Mια Δευτέρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν μια κλασική, βαρετή και αφόρητα ζεστή Δευτέρα. Από εκείνες που δε θέλεις να ξεκουνηθείς από το κρεβάτι σου, που θέλεις να σαπίσεις στο δωμάτιο σου με το ερκοντίσιον στους 16 και να ξαπλώσεις στο πάτωμα για να νιώσεις πως βρίσκεσαι στην κατάψυξη.( Αχ, τι ωραία αίσθηση!)
Δυστυχώς, όμως, έπρεπε να πάει στη δουλειά. Έτσι, φόρεσε το τζινάκι και το λευκό της t-shirt και ξεκίνησε για τον ηλεκτρικό. Έσταζε από τον καύσωνα και είχε απηυδήσει με την ιδρωτίλα που της έκαιγε τα ρουθούνια. «Άλλη μια στάση και θα τελειώσει το μαρτύριο» σκέφτηκε.
Καθώς –επιτέλους- αποβιβαζόταν από το βαγόνι της, ένα παλικάρι της έκλεισε το δρόμο. «Excuse me lady, can you please explain me how to get at the port?» Ουφ, εσύ μας έλειπες τώρα, δε βαριέσαι προς τα εκεί πάω κι εγώ, έλα. «Yes, follow me» αποκρίθηκε κι έσκασε ένα μικρό χαμόγελο.
Στη μικρή διαδρομή που ακολούθησε, δεν άλλαξαν κουβέντα. Έφτασαν στο λιμάνι κι ενώ εκείνη περίμενε το λεωφορείο της για τη δουλειά, εκείνος αποφάσισε να της κάνει παρέα για να της ανταποδώσει τη μικρή χάρη. «So, where are you from? Are you Greek?» ξεκίνησε εκείνος θέλοντας να σπάσει τον πάγο. Εκείνη, με τα λίγα αγγλικά που γνώριζε, αποκρίθηκε θετικά και κάπως έτσι, με τη σειρά της κι εκείνη, ρώτησε πράγματα για εκείνον.
Μπορεί να ζεσταινόταν πολύ, μπορεί να φοβόταν πως θ’ αργήσει στη δουλειά, μα της δημιουργούσε ένα ευχάριστο συναίσθημα η συζήτηση μαζί του, χωρίς να μπορεί ακριβώς να το προσδιορίσει. Έμαθε πως κατάγεται από την Αμερική, πως ήρθε στην Ελλάδα για ένα εθελοντικό project κι έμεινε περισσότερο για διακοπές. Έμαθε πως σπουδάζει γαλλική φιλολογία κι άλλα πολλά τέτοια.
Η αμηχανία την κατέκλυζε, αφού δεν μπορούσε να εκφραστεί όπως ακριβώς ήθελε λόγω της γλώσσας, μπορούσε ναι μεν να συνεννοηθεί, αλλά λίγα πράγματα. Ίσως είχε κοκκινίσει και λίγο νιώθοντας πεταρίσματα στο στομάχι της. Κοίταξε το ρολόι της. 09.45. «Γαμώτο, θ αργήσω και ποιος τον ακούει πάλι τον Ιάσωνα. Μας έχει πρήξει, θ’ αρχίσει την κατσάδα για περικοπές και μαλακίες», μονολόγησε.
«I’m sorry, I can’t understand you. Is everything ok? Did I say something that offended you?» Πού να καταλάβαινε το Αμερικανάκι. Τον καθησύχασε και του εξήγησε το πρόβλημά της. Ωραία τα έλεγαν και για να την κάνει να χαλαρώσει, άρχισε να της αφηγείται τις επεισοδιακές του διακοπές στην Νάξο. «Wanna see some photos from Naxos?» Ναι, ρε αμερικανάκι, δείξε μας την ομορφιά των νησιών μας και τρίψε μας στη μούρη ότι εσύ, από άλλη ήπειρο τ’ απολαμβάνεις ενώ εγώ, η νησιώτισσα, βρίσκομαι καλοκαιριάτικα καταμεσής του Πειραιά να ζεματίζομαι και να μυρίζω σκουπιδίλα. -Excuse me? -Ναι, show me να τελειώνουμε.
Ανοίγει το κινητό του και αρχίζει να γλιστρά το δάχτυλό του από τη μία άκρη της οθόνης στην άλλη, περνώντας μία-μία τις όμορφες εικόνες από το νησί. Όμως, ο ήλιος έπεφτε πάνω στο κινητό και δεν μπορούσε να τις δει καθαρά. «Come closer…» της είπε και προτού προλάβει να κουνηθεί είχε κολλήσει σχεδόν το πρόσωπό του στο δικό της με μοναδικό εμπόδιο ανάμεσά τους το κινητό.
Ποια Νάξος και ποια θάλασσα, ποιος καύσωνας και ποια δουλειά… εκείνη έβλεπε μόνο τα καστανοπράσινα, μεγάλα του μάτια να την κοιτάζουν τόσο έντονα που ένιωθε πως θα λιποθυμήσει. Ποια σκουπιδίλα, ποιος ιδρώτας… εκείνη αφουγκραζόταν μόνο τη μυρωδιά του. Μα πώς κατάφερνε με τόση ζέστη να μυρίζει τόσο όμορφα. Το χέρι του παραμέρισε το κινητό κι άγγιξε τρυφερά τα μαλλιά της. «You are very beautiful, you know that…?» Τα χασε, δεν ήθελε και πολύ βέβαια.
Πλησίασε τα αφυδατωμένα από τη ζέστη χείλη της, την κοίταξε μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα που ένιωσε να της τρυπά το στήθος κι έμεινε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνη, είχε παραδοθεί πλήρως στη στιγμή, είχε μείνει στήλη άλατος κι ένιωθε πως η αναπνοή της έβγαινε με δυσκολία.
«Come with me, lady» είπε κι εκείνη ένιωθε πως θέλει να αφεθεί στα χέρια του, στα χείλη του, στο είναι του ολόκληρο. Από αμηχανία έστρεψε το βλέμμα κι είδε το λεωφορείο της να πλησιάζει. «I have to go. My bus…» αποκρίθηκε σχεδόν λυπημένα. Σήκωσε την τσάντα της από το πεζοδρόμιο και πλησίασε τις πόρτες του λεωφορείου.
«Wait.. where can I find you?» «I spend a lot of my time at this bus station, maybe you can see me here another time. Nice to meet you ehm, yeh.. Nice to meet you…»
Μπήκε στο λεωφορείο προσπαθώντας να συμμαζέψει τους παλμούς της που κόντευαν να σκίσουν το δέρμα της. Κάθισε στη θέση της και συνέχισε τη βαρετή μέρα της, μη μπορώντας να βγάλει αυτό το αγνώστου ονόματος Αμερικανάκι από το μυαλό της. Μη μπορώντας να σβήσει από τη μνήμη της τα καστανοπράσινα μάτια του, μη μπορώντας να βγάλει από τα ρουθούνια της τη διαπεραστική του μυρωδιά. Μη θέλοντας να ξεχάσει την εικόνα του κι έχοντας την ελπίδα πως θα τον ξανασυναντήσει σ’ εκείνο τα παγκάκι του λιμανιού περιμένοντας το λεωφορείο να γεμίσει ξανά ένταση μια βαρετή, καλοκαιρινή κι ανυπόφορη Δευτέρα…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook