Μανουέλα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Αντριέν έγειρε την πλάτη του πίσω στη μαύρη δερμάτινη καρέκλα με τα ροδάκια. Με το δείκτη επάνω στο μάγουλο, μελετούσε προσεκτικά τα νούμερα στην τελευταία αναφορά που έπρεπε να στείλε πριν φύγει. Μάλλον είχε κάνει καλή δουλειά. Είχε γράψει αναλυτικά όλα τα στοιχεία των τελευταίων πωλήσεων και είχε επιτυχημένα αποδώσει τις προβλέψεις για το επόμενο τρίμηνο. Η αναφορά ήταν πλήρης από στοιχεία. Λίγο σουλούπωμα μόνο ήθελε η εικόνα του αρχείου, πριν πατήσει το κουμπάκι και εκτοξευθεί προς κάποια πιθανή, ευελπιστούσε σύντομα, προαγωγή.

Με την άκρη του ματιού του, κοίταξε την ξεθωριασμένη φωτογραφία δίπλα στο γραφείο του. Λογικό ήταν να ξεθωριάσει βέβαια. Όταν δουλεύεις κοντά στο παράθυρο όπου για αρκετή ώρα μπαίνει άπλετο φως και ήλιος, η φωτογραφία σίγουρα θα πληρώσει το τίμημα. Κρατούσε την παρουσία της εκεί εδώ και δυόμισι χρόνια. Τι υπέροχες διακοπές τότε! Ανέμελες και άνετες!

Η Μανουέλα δεν ήταν μια οποιαδήποτε κοπέλα. Ήταν ο κρυφός αλλά και φανερός του πόθος. Δεν μπορεί να αντιληφθεί κανείς πόσο ο ίδιος υπέφερε να βλέπει μία κοπέλα, ένα ολόκληρο τρίμηνο, να μπαίνει και να βγαίνει στο ίδιο κτίριο που δούλευε εκείνος και να μην βρίσκει έστω μία λέξη, που να μην του φαίνεται βέβαια ανόητη, για να της πιάσει την κουβέντα. Μέχρι που κάποια στιγμή είπε να το ρισκάρει. Ήταν αδύνατον να αντισταθεί στην εικόνα της. Μακριά μεταξένια καστανά μαλλιά, σώμα με καμπύλες, ίσως πολλοί άντρες να είχαν φαντασιωθεί ένα βράδυ μαζί της. Μόνιμα με τα ακουστικά του κινητού στα αυτιά και με την τεράστια τσάντα που προφανώς έκρυβε άπειρα χαρτιά, μπορεί και μία ταμπλέτα, βαμμένη ελαφρά, με βλέμμα χαμογελαστό, αυτή ήταν η οπτασία του.

Μετά από ένα τρίμηνο λοιπόν τη συνάντησε στο απέναντι εστιατόριο για μεσημεριανό. Δεν ήταν ακριβώς τυχαίο γιατί είχε παρατηρήσει πως κάθε Πέμπτη πήγαινε συστηματικά η κοπέλα μόνη της και έτρωγε την σπεσιαλιτέ του καταστήματος. Κορντόν μπλε με πατάτες και σαλάτα με λευκή σως βινεγκρέτ. Πάντα με νερό εμφιαλωμένο ανθρακούχο. Έτσι λοιπόν πήρε τη θαρραλέα απόφαση να δοκιμάσει την τύχη του. Επίτηδες μάλιστα δεν έκανε κράτηση στο εστιατόριο, πράγμα απαραίτητο, καθώς η σπεσιαλιτέ αυτή κάθε Πέμπτη στο μενού δημιουργούσε το αδιαχώρητο.

«Μήπως θα μπορούσα να κάτσω μαζί σας εδώ; Δεν έχει θέση δυστυχώς, το μαγαζί είναι τόσο γεμάτο!»

