Πέντε σταγόνες. Για την ακρίβεια πέντε γουλιές. Τόσες κατέβασε από το χαμηλό ποτήρι με το δροσερό κοκτέιλ. Με το βλέμμα καρφωμένο στον καθρέφτη του μπαρ, αντίκρισε το είδωλό της σοβαρό και αποφασιστικό, ενώ έριχνε κλεφτές ματιές παράλληλα, είτε στα ζωηρά πρόσωπα που χαχάνιζαν στο χώρο με παρέα, είτε στο βάθος του μαγαζιού, όπου μία τεράστια οθόνη έπαιζε ένα από τα τραγούδια του λατρεμένου της τραγουδιστή.

Η ξινή γεύση του λεμονιού, ανακατεμένη με τη γλύκα της μαύρης ζάχαρης και καλουπωμένη με τη δροσιά του δυόσμου, ήταν διάσπαρτη στην αναπνοή της κι εκείνη ένιωθε τη φρεσκάδα σωτήρια μέσα στο ζεστό χώρο, όσο η μουσική του Τζαζ έπαιζε στα ηχεία. Κατά διαστήματα με ακουμπισμένους τους αγκώνες της επάνω στον πάγκο, έκλεινε τα μάτια της και οραματιζόταν τους κοιλιακούς του Τζαζ αλλά και τη βελούδινη φωνή του να τραγουδάει αποκλειστικά και μόνο για εκείνη ιστορίες αγάπης, έρωτα και πάθους.

Δεν τον ήξερε, ούτε εκείνος τη γνώριζε προσωπικά. Κι όμως. Πέρασαν ένα βράδυ μαζί. Ένα βράδυ που στα απλά μαθηματικά κράτησε ελάχιστα, για εκείνη όμως ήταν η πεμπτουσία του πάθους. Το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της, το ζεστό χαμόγελό του, η ένταση της στιγμής, η απελευθέρωση των κινήσεων μετά το δεύτερο ποτό και η μυστηριώδης μουσική των Καβίνσκι αγκάλιαζαν το χαμηλό φωτισμό του πολυτελούς σαλονιού του τραγουδιστή. Χάδια, αγκαλιές, έρωτας  και η δική της ονειροπόλα ματιά φαντασιωνόταν ένα αύριο μαζί του. Κατά τη δική της λογική ταίριαζαν όπως τα σατέν γάντια επάνω στα λεπτοκαμωμένα δάκτυλα μίας μεγάλης σταρ που φαντάζει στο κόκκινο χαλί. Κι έτσι ένιωθε το γυμνό κορμί του να την σκεπάζει, σαν μία απαλή κουβέρτα που σε ζεσταίνει και σε αφήνει να χάσεις σταδιακά της αισθήσεις σου για να κοιμηθείς σαν μωρό γεμάτο ασφάλεια.

Ξανάνοιξε τα μάτια μέσα στο μπαρ καθώς η ταξιδιάρικη φωνή του Τζαζ έφτανε στο αποκορύφωμα του ρεφρέν. Μέσα στην ένταση αυτή ένα διακριτικό δάκρυ ξέφυγε από τα μελιά μάτια της.

Την είχε κουράσει όλη αυτή η επικαιρότητα του τελευταίου σαρανταοκτάωρου όταν βρέθηκε νεκρός ο τραγουδιστής μέσα σε μία λίμνη αίματος. Πολλά λέγονταν και ακόμα περισσότερα θα αποκαλύπτονταν προσεχώς για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο νεαρός τραγουδιστής έπεσε θύμα φόνου. Τη σημάδεψε το άκουσμα της είδησης αυτής. Ποτέ στη ζωή της δεν ένιωσε τόσο μόνη όσο εκείνη την στιγμή που είδε το άψυχο κορμί σκεπασμένο να το μεταφέρουν σε ένα ασθενοφόρο. Έβγαινε στο δρόμο, οι ψίθυροι είχαν το όνομά του. Άνοιγε το ραδιόφωνο στο αμάξι και η φωνή του κάλυπτε όλο το χώρο, μονώνοντάς τη από οποιοδήποτε εξωτερικό ήχο. Άνοιγε την τηλεόραση και η χαμογελαστή του φιγούρα αγκάλιαζε την ύπαρξή της. Ακόμα και την στιγμή που δεν ήταν πια ο Τζαζ στη ζωή, ήταν πεπεισμένη πως παρέμενε ένα κομμάτι δικό της.

