Δε ξέρω άμα είναι ο εγκέφαλος μου έτσι “καλωδιωμένος” ή απλά με εκπαίδευσα να μη θυμάμαι.

Λιγοστές οι αναμνήσεις,
να πιάνω πυγολαμπίδες και να τις τρίβω στην μπλούζα μου,
πίστευα έτσι θα “λάμπει” και η μπλούζα,
το βράδυ να γυρνάω με τον μπαμπά μου,
να χάνεται το χέρι μου στην χούφτα του και έτσι να τον κρατάω απλά απο το μικρό του δάχτυλο,
τόσο ήταν και το χέρι μου,
να κρεμιέμαι στα κάγκελα του παραθύρου σα τη μαϊμού και να του φωνάζω να μη με αφήσει πίσω ενώ έφευγε για τη δουλειά,
να παίζουμε “γάμο” με τα υπόλοιπα παιδιά στην κοινόχρηστη σκάλα που λειτουργούσε και σαν μπαλκόνι και να διαταράσσεται το παιχνίδι μας από έναν αιμόφυρτο άντρα που έτρεχε να ξεφύγει από έναν εξαγριωμένο όχλο που του πετούσε τούβλα.

Μετά από λίγο,
έχω την εντύπωση έφυγε ο μπαμπάς μου,
δε ξέρω πόσο διάστημα μεσολάβησε,
μέχρι να πάμε να τον βρούμε,
υπάρχει όμως μια φωτογραφία με την μαμά μου στη μέση και στα δεξιά και αριστερά της εγώ και ο αδελφός μου,
ήταν όμορφη η μαμά μου,
μα το βλέμμα μελαγχολικό,
φόραγε ένα μαργαριταρένιο κολιέ,
πόσο μου άρεσε εκείνο το μαργαριταρένιο κολιέ,
έστειλε εκείνη τη φωτογραφία στον μπαμπά μου,
να έχει κάτι να μας θυμάται.

Κάποια στιγμή ακολουθήσαμε,
κόσμος πολύς, ένα χάος, ένα συνονθύλευμα ανθρώπων,
να φωνάζουν, να χτυπιούνται,
εγώ στην αγκαλιά της και ο αδελφός μου κρεμασμένος στη φούστα της,
κράταγε πολλά χαρτιά στα χέρια και προσπαθούσε να συνεννοηθεί,
μα άλλη η μια γλώσσα και άλλη η άλλη.

Ένας άντρας με παραλλαγή να περνάει μέσα από μια τρύπα ενός σύρματος μια οικογένεια,
άγχος, φόβος.

2 παιδιά να παίζουν έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Πειραιά,
να μαζεύουν περιτυλίγματα από καραμέλες που πετούσαν οι περαστικοί (ήταν τόσο χρωματιστά και γυάλιζαν στον ήλιο),
να παίζουν με τα δάχτυλα των χεριών τους δημιουργώντας μικρά ανθρωπάκια κάτω από τα σεντόνια,
ένα μικρό χτυπημένο περιστέρι που το έτρεξαν στην μαμά τους να το περιθάλψει (ξέραν πως στην χώρα τους γιάτρευε τα ζώα),
ένα μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου με κοινόχρηστο μπάνιο,
πολλά χαμόσπιτα με ένα μόνο υπνοδωμάτιο,
μπάνιο με κρύο νερό μέσα σε μια πλαστική λεκάνη μεσ’το καταχείμωνο,
να φεύγει η μάνα πρωί και να γυρνάει βράδυ,
να λείπει ο μπαμπάς για μήνες και όταν γυρνάει τα μάτια του να είναι κατακόκκινα,
αίμα,
μετά το σχολείο διάβασμα επιπλέον με τις δασκάλες,
κλάμα γιατί κανένα παιδάκι δεν πλησίαζε.

Ασφαλώς είναι και άλλα,
μα δεν υπάρχει λόγος να τα εξιστορήσω ένα ένα.
Πέρασαν τα χρόνια,(όλα αυτά φαντάζουν τόσο μακρινά, τόσο “ξένα”)
βρήκα και έμαθα πως εκείνη η φωτογραφία με τη μαμά μου και εμάς στο πλάι της στόλιζε έναν τοίχο,
δίπλα από ένα ράντσο,
κάτω από μια σκάλα,
εκεί που δούλευε και ζούσε ο μπαμπάς μου μέχρι να έρθουμε,
τον ρώτησα με παιδική αφέλεια “μπαμπά τι έτρωγες αφού δεν είχες την μαμά να σου μαγειρεύει?”
“Αυγά” μου απάντησε “κάθε μέρα, η γυναίκα του αφεντικού μου έφτιαχνε αυγά,
αυγά βραστά,
αυγά μάτια,
αυγά ομελέτα…”
“Γιατί μπαμπά δε σου έφτιαχνε και κάτι άλλο;”

Σιωπή.

Ρώτησα την μαμά μου
“Που είναι μαμά αυτό το κολιέ?”
“Το έδωσα τότε σε έναν φαντάρο για να μας περάσει τα σύνορα”
“Μα γιατί το έδωσες; ο μπαμπάς μας είχε στείλει όλα τα χαρτιά”
“Τι να έκανα με δυο μωρά στην αγκαλιά;”

Κάποια μέρα μαμά θα σου πάρω ένα μαργαριταρένιο κολιέ
και αν αυτό είχε 3-4 σειρές
εγώ θα πάρω με περισσότερες!

 

Solid Liquid