Ήταν μια συνηθισμένη Πέμπτη από εκείνες που επισκεπτόμουν τον παππού μου στο νεκροταφείο. Η μητέρα μου έκανε στάση να πάρει λουλούδια κι εγώ κατευθύνθηκα προς τον προορισμό μου. Φτάνωντας, αντικρύσα κάτι τελείως αλλόκοτο. Είδα μια κοπέλα να φοράει νυφικό και να περιφέρεται φωνάζοντας. Έμοιαζε να χει μασκαρευτεί για να τρομάξει κάποιον. Λες και βγήκε από κάποια ταινία τρόμου.

Ομολογώ πως γέλασα. Μου φάνηκε τραγελαφικό. Την προσπέρασα κι άρχισα να καθαρίζω τον τάφο του παππού μου. Ξαφνικά, μια φιγούρα έκρυψε τον ήλιο που ζέσταινε το πρόσωπο μου. «Συγνώμη, μήπως μπορώ να δανειστώ ένα καντήλι;» ψέλλισε. Σχεδόν δεν ακούστηκε. Ήταν εκείνη. Κι έμοιαζε εξαντλημένη.

Σήκωσα το βλέμμα μου κι αντίκρυσα ένα πανέμορφο μα και ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Τα μάτια της ήταν πρησμένα απ᾽ το κλάμμα. Φαινόταν άυπνη. Ήταν μουτζουρωμένη. Το νυφικό της, κουρελιασμένο. Τα μαλλιά της πλαισίωνε ένα στεφάνι με μαραμένα λουλούδια.

«Ναι, φυσικά» αποκρίθηκα κι έκανα να της δώσω το καντήλι. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση κι ευχαριστώ» είπε φεύγοντας. «Στάσου, μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;» Γύρισε προς το μέρος μου κι έγνεψε θετικα. «Με όλο το θάρρος, αλλά γιατί κυκλοφορείς έτσι ντυμένη μέσα στο νεκροταφείο; Είναι λίγο αλλόκοτο». Διότι είμαι και περίεργη και αγενής.

Ήρθε και κάθισε κατάχαμα χωρίς να την νοιάζει αν θα λερωθεί. Άρχισε να κλαίει. «Συγνώμη, εγώ δεν ήθελα… συγνώμη» Ένιωσα τόσο άσχημα που έκλαψε εξ᾽ αιτίας μου. Ζήτησε ένα τσιγάρο κι έμεινε σιωπηλή για περίπου πέντε λεπτά.

Στο ένα χέρι κρατούσε το τσιγάρο ρουφώντας τζούρες απανωτά, ενώ με το άλλο έπαιζε με τα μαλλιά της. Κοιτούσε εμένα αλλά και πέρα από εμένα. «Ξέρεις, όλα τα κορίτσια περιμένουν την ημέρα του γάμου τους. Ακόμα και οι πιο φανατικές εναντίον του, την περιμένουν. Στόλισμα, νυφικό, μακιγιάζ, οι φίλες που ζηλεύουν, οι φίλες που χαίρονται. Αυτός στην εκκλησία να χαμογελάει…»

Δεν κατάλαβα πότε τελείωσε το τσιγάρο της και της είχα ανάψει και δεύτερο. Κύλησαν δάκρυα και δεν τα σκούπισε. Τ᾽ άφησε να πέσουν στο ήδη λερωμένο νυφικό της. Έστρεψε το βλέμμα της το χώμα. «Στο bachelor μιλήσαμε πριν βγούμε με τις παρέες μας. Κάναμε πλάκα πως ήταν η τελευταία μέρα της ελευθερίας μας. Εκείνος με την παρέα του κατέβαζε μπουκάλια αλκοόλ κι εγώ με τα κορίτσια μου τραγουδούσαμε πάνω σε τραπέζια. Μαλακίες. Έπρεπε να μείνουμε στο κρεβάτι μαζί και να κοιτάμε το ταβάνι. Να κάνουμε όνειρα. Με φαγητό απ᾽ έξω. Και να πάνε να γαμηθούν τα έθιμα…»

«Οι ετοιμασίες, πολλές. Η μητέρα μου να τραγουδά «σήμερα γάμος γίνεται», οι φίλες μου να γράφουν τα ονόματά τους κάτω απ᾽ τα γοβάκια μου για να δουν ποιανής θα σβήσει πρώτο και ποια έχει σειρά. Η κομμώτρια και η μακιγιέζ πεσμένες πάνω μου κι εγώ να ονειρεύομαι το ταξίδι του μέλιτος. Είχαμε κλείσει και τα εισητήρια. Όλα ήταν τόσο ιδανικά.» Γύρισε το βλέμμα της στο κενό.
«Φόρεσα το υπέροχο νυφικό που διάλεξα μαζί με την αδερφή σου. Όσο πλησίαζε η ώρα αγχωνόμουν όλο και περισσότερο, μα ανυπομονούσα να φτάσω στην εκκλησία και να γίνω κι επίσημα γυναίκα σου.»

