά. Πλησίαζε, ήδη η Βάθεια σιωπηλή την κοιτούσε από ψηλά κάτω από τον μολυβένιο ουρανό.
Μπήκε στο χωριό και πάρκαρε στο πιο κεντρικό σημείο. Από την Κοίτα είχα να συναντήσει άνθρωπο αλλά θα έμενε πιστή στο σχέδιο της. Βγήκε από το αυτοκίνητο αδιαφορώντας για τον αέρα που ούρλιαζε γύρω της και έφτιαξε με χάρη την περούκα της.

Από μακριά ήξερε ότι φαινόταν εντυπωσιακή. Μια κατάξανθη κοπέλα με κόκκινη φούστα και ψηλές κατάμαυρες μπότες μόνη της στην μέση της έρημης Βάθειας δεν περνούσε απαρατήρητη, όχι μόνο δεν την ξεχνούσες αλλά θυμόσουν κιόλας ότι είχε βγει από ένα ασπρόμαυρο mini cooper. Άναψε τσιγάρο και στάθηκε στην άκρη του δρόμου με τους εγκαταλελειμμένους πύργους να την κυκλώνουν. Αν είχε καρδιά θα είχε παγώσει εκείνη τη στιγμή, στην μέση του πουθενά, ένα βήμα πριν τις πύλες του Άδη, όμως η Δανάη είχε σταματήσει την καρδιά της πριν χρόνια.

Κάπνισε το τσιγάρο της ρουφώντας απεγνωσμένα τον καπνό κοιτώντας τα σύννεφα που πύκνωναν, υπολογίζοντας ότι ακόμα και αν κάποιοι είχαν κατευθυνθεί προς το Ταίναρο βλέποντας τον καιρό θα γυρνούσαν. Η καταιγίδα ξέσπασε απότομα με αστραπές να φωτίζουν τον μαύρο ουρανό στο βάθος του κόλπου. Κανείς στον ορίζοντα, ήταν πια σίγουρη ότι θα συνέχιζε ολομόναχη το ταξίδι προς τις πύλες του Άδη με τον ουρανό να κλαίει σιωπηλά.

Έφτασε σε μια απότομη στροφή με την θάλασσα να γλύφει τα βράχια κάτω από το δρόμο. Σταμάτησε απότομα και βγήκε έξω αδιαφορώντας πλέον για την καταιγίδα. Άνοιξε το καπώ και τον είδε έτσι όπως τον είχε αφήσει, μαζεμένο κουβάρι με τα γυαλιά μισοβγαλμένα. Το αίμα από το μαχαίρι είχε αρχίσει να ποτίζει το σημείο που τον είχε ακουμπήσει όμως το πρόσωπο του παρέμενε γαλήνιο σα να κοιμόταν. Τον χάιδεψε απαλά στο μάγουλο, είχε αρχίσει να παγώνει. Με μια τελευταία ματιά τον σήκωσε και τον έσυρε μέχρι τον γκρεμό. Εκεί πλέον τα πράγματα ήταν εύκολα, απλά τον άφησε, τα βράχια ήταν τόσο απότομα που δεν άργησε να δει το κουφάρι του να πέφτει στην αφρισμένη θάλασσα. Τον έχασε τόσο απότομα από τα μάτια της που η ανάσα της σχεδόν σταμάτησε.

Τόσο εύκολο ήταν λοιπόν και ας λέγαν το αντίθετο τα εκατοντάδες βιβλία που είχε διαβάσει.

Μπήκε στο αυτοκίνητο ξανά και άναψε επιτέλους το απαραίτητο λυτρωτικό τσιγάρο του γυρισμού. Υπολόγιζε τρεις ώρες για Καλαμάτα, οπότε θα της έμενε χρόνος να ξεφορτωθεί σωστά το αυτοκίνητο και να αλλάξει πριν πάρει το ΚΤΕΛ για επιστροφή στην Αθήνα.

Όταν άνοιξε την μουσική ήταν σίγουρη ότι θα ακουγόταν ο αγαπημένος του Bruce …
“So when you look at me you better look hard and look twice
Is that me baby or just a brilliant disguise….”

 

14