Τότε, για πρώτη φορά τα πεντάμορφα ολόλευκα δόντια της έκαναν εμφάνιση μέσα από τα υπέροχα χαμογελαστά χείλη της. Ενώ το χέρι της έτεινε χαρακτηριστικά προς την άδεια καρέκλα, κάνοντας νόημα να κάτσει.

Έτσι απλά έγινε η αρχή.   Μία αρχή τόσο όμορφη. Δύο παιδιά κοντά στα τριάντα με όλη τη ζωή μπροστά τους και πολλά πολλά όνειρα. Όνειρα που πήραν αμέσως ζωή από το πρώτο άγγιγμα, ταπεινό και γεμάτο γλύκα, το πρώτο φιλί. Ένα φιλί παθιασμένο. Ένα φιλί με πολλά απωθημένα για όλες αυτές τις χαμένες σχέσεις του παρελθόντος, παράλληλα όμως ελπιδοφόρο, για μία αρχή που εξιλέωνε τουλάχιστον τον Αντριέν για όλα τα λάθη στις προηγούμενες σχέσεις του. Πιασμένοι χέρι χέρι, χάδια γεμάτα νόημα, Σαββατοκύριακα, διακοπές, τόσο όμορφες εικόνες γεμάτες φρεσκάδα. Κάθε φορά που έφερνε το πρόσωπο της Μανουέλα μπροστά στο δικό του, κοίταζε με νόημα τα καταπράσινα μάτια της και φιλώντας τα γεμάτα χείλη της, έκλεινε τα μάτια του και όλα γύρω τους γύριζαν.

Τρία χρόνια μετά το συναίσθημα δεν άλλαξε. Βλέποντας τη φωτογραφία αναπόλησε καλοκαιρινές εικόνες και ήλπιζε να το ζήσει ακόμα μία φορά. Όμως έπρεπε να φύγει. Είχε ήδη αργήσει άλλωστε. Κατηφόρισε την οδό Μοντερέ προς το εστιατόριό τους. Στη διαδρομή θέλησε να πάρει λουλούδια αλλά μετά σκέφτηκε πως θα καθυστερούσε. Ίσως στο γυρισμό. Περπατούσε προς το εστιατόριο και με μεγάλη ανυπομονησία, σαν το μικρό παιδάκι που πλησιάζει στη βιτρίνα του γλυκατζίδικου, κοίταξε στο εσωτερικό του μαγαζιού για να την εντοπίσει. Στο τραπέζι που κάθε χρόνο έκλεινε για την επέτειό τους. Μάλλον τελικά έπρεπε να πάρει λουλούδια. Ακόμα και ένα λουλούδι, μία από τις αγαπημένες της τουλίπες. Δε μύριζαν αλλά όπως έλεγε γέμιζαν το χώρο με χρώμα.

Την είδε. Πανέμορφη, λαμπερή. Ντυμένη με ένα από τα υπέροχα λευκά κουστούμια της. Το βλέμμα της δε φαινόταν ευτυχισμένο όπως είχε συνηθίσει να τη βλέπει αλλά του χαμογέλασε. Εκείνος, παρατήρησε το βλέμμα της αλλά σκέφτηκε πως οι μέρες αυτές είναι δύσκολες και κουραστικές. Δεν περίμενε παραπάνω. Μπήκε μέσα στο μαγαζί και αφού καλησπέρισε το μετρ, κατευθύνθηκε στο τραπέζι τους. Ο μετρ του άφησε τον κατάλογο με το μενού και ρώτησε αν θα πιει κάτι Νερό. Όπως συνήθιζε να πίνει κι εκείνη

Έβγαλε το σακάκι του και το τοποθέτησε ευλαβικά στην καρέκλα. Κοίταξε το ρολόι του.

«Είμαι στην ώρα μου, δεν άργησα μωρό μου»

«Αντριέν…..»

Ήρθε ο σερβιτόρος να πάρει παραγγελία. Προτίμησε να φάει ψάρι σήμερα. Ελαφρύ γεύμα. Παρήγγειλε επίσης φιλετάκια σε κόκκινη σάλτσα με λινγκουίνι. Το αγαπημένο της Μανουέλα. Το φαγητό δε θα καθυστερούσε αλλά θα είχε χρόνο να της μιλήσει.

«Δεν άργησα σήμερα. Τα κατάφερα. Δηλαδή ούτε πέρυσι άργησα. Λίγο δουλειά παραπάνω είχα, ξέρεις με την αναφορά αυτή. Ίσως τελικά να καταφέρω να πάρω την προαγωγή την άνοιξη. Ελπίζω δηλαδή. Ευχήσου το μου σε παρακαλώ!»

Απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια. Για κάποιο λόγο αισθανόταν ενοχή. Ξαφνικά ένα δάκρυ έσταξε επάνω στο λευκό του πουκάμισο και αμέσως έπνιξε τη γρήγορη επιθυμία του να κλάψει με μερικές γουλιές νερό. Ήταν ατέλειωτες οι ώρες που δούλευε τον τελευταίο καιρό και αισθανόταν να την έχει παραμελήσει. Ήθελε να τη βλέπει χαρούμενη, ευτυχισμένη, πλήρη

«Με συγχωρείς. Πάω να πλύνω το πρόσωπό μου» σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Αντριέν….»

Γυρίζοντας από την τουαλέτα το φαγητό είχε ήδη σερβιριστεί. Ο Αντριέν κοίταξε απέναντί του. Πίσω από την καρέκλα της Μανουέλα μία κοπέλα του χαμογελούσε ενώ μιλούσε με το αγόρι της. Ο Αντριεν έγνεψε ευγενικά και τακτοποιώντας προσεκτικά την πετσέτα στα πόδια του έβαλε μία πιρουνιά ψάρι στο στόμα του.

«Πρέπει να φύγω Αντριέν..»

Η φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος. Αλλά ήταν αποφασιστικά λόγια. Θλιμμένα λόγια. Εκείνος φοβόταν πάντα μία τέτοια εξέλιξη. Δεν ήθελε καθόλου να προετοιμάσει τον εαυτό του για μία τέτοια απόφαση. Μία απόφαση οριστική, αμετάκλητη, σίγουρα χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Η Μανουέλα ήταν το νερό του, η ζωή του από την πρώτη στιγμή που την είδε. Τα μάτια της δε θα τα έβγαζε ποτέ από το μυαλό του.

«Πρέπει να γυρίσεις σελίδα Αντριέν, ό,τι έγινε έγινε» αισθάνθηκε το ζεστό χαμόγελό της και ήθελε πραγματικά να αγγίξει το πρόσωπό της. Να φιλήσει τα κατακόκκινα χείλη της και να χαδέψει ακόμα και για τελευταία φορά τα μαλλιά της. Έλαμπαν αγγελικά. Δεν μπορούσε να φανταστεί κάποια άλλη πιο όμορφη παρουσία μέσα στο μαγαζί. Όμως χωρίς τη Μανουέλα στην καθημερινότητά του, χωρίς να της μιλάει, να τη φιλάει, να την αγκαλιάζει, ήταν η πιο δύσκολη η πιο επώδυνη άσκηση. Μία άσκηση που απέκτησε σάρκα και οστά.

«Μανουέλα συγχώρεσέ με. Μη με αφήνεις μόνο»

«Επιθυμείτε επιδόρπιο;», «Όχι» είπε απότομα. «Μόνο το λογαριασμό. Τελειώσαμε.»

