Με δύο μάνες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γεια σου μητέρα, είπε η Ελπίδα και άναψε κερί στον τάφο της μάνας της. Κάθισε λίγο σκεπτική, έκλαψε και πήγε στον διπλανό τάφο. Γεια σου και σένα μαμά, είπε και έκλαψε ξανά.

Η Ελπίδα είχε δύο μάνες. Και αγαπήθηκε εξίσου και από τις δύο. Τις έζησε, τις αγάπησε και τις φρόντισε μέχρι το θάνατο τους. Αναστασία και Ελένη. Δύο γυναίκες που δέθηκαν βαθιά. Η Αναστασία στα 18 παντρεύτηκε τον αδελφό της Ελένης. Σύντομα απέκτησε το πρώτο της παιδί. Στο μεταξύ η Ελένη ήδη παντρεμένη έφυγε στην Αμερική με τον άνδρα της.
Ο άνδρας της Ελένης ήταν καλός άνθρωπος και ο γάμος τους ήταν από έρωτα μεγάλο. Η Ελένη ήθελε παιδιά. Πολλά. Του το είχε πει. Εκείνος ήξερε πως δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Αλλά δεν της το είπε από φόβο πως εκείνη δεν θα τον παντρευτεί. Ναι ήταν μεγάλο το μυστικό. Μάταια για χρόνια η Ελένη προσπαθούσε να βρει άκρη. Ώσπου μια μέρα ανάμεσα στα χαρτιά βρήκε ένα χαρτί από το στρατό. Μαγουλάδες, στειρότητα. Ο κόσμος της κατέρρευσε. Αγαπούσε τον άνδρα της βαθιά, αλλά ένιωθε πως την είχε προδώσει. Ήθελε χρόνο μακριά του. Γύρισε στην Ελλάδα. Στους γονείς και στον αδελφό της. Με την Αναστασία πάντα είχαν άριστες σχέσεις. Όταν γύρισε την βρήκε έγκυο στον πέμπτο μήνα, να περιμένει το δεύτερο παιδί της.

Από τη μια χάρηκε βαθιά, από την άλλη όμως θλίψη γέμισε την καρδιά της. Ήθελε και εκείνη παιδί. Η Αναστασία πονούσε βαθιά βλέποντας την να υποφέρει. Την ένιωθε την Ελένη σαν αδελφή της. Ένιωθε τον πόνο της. Ένιωσε τύψεις και ενοχές που εκείνη είχε παιδιά. Ένα βράδυ με πόνο ψυχής της είπε “Όταν γεννήσω θα σου δώσω το παιδί μου!”. Η Ελένη για ώρα έμεινε να την κοιτάζει. Άρχισε να κλαίει και έπεσε στα πόδια της. Την ρώτησε αν είναι σίγουρη αν πραγματικά το εννοεί. “Ναι” της είπε εκείνη. Θα της έδινε το παιδί. Οι μήνες πέρασαν και η Αναστασία γέννησε τον δεύτερο γιο της. Γέννησε δύσκολα και πρόωρα. Το παιδί ήταν άρρωστο και σίγουρα δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Ένα χρόνο πάλευαν να το κρατήσουν στη ζωή. Όταν συνήλθε είχε ήδη μεγαλώσει η Αναστασία πλέον δεν μπορούσε με τίποτα να το δώσει. Πονούσε όμως για την Ελένη.

“Θα κάνω άλλο παιδί” της είπε “και θα στο δώσω”.

Και έμεινε έγκυος και πάλι. Οι μήνες πέρασαν και η θλίψη των δύο γυναικών μεγάλωνε. Χαρά και λύπη εξίσου η καθεμία για την άλλη. Η Αναστασία γέννησε ένα κοριτσάκι που πάντα ήθελε. Αλλά ο λόγος της ήταν συμβόλαιο. Με την ψυχή της να διαλύεται έδωσε την κόρη της σχεδόν αμέσως στην Ελένη. Και η μικρή Ελπίδα ταξίδεψε στην Αμερική. Η Αναστασία έσπασε στα δύο, διαλύθηκε και αυτή και ο άνδρας της. Η πεθερά της που ήταν αντίθετη εξ αρχής με όλο αυτό την παρότρυνε. “Κάνε ένα ακόμα, αφού έκανες κορίτσι θα ξανακάνεις.” Και η Αναστασία έμεινε έγκυος και πάλι. Γέννησε ξανά αγόρι αυτή τη φορά.

Στο μεταξύ η Ελπίδα μεγάλωνε στην Αμερική. Είχε δύο γονείς που την λάτρευαν σαν θεά. Κυριολεκτικά. Μεγάλωνε και γνώριζε πως πίσω στην Ελλάδα έχει τους θείους της και τα ξαδέλφια της. Τα αγόρια στην Ελλάδα ήξεραν την αλήθεια. Είχαν πάντα μια λαχτάρα για την αδελφή τους. Έγραφαν γράμματα και πάντα τα ξεκινούσαν ως αγαπημένη μας ξαδέλφη.
Στα 16 της η Ελπίδα έμαθε την αλήθεια. Της το είπαν. Χαρά γέμισε την ψυχή της. Είχε 3 αδέλφια. Ωστόσο έγινε κάτι που κάνεις δεν περίμενε. Έχασε τον πατέρα της ξαφνικά από καρδιά. Η Ελένη έμεινε χήρα. Φόβος πλημμύρισε την καρδιά της. Αν πάθαινε κάτι εκείνη τι θα γινόταν με την κόρη της. Ο αδελφός της αμέσως της είπε έλα πίσω. Εκείνη πούλησε τα πάντα και μαζί με την Ελπίδα ξεκίνησαν για την Ελλάδα. Ο αδελφός της είχε ήδη αγοράσει οικόπεδο δίπλα από το δικό του να τους το κάνει δώρο σε περίπτωση που θέλουν να χτίσουν σπίτι.

Τα αδέλφια περίμεναν πως και πως να δουν για πρώτη φορά την αδελφή τους. Η Αναστασία δεν πήγε στο αεροδρόμιο. Ένιωθε από την μία λαχτάρα και από την άλλη ντροπή. Τι θα έλεγε στο παιδί της; Πως θα την έβλεπε; Όταν έφτασαν στο σπίτι μόλις την είδε να μπαίνει στην αυλή η Αναστασία λιποθύμησε από συγκίνηση.

Τελικά κανείς δεν είπε τίποτα. Η Ελπίδα και η Ελένη έμειναν μαζί τους. Έχτισαν σπίτι. Έγιναν οικογένεια. Η Αναστασία κάθε μέρα της ζητούσε ταπεινά συγνώμη και η Ελπίδα την αγκάλιαζε και της έλεγε “θεία μην ζητάς συγνώμη.” Η Ελένη κάθε μέρα φιλούσε το χέρι της Αναστασίας και της έλεγε “ευχαριστώ” και εκείνη την κοιτούσε με αγάπη και της έλεγε “εγώ σε ευχαριστώ που μεγάλωσες σωστά την κόρη μας.”

Τα χρόνια πέρασαν η Ελπίδα παντρεύτηκε όπως και τα αδέλφια της, έκαναν παιδιά και έμεναν όλοι μαζί στην ίδια γειτονιά. Όταν απέκτησε το πρώτη της παιδί είπε για πρώτη φορά την Αναστασία μαμά. Όχι από υποχρέωση. Το ένιωσε. Η Ελπίδα μόλις είχε γίνει πενήντα ετών όταν η Ελένη μεγάλη πλέον, αδύναμη και με πολλά προβλήματα υγείας έπεσε στα κρεβάτια. Η Αναστασία δεν έφυγε λεπτό από κοντά της. Η Ελπίδα την φρόντιζε συνέχεια. Λίγο καιρό μετά η Ελένη έφυγε από τη ζωή. Λίγα χρόνια μετά έφυγε και η Αναστασία. Η Ελπίδα ένιωσε τότε μεγαλύτερη οδύνη. Γιατί έχασε και τις δύο. Ένιωσε πραγματικά ορφανή. Αγάπησε και τις δύο, όπως την αγάπησαν και εκείνες και όπως και μεταξύ τους αγαπήθηκαν. Σήμερα η εγγονή της Ελπίδας έχει πάρει τα ονόματα τους.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook