TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Μαύρο φόντο

Μαύρο φόντο

Πρώτη φορά, τον είχα δει να στέκεται πάνω από έναν φρεσκοσκαμμένο λάκκο, με μία σκουριασμένη τσουγκράνα στο ένα χέρι και να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το άλλο. Τα γκρίζα του μαλλιά είχαν κολλήσει στο κρανίο του, το σακάκι έμοιαζε βαρύ, ζεστό, το πουκάμισο του τον έπνιγε.
Δε με παρατήρησε, είχα κρυφτεί διακριτικά πίσω από τον κορμό του δένδρου στην αυλή μας και τον χάζευα. Είχα ακούσει πολλά για τον κυρ – Στέλιο, τα περισσότερα ακροβατούσαν ανάμεσα σε φήμες και δεισιδαιμονίες. Αφού είχε πάρει κάποιες πολύτιμες ανάσες, είχε συνεχίσει το σκάψιμο, αγνοώντας τον φανερό πόνο στα χέρια του. Λες κι ήθελε να βρει κάποιον πολύτιμο θησαυρό.
«Έχει περάσει δύσκολα ο κυρ – Στέλιος, κορίτσι μου. Μην τον ξεσυνερίζεσαι, καλός είναι», μου έλεγε η μητέρα μου όποτε την ρωτούσα για τον γείτονά μας. Κοιτούσε από το παράθυρό της, πίνοντας το χλιαρό τσάι της και διαβάζοντας ένα τεράστιο βιβλίο. Εμένα δε μου φαινόταν για άνθρωπος που είχε περάσει δύσκολα, απλά σαν ένας παράξενος, μονόχνοτος και περίεργος γέρος.

Αποκομμένος τελείως από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή εκτός του σπιτιού του, σπάνια τον έβλεπα να βγαίνει από το σπίτι κι αυτό για τα απολύτως απαραίτητα. Κάποιες φορές, καθόταν στο παράθυρο του που έβλεπε στην πίσω αυλή μας και χάζευε τ’ αστέρια. Δεν ξέρω αν με είχε πάρει χαμπάρι που τον παρατηρούσα αλλά δεν το είχε δείξει ποτέ. Αυτό όμως που μου έκανε την περισσότερη εντύπωση, ήταν η ιεροτελεστία που ακολουθούσε κάθε τελευταία μέρα του χρόνου.
Λίγο πριν σουρουπώσει, έβγαινε στην πίσω αυλή του σπιτιού του, κουβαλώντας μία φωτογραφική μηχανή κι ένα μεγάλο τρίποδο. Διέσχιζε τον κήπο του, βαριανασαίνοντας από το βάρος, κι έμπαινε στην μικρή αποθηκούλα που είχε στο τέλος του κήπου. Δεν είχα ιδέα τι είχε εκεί μέσα, πάντα ήταν κλειστή με λουκέτο κι ήταν το μοναδικό σημείο της αυλής που ήταν αφρόντιστο.
Η μητέρα μου είχε θυμώσει που μου είχε γίνει εμμονή ο κυρ – Στέλιος και μου είπε να τον αφήσω στην ησυχία του και να αρχίζω να ασχολούμαι με άλλα πράγματα της ηλικίας μου. Κάτι όμως με τραβούσε πάνω του, στην περιέργειά του, στην απομόνωσή του. Φοβόμουν να πάω να του μιλήσω, κι αν με ξάφνιαζε και με χτύπαγε με αυτήν την τεράστια τσουγκράνα του;