Ο Αντριέν βγήκε από το μαγαζί. Κοιτάζοντας απέξω στην τζαμαρία το τραπέζι τους, είδε τη Μανουέλα να κάθεται ακόμα. Του χαμογέλασε αυτή τη φορά στοργικά. Ο Αντριεν γύρισε την πλάτη του και κατηφόρισε πάλι την οδό Μοντερέ. Ο ανθοπώλης ήταν ακόμα εκεί και αυτήν τη φορά αποφάσισε να πάρει δύο κατακόκκινες τουλίπες. Έστριψε προς το παρκάκι της Μπουλον και κατευθύνθηκε μπροστά από ένα δέντρο με πυκνά φύλλα. Ένα δέντρο που αρκετές φορές προτίμησαν για μερικά παθιάρικα φιλιά, μακριά από τα βλέμματα των περαστικών. Στον κορμό του δέντρου διακρίνονταν εμφανείς χαρακιές από μαχαίρια. Συνήθως οι ερωτευμένοι, φτιάχνουν καρδιές ή γράφουν ονόματα αιώνιας αγάπης. Όμως η χαρακιές αυτές θύμιζαν πιο πολύ χτυπήματα στο δέντρο, απανωτά και θανάσιμα. Κάποιος ήθελε να πάρει τη ζωή του δέντρου ίσως. Δίπλα στο δέντρο ένας μπρούτζινος λεπτός σταυρός ήταν φυτεμένος σαν πλοίο παρκαρισμένο. Στη βάση του έγραφε Μανουέλα.

Δάκρυα πύκνωσαν το λευκό πρόσωπο του Αντριέν καθώς σκεφτόταν το ραντεβού τους πριν δύο χρόνια. Στην πρώτη τους επέτειο. Εδώ είχαν δώσει ραντεβού για να πάνε να δειπνήσουν μαζί στο εστιατόριο που έτρωγαν συχνά. Με το μυαλό του γεμάτο πικρές αναμνήσεις, θυμάται πώς έτρεχε στη διαδρομή, καθυστερημένος εκείνο το άτιμο βράδυ, θέλοντας να στείλει την πολυπόθητη αναφορά κυνηγώντας την προαγωγή, εκείνη τη βροχερή ημέρα. Ανυπομονούσε να της προσφέρει την αγαπημένη της τουλίπα πίσω από το δέντρο αυτό, με ένα ακόμα παθιασμένο φιλί αγάπης. Πλησιάζοντας όμως ο Αντριέν είδε πληθώρα κόσμου και δύο νοσοκόμους από ασθενοφόρο να φορτώνουν ένα σώμα καλυμμένο με μία μαύρη σακούλα. Η ομπρέλα του έπεσε από τα χέρια και ο χαρτοφύλακάς του έγινε βαρύ σακί πεσμένο, χιλιοπατημένο, ενώ η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, καθώς έτρεχε προς το άψυχο εκείνο κρεβάτι. Το λεπτοκαμωμένο, περιποιημένο χέρι της με τα πανέμορφα δάκτυλα ξεπρόβαλε μέσα από τη μαύρη σακούλα. Το έδαφος ήταν γεμάτο αίματα. Η τσάντα της, αυτή η μεγάλη, φαινόταν κατεστραμμένη. Και λίγο πιο πέρα από το δέντρο πρόσεξε ένα λευκό ύφασμα. Πλησιάζοντας είδε ένα από τα αγαπημένα της εσώρουχα μισοσκισμένο, σχεδόν κατεστραμμένο και βρεμμένο, λασπωμένο. Το σήκωσε και ορμητικά το έσφιξε στις παλάμες του φέρνοντάς το στο μέρος της καρδιάς, σφίγγοντας παράλληλα τα μάτια του που πλημμύρισαν από δάκρυα, δάκρυα που ξεχώριζαν μέσα στη βροχή. Και τότε μία κραυγή, σαν θλιμμένη ιαχή βγήκε από το στόμα του και έπεσε στα γόνατα με το κεφάλι προς τον ουρανό. Τα δάκρυα έγιναν ένα πια με τη βροχή που έπεφτε.

Ο Αντριέν σκούπισε τα δάκρυά του και σηκώθηκε από το περιποιημένο μικρό μνήμα. Άφησε τις δύο τουλίπες δίπλα στο όνομά της. Ήξερε πως είπε οριστικά αντίο στην παρουσία της. Όμως ποτέ δε θα έλεγε αντίο στην ανάμνηση της. Η Μανουέλα θα ήταν πάντα εκεί.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook