– Παιδιά, έρχεται ο Hawking στην Ελλάδα, εδώ στο Πανεπιστήμιο. Πάμε να τον δουμε;
– Χο…-πώς-τον-είπες;! Ποιος είναι αυτός;
– Hawking. Δεν ξέρω ποιος είναι. Άκουσα μια παρέα φοιτητών του Φυσικού στην εστία που το σχολίαζαν. Το συζητούσαν πολύ έντονα και έλεγαν πως είναι «μεγάλο μυαλό» και πως είναι «εντελώς ανάπηρος».

Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή και χωρίς πολύ σκέψη το κανονίσαμε. Μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, είχαμε στο μεταξύ πληροφορηθεί πως ήταν ένας από τους σπουδαιότερους επιστήμονες και ένα από τα λαμπρότερα μυαλά που μπορεί να επιδείξει η ανθρωπότητα. Επίσης υπήρχε μια δεύτερη περιγραφή που πλαισίωνε την πρώτη. Πως είχε μεγάλο βαθμό κινητικής αναπηρίας. Η περιέργεια είχε απογειωθεί και η άγνοιά μας εξακολουθούσε να είναι μεγάλη.

Την ημέρα που θα δινόταν η διάλεξη, είχαμε ξεκινήσει ώρες νωρίτερα, για να έχουμε μια «καλή θέση». Η προνοητικότητα αυτή αποδείχθηκε σημαντική μιας και είχαμε την τύχη να βρισκόμαστε εντός του μεγάλου αμφιθεάτρου του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο. Εξωτερικά σε αίθριους χώρους με κατάλληλη διαμόρφωση είχαν στηθεί γιγαντοοθόνες με στόχο την αναμετάδοση της διάλεξης σε όσο περισσότερα άτομα ήταν δυνατόν.

Όσο πλησίαζε η ώρα, ο κόσμος αυξανόταν και έδειχνε πραγματικά πως είχε μεγάλη ανταπόκριση το κάλεσμα αυτό. Με έντονες συζητήσεις, με καλή διάθεση και –οφείλω να το ομολογήσω- με παντελή άγνοια του θεωρητικού υποβάθρου που χρειάζεται κάποιος για να παρακολουθήσει μια τέτοια διάλεξη, περιμέναμε την έναρξη. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο S. Hawking, το χειροκρότημα που πλανήθηκε στο αμφιθέατρο, ενώ παράλληλα μια γρήγορη ματιά στο σώμα εκείνο που φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένο, έκανε την καρδιά μας να σφίγγεται και κάπου εκεί να νιώθει ίσως και λίγο οίκτο για αυτόν.

Η διάλεξη άρχισε. Σιωπή απλώθηκε παντού. Η συνθετική φωνή μας ταξίδευε στα μονοπάτια του νου που ο ίδιος είχε ανοίξει πρώτος. Μια παρουσίαση της «Θεωρίας των Πάντων». Παρακολουθούσαμε με ενδιαφέρον παρόλο που ήμασταν Προπτυχιακοί Φοιτητές και όχι του Φυσικού. Η προσήλωση ήταν μεγάλη και προσπαθούσαμε να ακολουθήσουμε αυτό το ταξίδι. Ήταν όμως αναμενόμενο, ο καθένας από την παρέα μας, σταδιακά να χάνει την επαφή του με τις έννοιες λόγω του φτωχού μας επιστημονικού υπόβαθρου. Δεν παραιτηθήκαμε όμως. Μείναμε εκεί. Μας είχε καθηλώσει η προσήλωση, η συνθετική φωνή, το ταξίδι που ακούγαμε –κι ας μην το κατανοούσαμε πλήρως-, το σώμα εκείνο που έδειχνε να αντιστέκεται στην εξέλιξη ενός ανθρώπου με κάθε τρόπο. Η διάλεξη προχωρούσε. Το ακροατήριο εξακολουθούσε να κρέμεται από τα χείλη του Καθηγητή και πουθενά δε φαινόταν κανένα είδος «κόπωσης» του ακροατηρίου. Όλοι ήταν απλώς μαγεμένοι από αυτό που εξελισσόταν μπροστά τους. Στην τελευταία λέξη της διάλεξης, όλος αυτός ο φυλακισμένος θαυμασμός απελευθερώθηκε σε ένα χειροκρότημα έντονο, θερμό, παρατεταμένο. Ένα χειροκρότημα που είχε μια τόσο διαφορετική χροιά! Μιλούσε με το δικό του τρόπο, επικοινωνούσε όλες τις σκέψεις του ακροατηρίου ταυτόχρονα, ενώνοντάς τες σε ένα σύνολο που δείχνει να αναγνωρίζει την αξία του ομιλητή, δείχνοντας παράλληλα αποδοχή, σεβασμό, θαυμασμό. Μερικές στιγμές κρατούν αιώνια και ένα χειροκρότημα που προσπαθούσε να βάλει το δικό του στίγμα στο Χωροχρόνο. Το ακροατήριο είχε σηκωθεί όρθιο, χωρίς να σταματά, σαν να προσπαθούσε να φρενάρει το αναπόφευκτο. Κανείς δεν ήθελε να φύγει. Λίγο ακόμα ήθελαν όλοι, λίγο ακόμα. Αυτή η ζέση, η συγκίνηση, ο θαυμασμός και η αναγνώριση του Επιστήμονα που βρισκόταν μπροστά μας περνούσε μέσα από εκείνες τις στιγμές, τόσο που είδαμε όλοι έκπληκτοι να χαράσσεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπο αυτό, το τόσο διαφορετικό! Μια αγκαλιά μεγάλη ήταν εκείνος ο ήχος που είχε ενώσει όλο αυτόν τον κόσμο σε ένα ενιαίο σύνολο. Η συγκίνηση έτρεχε μέσα στους χτύπους της καρδιάς του καθενός μας. Είχαμε μεθύσει από τις στιγμές…

Η διάλεξη ολοκληρώθηκε με τον κάθε έναν συμμετέχοντα να παίρνει μαζί του κομμάτια του άλλου. Αποχωρούσαμε όλοι πλουσιότεροι, δεν ήμασταν πια οι ίδιοι άνθρωποι. Δαπανήσαμε χρόνο, κερδίσαμε σε πολλαπλά επίπεδα.

Στο νου μου ακόμα γυρίζει η εικόνα της πρότερης άγνοιας της παρέας μας. Πόσο θα ήθελα να είχα διαβάσει -πριν εκείνη τη μέρα- περισσότερα πράγματα και σε μεγαλύτερο βάθος για να έχω καταλάβει έστω και λίγες προτάσεις παραπάνω από εκείνη τη διάλεξη! Πόσο «μικρή» ήμουν, όταν απέναντι σε αυτόν τον κινητικά ανάπηρο άνθρωπο, ένιωσα
-πριν από εκείνη τη μέρα- οίκτο. Όχι! Δεν του αξίζει καμία λύπηση. Η αναπηρία του, του έθεσε αναμφισβήτητα, αναρίθμητα εμπόδια, όμως η δύναμη του νου αποδείχθηκε ασύγκριτα ισχυρότερη! Εκείνος εξακολουθούσε να υπηρετεί την επιστήμη ανοίγοντας νέους δρόμους, διατυπώνοντας νέες θεωρίες και χαράσσοντας επιστημονικά μονοπάτια με τη δύναμη ενός ανθρώπινου νου που αρνήθηκε να εγκλωβιστεί από οποιοδήποτε φυσικό εμπόδιο.

Ένας Άνθρωπος για να θαυμάζεις! Για πολλούς λόγους…