Πέντε χρόνια πριν συνέβη κάτι που με είχε ταράξει πολύ. Μαζί με τη φωτογραφική και το τρίποδο του, τον είχε ακολουθήσει και μία μαυροντυμένη κοπέλα. Δεν είχα καταφέρει να δω τα χαρακτηριστικά της, έμοιαζε νέα, με ένα μαύρο φόρεμα κι ένα δαντελωτό σάλι να τυλίγει τη πλάτη της. Στο κεφάλι φορούσε ένα καπέλο, παλιό, βικτωριανής εποχής. Μετά από μία ώρα περίπου, τους είδα να βγαίνουν από την αποθήκη, ο κυρ – Στέλιος να δίνει χρήματα στην κοπέλα κι αυτή να φεύγει από την πίσω πόρτα της αυλής.
Το είχα αναφέρει τρέχοντας στη μαμά μου όπου ακόμα κι εκείνη παραξενεύτηκε. Εκεί συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει ένα τεράστιο λάθος.
Δεν άργησε να γίνει το πρώτο θέμα στη γειτονιά.
«Ο κυρ – Στέλιος αποφάσισε να γίνει μπερμπάντης στα γεράματα».
«Γρήγορα ξεπέρασε την απώλεια της γυναίκας του».
«Μα δεν ντρέπεται, με νεαρές κοπέλες; Στην αποθήκη; Θα έπρεπε να καλέσουμε την αστυνομία».
Όσο τα άκουγα τόσο θύμωνα με τον εαυτό μου και την μάνα μου. Είχα γίνει η αιτία να βγει κάθε είδους βρώμα για τον ξένο άνθρωπο όπου στην τελική μπορεί απλά να ήθελε λίγη παρέα παραπάνω. Τα χρόνια πέρασαν, η ιεροτελεστία συνεχίστηκε, περισσότερες κοπέλες εμφανίστηκαν, πάντα ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο.
Μέχρι που έφτασε η 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Τα σχέδια που είχα για την αλλαγή του χρόνου με τον Νίκο είχαν ακυρωθεί κι η διάθεσή μου είχε πέσει στα πατώματα. Νευριασμένη, όσο κι απογοητευμένη, τσάκιζα κι άπλωνα το φόρεμα που είχα αγοράσει ειδικά γι’ αυτήν την βραδιά. Καθόμουν στο σαλόνι, μόνη μου, κι έπινα νωχελικά ένα ποτήρι κρασί. Μέχρι που τον είδα. Ο ήλιος είχε ήδη πέσει – πρώτη φορά που είχε αργήσει – αλλά να ‘σου τον με την μηχανή και το τρίποδο. Πίσω του, μία κοπέλα, σαν όλες τις άλλες. Η συγκεκριμένη όμως έμοιαζε λίγο πιο… δισταχτική. Κάτι σαν να την τρόμαζε, δύο φορές πήγε να φύγει κι ο κυρ – Στέλιος την είχε παρακαλέσει να μείνει, δίνοντάς της χρήματα μπροστά.
Λίγο η ηλίθια περιέργειά μου, λίγο το ξενέρωμα που είχα μείνει μέσα παραμονή πρωτοχρονιάς, αποφάσισα να τους ακολουθήσω.
Βγήκα στην πίσω αυλή μας, έφτασα στον φράχτη του κυρ Στέλιου, κι όσο ο ίδιος προσπαθούσε να πείσει την κοπέλα να μείνει, τρύπωσα σε έναν θάμνο κοντά στην μικρή αποθήκη. Όταν τελικά άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα, βγήκα από την κρυψώνα μου και πλησίασα. Το λουκέτο το είχε πάρει μαζί του και δοκίμασα δειλά δειλά το πόμολο. Η πόρτα άνοιξε με ένα ελαφρύ τρίξιμο κι εγώ μαζεύτηκα. Κοίταξα γύρω μου, το σκοτάδι είχε πέσει για το καλά, το κρύο του Δεκέμβρη με περόνιαζε κι είχα δύο επιλογές. Ή θα επέστρεφα στο σπιτάκι μου να πιω το υπόλοιπο κρασί μέχρι να γίνω λιώμα, μόνη, στο πάτωμα, ή θα προχωρούσα για να λύσω επιτέλους αυτό το χρόνιο αίνιγμα.

Μπήκα μέσα και στάθηκα, καταπίνοντας ακόμα και την ανάσα μου. Η αποθηκούλα εξωτερικά έμοιαζε σα μία μικρή, εξωτερική τουαλέτα, αλλά μέσα είχε μία έκπληξη που παραλίγο να με κάνει να προδώσω την παρουσία μου. Μία μεγάλη σκάλα οδηγούσε σε ένα σκοτεινό υπόγειο, λες και κάποιος είχε ανοίξει μία μεγάλη τρύπα στη Γη. Άκουσα ψίθυρο από το βάθος της σκάλας, μάζεψα το φόρεμά μου κι έκανα ένα βήμα στο πρώτο σκαλοπάτι. Ψηλαφώντας με τα δάχτυλα στα τοιχώματα, άρχισα να κατεβαίνω κοιτώντας συνέχεια πίσω μου. Η πόρτα ήταν λίγα βήματα μακριά, γιατί δεν έφευγα από εκείνο το τρομαχτικό μέρος; Κι εκεί που ήταν έτοιμη η λογική να υπερισχύσει, να στήσει χορό και να μου δώσει φτερά στα πόδια, άκουσα το πρώτο κλικ
«Ωραία, γύρνα πλάτη τώρα», άκουσα τον κυρ – Στέλιο να λέει με μία βραχνή φωνή.
Δεύτερο κλικ.
«Τέλεια. Στάσου λίγο ακίνητη τώρα με αριστερό προφίλ».
«Κύρ… κυριε Στέλιο, τε… τελειώνουμε;» άκουσα μία γυναικεία φωνή που έτρεμε.
Τρίτο κλικ.
Κατέβηκα κι άλλο τα σκαλοπάτια, φοβούμενη για το τι θα συναντήσω. Αν ο κωλόγερος τελικά παρέσερνε γυναίκες και τις εκμεταλλευόταν, θα του έφερνα το τακούνι στο κεφάλι. Φτάνοντας κάτω στάθηκα κι αντίκρισα το παράξενο θέαμα.
Μπροστά μου απλωνόταν ένας μεγάλος, άδειος χώρος, με εξαίρεση ένα τραπέζι στον απέναντι τοίχο, τον κυρ Στέλιο ανάμεσά μου που έβγαζε φωτογραφίες και την μαυροντυμένη κοπέλα να στέκεται μπροστά από το τραπέζι. Στο χέρι της κρατούσε ένα σπαθί. Τριγύρω, στους τοίχους, κολλημένες φωτογραφίες με διάσπαρτες ημερομηνίες πάνω. Όλες τραβηγμένες στις 31 Δεκεμβρίου των προηγούμενων ετών. Κοπέλες παρόμοιας εμφάνισης, κι όμως διαφορετικές. Σε ίδιες πόζες, στο ίδιο μοτίβο, με την ίδια σειρά. Κρατήθηκα για να μην προδώσω τη θέση μου κι έμεινα να παρακολουθώ εκστασιασμένη.
«Τελειώσαμε… σε ευχαριστώ πολύ», είπε ο κυρ – Στέλιος κι έσκυψε να πάρει ανάσες. Φαινόταν δέκα χρόνια πιο γέρος από την τελευταία φορά που τον είχα δει. Η κοπέλα τον πλησίασε, της έδωσε κι άλλα χρήματα κι έτρεξε να φύγει από εκεί μέσα, ανεβαίνοντας δύο δύο τα σκαλιά. Ο κυρ – Στέλιος σηκώθηκε, πλησίασε το τραπέζι και χάιδεψε απλά με το χέρι του την επιφάνειά του. Μετά πήγε στη φωτογραφική, έβγαλε τις φωτογραφίες από μέσα και τις κούνησε δυνατά στο χέρι του για να εμφανιστούν.
Ξεκίνησε να τις κολλάει στον τοίχο, ώσπου καθώς κοίταζε την τελευταία, γούρλωσε τα μάτια του κι έπιασε το μέτωπό του. Έπεσε στο πάτωμα, βγάζοντας δυνατές κραυγές, όσο η φωτογραφία αιωρούταν μέχρι που κατέληξε στο δάπεδο δίπλα του. Ετοιμαζόμουν να τρέξω να τον βοηθήσω μέχρι που μία τρομακτική βοή συντάραξε όλο το υπόγειο. Έκλεισα τ’ αυτιά μου, το βλέμμα μου θόλωσε κι άρχισα να ψάχνω την έξοδο. Ο κυρ – Στέλιος με είδε, άπλωσε το χέρι του αλλά κάτι τον τίναξε στον τοίχο πίσω του – λες κι ένα αόρατο χέρι γίγαντα του είχε ρίξει ένα χαστούκι.
Ανέβηκα τα σκαλιά, όρμησα στην έξοδο κι έτρεξα ως το σπίτι μου με το στήθος μου να καίει και την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο.