Γύρισε και με κοίταξε. Μου περιέγραφε τις σκηνές και χαμογέλασε προς στιγμήν.
«Το κινητό μου δε χτυπούσε κι ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω, αλλά έφτασε η ώρα να πάω στην εκκλησία. Μπήκα στο αμάξι του αδερφού μου και κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί. Ήμουν ενθουσιασμένη και χαρούμενη. Ζήτησα απ᾽ τον αδερφό μου να κάνουμε κύκλους γύρω απ᾽ την εκκλησία για να τον πειράξουμε. Να δείξω πως την κάνω τελευταία στιγμή και τον αφήνω σύξυλο. Άλλωστε, έτσι κάνουν οι νύφες.»
Ξαφνικά πάγωσε. Το ύφος της άλλαξε. Το βλέμμα της, σκοτείνιασε.

«Κανένας δεν ήταν χαρούμενος. Κανένας δε συμμεριζόταν τη χαρά μου. Ήμουν ενθουσιασμένη και έψαχνα να τον δω στα σκαλιά. Δεν ήταν. Φίλοι και συγγενείς είχαν κατεβασμένα πρόσωπα. Είδα κλαμένα μάτια. Είδα την κουμπάρα μου να τρέμει. Κατέβηκα απ᾽ το αμάξι και τους πλησίασα. Δε μιλούσε κανείς. «Γιατί είστε έτσι; Γιατί δε γελάτε; Πού είναι ο Άγγελος;» Είδα τη μητέρα μου να σιγοκλαίει σε μια γωνιά. «Λυπάμαι, κορίτσι μου.» «Γιατί κλαίτε όλοι; Πού είναι ο Άγγελος, γαμώτο;»

«Τελικά δεν έσβησε το όνομα καμιάς απ᾽ τα γοβάκια. Μονάχα το δικό του όνομα σβήστηκε…»

Την έπιασαν τ᾽ αναφιλητά. Δεν ήθελε να μιλήσει άλλο. «Ευχαριστώ για το χρόνο σου» πέταξε ξερά κι έφυγε.

Δεν μπορούσα να κουνηθώ απ᾽ τη θέση μου. Είχα σαστίσει. Δεν ήξερα πώς να φερθώ.Ο ήλιος είχε δύσει και μονάχα το ελάχιστο φως απ᾽ τα καντήλια έσπαγε το σκοτάδι. Τη νεκρική σιγή δεν την κάλυπτε τίποτα. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει για τα καλά.

Εκείνη, στεκόταν πάνω απ᾽ τον τάφο του. Χάιδευε την κορυφή της μαρμάρινης πλάκας σαν να χαιδεύει τα μαλλιά του. Κάθισε στην άκρη του τάφου με τέτοιο τρόπο λες και καθόταν στα πόδια του. Του μιλούσε σαν να βρισκόταν στην αγκαλιά του κάτω απ᾽ τον έναστρο ουρανό.

«Τι έχεις παιδάκι μου;» με ρώτησε η μητέρα μου όταν με έιδε να βγαίνω κλαμμένη απ᾽ το νεκροταφείο. «Μαμά, όταν παντρευτώ δε θα κάνω bachelor. Δε θα χάσω ούτε μια στιγμή με τον αγαπημένο μου. Ούτε μία, εντάξει;» Με κοιτούσε αποσβολωμένη. Με αγκάλιασε απαλά και φύγαμε περπατώντας.

Λυπήθηκα που γέλασα μαζί της στην αρχή. Δεν ήξερα. Αλλά ποτέ δεν ξέρουμε γιατί αποκτά ο καθένας μια αλλόκοτη συμπεριφόρα. Ο πόνος δεν μπαίνει σε καλούπια. Δεν έχει ταμπέλες. Ούτε οδηγίες χρήσης. Απλά βγαίνει στον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Φωνάζοντας, αγκομαχώντας, στα γόνατα, στο πάτωμα. Είτε βουβά είτε αθόρυβα. Και δεν μπορεί κανείς, ποτέ μα ποτέ να καταλάβει ότι πονάς.