Η ατμόσφαιρα στο μπαρ άρχισε να γίνεται αποπνικτική και ένιωσε την ανάγκη να πάρει καθαρό αέρα. Τελείωσε το ποτό της και αφού πλήρωσε κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Περπάτησε στους δρόμους της άδειας πόλης. Ήταν οι πρώτες πρωινές ώρες. Αυτές που εκείνη επέλεγε πάντα να κάνει εμφάνιση στο πλατύσκαλο του σπιτιού του. Ο Τζαζ δε χρησιμοποιούσε κανένα μέτρο ασφαλείας. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η αμεσότητά του με τον κόσμο. Είχε αναπτύξει ένα κώδικα επικοινωνίας με τους θαυμαστές του ιδιαίτερο, έναν αλληλοσεβασμό ώστε κανείς δεν παραβίαζε την προσωπική του ζωή. Έτσι λοιπόν κρατούσε την απλότητά του καθημερινά. Έκανε τζόγκιγκ κυρίως τα ξημερώματα μετά από συναυλίες, για να καθαρίζει το μυαλό του, ή τα μεσημέρια (το χειμώνα κυρίως) ακόμα και σε ημέρες με έντονη βροχόπτωση. Ένας μοναχικός επιτυχημένος άντρας που είχε ανάγκη από μία γυναίκα να το σώσει. Αυτό πίστευε εκείνη και έβλεπε τον εαυτό της ως σωτήρα του.

Κατηφόρισε προς το σπίτι του. Μπροστά ακριβώς από το σημείο που συνήθιζε να τον παρακολουθεί υπήρχε πια μια τεράστια κίτρινη ταινία η οποία την εμπόδιζε να προχωρήσει, ενώ δύο περιπολικά κάλυπταν τον εξωτερικό χώρο για τυχόν επιτήδειους που θα δράττονταν της ευκαιρίας να πάρουν ένα ενθύμιο από τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη, είτε για να το καρπωθούν οικονομικά, είτε απλά και αθώα για να το θυμούνται. Τα ψηλοτάκουνά της δεν ισορροπούσαν καλά στο χαλίκι του εξωτερικού χώρου ενώ ή όψη του σπιτιού του μέσα στο σκοτάδι εξέπεμψαν στα σωθικά της ένα θερμό ρεύμα αέρα, το οποίο πάλευε να ξεφύγει από μέσα της μετατρεπόμενο σε κρύες σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό της. Ένιωσε πως θα πέσει αλλά συγκρατήθηκε.

Αυτό ουσιαστικά που τη συγκράτησε αλλά και την ταρακούνησε ήταν η εικόνα του Τζαζ στο μυαλό της, μέχρι που κατάφερε να σωριαστεί σε ένα παγκάκι. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Τότε συνειδητοποίησε την απουσία του. Το γαϊτανάκι των σκέψεών της ξεδιπλωνόταν όσο το κεφάλι της βάραινε από σκέψεις. Πριν δύο βράδια ήταν μαζί αγκαλιασμένοι και τώρα εκείνη ήταν μόνη. Θυμάται ότι τον ένιωσε επάνω της σαν απαλή κουβέρτα για πολλές ώρες. Θυμάται πόσο έντονα τον αγκάλιασε στην αρχή. Δηλαδή εκείνος ήταν έκπληκτος στην αρχή, προσπάθησε να την απωθήσει αλλά εκείνη το εξέλαβε σαν παιχνιδάκια προκαταρκτικά. Του χαμογελούσε και τον προκαλούσε να της τραγουδήσει το αγαπημένο της τραγούδι. Τα αποφασισμένα χέρια της τον έσπρωχναν προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η μουσική των Καβίνσκι την ερέθισε τόσο και την έκανε ανεξέλεγκτη καθώς ο Τζαζ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το τζόγκιγκ, προσπαθούσε να βρει τρόπο να τη διώξει. Αστειότητες. Ήταν γεννημένος για εκείνη. Κι εκείνη για τον Τζαζ.

Με την άκρη του τακουνιού της έσπασε την οθόνη του πεσμένου κινητού του ενώ του ψιθύριζε λόγια από τα αγαπημένα της «Μάτια στον καθρέφτη», ίσως τη μεγαλύτερη εισπρακτικά επιθυμία του. Εκείνος συνέχισε να οπισθοδρομεί προς την κουζίνα, ψάχνοντας τρόπο να απομακρύνει την περίεργη αυτή γυναίκα.

Ακούμπησε την πλάτη  της στο παγκάκι και σήκωσε το βλέμμα της προς τον ουρανό. Ένα αστέρι ξεχώριζε. Ναι, μέσα στο πλήθος των λευκών κουκκίδων, της έγνεψε να συνεχίσει τις αναμνήσεις της.

Πέντε σταγόνες. Τόσες μέτρησε να πέφτουν από το μαχαίρι που του έχωσε στην κοιλιά. Μεγάλες χοντρές σταγόνες. Σαν γουλιές. Σαν τις γουλιές του δροσιστικού μοχίτο που δύο βράδια μετά ξέπλυναν το στόμα της. Το αίμα του έρευσε  άφθονο παντού κι εκείνη δεν πτοήθηκε. Συνέχισε. Τον ήθελε και θα τον είχε. Κι έτσι μπήκαν στην τελική ευθεία στο δωμάτιό του. Γυμνώθηκε από όλα τα ρούχα της. Φόρεσε το σώμα του επάνω της καθώς ξάπλωνε στο κρεβάτι και άφησε όλο το αίμα του να την ποτίσει. Ήταν το κομμάτι του που θα έμενε για πάντα επάνω της. Ανεξίτηλο, όσες φορές και να το ξέπλενε κάτω από ένα ντους. Θα ήταν το δικό του στοιχείο που πλέον ξεπερνούσε οποιαδήποτε κύματα ερτζιανά και τηλεοπτικά, ηχητικά και οπτικά και γινόταν πια ένα κομμάτι δικό της.

Απίστευτο που κανείς δεν υποπτεύθηκε τις κινήσεις της. Τις πράξεις της. Τις σκέψεις της. Η Τζούλι ήταν πάντα μοναχική. Από μικρό παιδί. Μεγάλωνε με είδωλα, με ινδάλματα. Το όνειρό της ήταν να ζήσει κοντά σε ένα από αυτά. Να πάρει λίγη από τη δική του λάμψη. Αυτήν που στερήθηκε μικρό παιδί κλεισμένη σε ένα δωμάτιο γεμάτο αφίσες, μουσικές και σκόρπια όνειρα. Χωρίς φίλους. Χωρίς μεγάλους έρωτες. Και τώρα, φθάνοντας τόσο κοντά στο όνειρό της, με αφάνταστη ευκολία το έκανε ολοδικό της. Έβγαλε από την τσάντα της ένα κουτό ντε τουρ. Ίσα που χωρούσε μέσα στην τσάντα της,  το κρατούσε ευτυχώς κρυμμένο καλά. Πεντακάθαρο, γυαλιστερό, έλαμπε στο φως του φεγγαριού. Θα ορκιζόταν πως στη λεπίδα του είδε το λαμπερό της αστέρι να φαντάζει χαμογελαστό καθώς αντανακλούσε στον ξάστερη βραδιά. «Μάτια στον Καθρέφτη». Και αμέσως η φωνή της έπιασε το ρυθμό της μελωδίας. Το αποφάσισε, αυτό θα ήταν το δικό τους τραγούδι για πάντα. Οι κινήσεις της ήταν γρήγορες και χειρουργικές. Όχι απότομες. Μεθοδικές. Η μοναξιά δεν ήταν επιλογή. Αρκετά έμεινε μονη.  Έπρεπε να απογειωθεί εκεί ψηλά μαζί του. Δε θα της ξαναξέφευγε ποτέ.