Πέρασαν αρκετές μέρες για να πάρει χαμπάρι η γειτονιά ότι ο κυρ – Στέλιος είχε πεθάνει. Δε μίλησα σε κανέναν για όσα είχα δει, δε μιλούσα σε άνθρωπο βασικά για μέρες. Η μητέρα μου είχε ανησυχήσει, εγώ της έλεγα απλά ότι είχα χωρίσει με τον Νίκο κι ήμουν χάλια ψυχολογικά. Τον βρήκαν τελικά κάποιοι γείτονες, στην αποθήκη του, δίπλα στη μηχανή και το τρίποδό του. Δεν βρήκαν καμία φωτογραφία κολλημένη στον τοίχο, το υπόγειο ήταν άδειο με εξαίρεση ένα παλιό τραπέζι κι ένα ψεύτικο σπαθί.

Στην κηδεία ήρθαν ελάχιστοι. Κυρίως οι περίεργοι γείτονες που τον κουτσομπόλευαν, κάποιες γριές από την εκκλησία, η μαμά μου κι εγώ. Κοιτούσα, με κενό βλέμμα και χωρίς δάκρυα, το σκληρό χώμα μπροστά μου. Τα όνειρά μου τελευταία ήταν μπερδεμένα, περίεργα. Μαύρα πέπλα και μαύρα ρούχα έκαναν την εμφάνισή τους, με έπνιγαν και με περικύκλωναν σε ένα κλειστό δωμάτιο.
Αισθάνθηκα κίνηση. Κοίταξα τριγύρω, είχαν μείνει ακόμη λιγότεροι από πριν. Το φέρετρο του κυρ – Στέλιου μπήκε στον τάφο κι οι άνδρες του νεκροταφείου άρχισαν να φτυαρίζουν.
Τότε έπεσε ένα άσπρο λουλούδι στον λάκκο.
Κοίταξα δεξιά κι είδα μία μαυροντυμένη γυναίκα να στέκεται στη μία άκρη.
Ένα δεύτερο λουλούδι έπεσε.
Μία δεύτερη μαυροντυμένη γυναίκα, πανομοιότυπη με την πρώτη, στεκόταν στην άλλη άκρη.
Τρίτο λουλούδι, τέταρτο, πέμπτο.
Κι άλλες γυναίκες, πέντε στο σύνολο, εμφανίστηκαν γύρω από τον λάκκο.
Έσφιξα το χέρι της μάνας μου, μου φώναζε αν είμαι καλά, τα αυτιά μου είχαν βουλώσει, δεν άκουγα – έβλεπα όμως; τι έβλεπα; – και τότε όλες μαζί οι γυναίκες σήκωσαν το κεφάλι τους και με διαπέρασαν με το παγωμένο βλέμμα τους, χαμογελώντας.
Οι κοπέλες από τις φωτογραφίες του υπογείου.
Έβγαλα μία δυνατή κραυγή και τότε όλα σκοτείνιασαν.

 

 

Η φωτογραφία είναι ιδιοκτησία της Αντωνίας Κατσαρού

https://antoniakatsarou.blogspot.gr

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *