Μια ξεροκέφαλη Γριά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Περπατάει κοιτάζοντας το χώμα. Δεν τολμάει να σηκώσει το βλέμμα, φοβάται το σκοτάδι. Κρατάει στο ένα της χέρι ένα κλαδί ελιάς ενώ στο άλλο, σφίγγει τη γροθιά, μπήγει τα νύχια της στο δέρμα. Τα δόντια της τρίζουν, το στόμα της κλειστό, ραμμένο με ξερά χείλη.
Κάποτε έτρεχε αμέριμνη, εξερευνούσε, μοίραζε γνώση, μάθαινε τον κόσμο της.
Μέχρι που ο κόσμος άλλαξε κι αυτή έμεινε πίσω. Πίσω να προσπαθεί να κρατήσει επαφή, πίσω προσπαθώντας να καταλάβει τι πήγε στραβά. Όλοι έλεγαν ότι δε θα περπατήσει, ότι θα σταματήσει, θα κουραστεί, θα λυγίσουν τα γόνατά της και θα πέσει κάτω.
Αυτή όμως συνέχισε, βήμα βήμα τη φορά, ανέβηκε λόφους και βουνά, διέσχισε φαράγγια, κολύμπησε σε λίμνες. Κάποια στιγμή αποφάσισε ότι πρέπει να σταματήσει να φοβάται το σκοτάδι, όλες οι υπόλοιπες σήκωναν το βλέμμα ψηλά, εκείνη γιατί όχι;
Έτσι λοιπόν, καθαρίζοντας τα μάτια της από δάκρυα, σκόνη και χώμα, κοίταξε μπροστά. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Το κλαδί ελιάς στο χέρι της είχε μαραθεί, τα σημάδια από τα νύχια της στο άλλο χέρι είχαν γιάνει. Αποφάσισε να κάνει ένα βήμα παραπάνω, να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής και να προσπαθήσει να συμβαδίσει με τους υπόλοιπους.
Κάπου εκεί ένιωσε μία τεράστια σουβλιά πόνου στα πλευρά όπου παραλίγο να την ρίξει κάτω. Γονάτισε κι άπλωσε τα χέρια μπροστά για να μη σωριαστεί στο έδαφος. Η σουβλιά χωρίστηκε σε δεκάδες, εκατοντάδες μικρότερες οι οποίες ήρθαν και στρογγυλοκάθισαν πάνω της. Όσο κι αν πάλευε να το ξεπεράσει και να σηκωθεί πάλι στα πόδια της, μάταιος κόπος.
Το σώμα της σιγά σιγά συνήθισε τον πόνο, αποφάσισε να του παραδοθεί, να τον αγκαλιάσει κι ίσως να ζήσει μαζί του. Κι ίσως αυτό να συνέβαινε αν δεν υπήρχαν μία σπίθα μέσα της που θυμόταν αξίες και ιδέες ξεχασμένες, σβησμένες στη λήθη του παρελθόντος.
Έτσι λοιπόν η σπίθα απλώθηκε, έγινε προσάναμμα, φωτιά, ολόκληρη πυρκαγιά.
Κι η πυρκαγιά έκαψε τους πόνους, έσβησε τα σημάδια, την αναγέννησε σαν τον φοίνικα. Έτσι λοιπόν, γι ακόμα μία φορά, εκείνη ξεπέρασε τα εμπόδια και σηκώθηκε ολόκληρη, λυγερόκορμη, σημαδεμένη αλλά ελεύθερη. Κι αποφάσισε να προχωρήσει κι άλλο, ο ορίζοντας ήταν μακριά, τέλος δεν υπήρχε, γιατί να τα παρατήσει;

Ώσπου βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρωμένα πυρά. Δεν επέλεξε αυτή τη μάχη, αυτόν τον πόλεμο, δεν είχε λόγο να το κάνει, μόλις στηνόταν στα πόδια της. Οι άμυνες της πεσμένες, τα μέλη του σώματός της ακόμα σε αδράνεια, δεν άντεξε να συνεχίσει χωρίς να εμπλακεί. Κι άλλες σουβλιές πόνου, κι άλλα χτυπήματα, κάποια πιο ύπουλα από τα προηγούμενα. Ο πόνος όμως πλέον είχε γίνει φίλος της κι εχθρός της συνάμα. Ήξερε ότι μπορεί να τον αντιμετωπίσει, τόσα είχε περάσει, τόσες δυσκολίες είχε αντέξει και τα χέρια της είχαν γεμίσει ρόζους από την προσπάθεια.
Θυμήθηκε τα πρώτα της βήματα, τότε που τα πράγματα ήταν πιο απλά κι ο κόσμος πιο ανοιχτός.
Άπλωσε το ένα χέρι, πάτησε γερά, στηρίχτηκε.
Άπλωσε το δεύτερο, έδωσε πάτημα, σηκώθηκε.
Άνοιξε το βήμα της, πάτησε αίμα, χώμα και δυστυχία, τα προσπέρασε.
Συνέχισε το περπάτημα, αδύνατη, αδύναμη και με τα μάτια της μαύρα από το μπαρούτι.
Οι μάχες είχαν σταματήσει, ο κόσμος ανοικοδομούταν, έπρεπε να κάνει κι αυτή την κίνησή της.
Κι επιτέλους, τα κατάφερε. Κι όταν αποφάσισε να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, τότε έγινε κάτι που δεν το περίμενε.
Άρχισαν να ξεσηκώνονται τα δικά της μέλη, τα δικά της παιδιά. Μαθημένα στην σύγκρουση, στην προστριβή, στην αδυναμία, άρχισαν να κατατρώνε τα σωθικά της, Να παλεύουν μεταξύ τους, να προσπαθούν να νικήσουν ένα αόρατο εχθρό που δε φαινόταν πουθενά. Έναν εχθρό που αποδείχθηκε ο πιο δύσκολος απ’ όλους.
Φώναζε, ούρλιαζε, έκλαιγε, προσπαθούσε να σταματήσει αυτήν την εσωτερική σφαγή αλλά δεν τα κατάφερνε. Το γαλάζιο μέσα της ξέφτισε, το λευκό άρχισε να μαυρίζει, το πράσινο να μαραίνεται και το κόκκινο της φωτιάς που κάποτε έκαιγε, να σβήνει.

Τώρα, πλέον, είναι μία γριά. Μία γριά με μαγκούρα, καμπούρα και με θολά μάτια.
Μία γριά που με το ζόρι κάνει βήματα, με το ζόρι περνάει εμπόδια, διασχίζει λίμνες, ανεβαίνει βουνά.
Μία γριά που κοιτάει στο παρελθόν και προσπαθεί να καταλάβει τι πήγε λάθος.
Μία γριά που δεν παραδέχεται τα λάθη της μιας και τόσα είχε περάσει, δεν δικαιούταν κι αυτή μία καλή ζωή;
Μία γριά που αντί να στηριχτεί στους νέους της, προσπαθεί να συντηρήσει τα απαρχαιωμένα κομμάτια που την γέρασαν πριν την ώρα της.

Αυτή η γριά λοιπόν στέκεται, σήμερα, και θυμάται. Θυμάται πότε ξεκίνησε, πώς συνέχισε, τι πέρασε, τι νίκησε και πού έφτασε.
Αυτή η γριά θυμάται και προσπαθεί να κρατήσει, να αδράξει ένα κομμάτι από τις μνήμες της και να παλέψει γι’ αυτό. Να επιβιώσει. Να συνεχίσει.
Το μοναδικό που της λείπει είναι να συνειδητοποιήσει ότι, κανείς τελικά, δεν την έφτασε σ’ αυτό το σημείο. Κανείς εξωτερικός εχθρός δεν την γονάτισε, δεν την ξάπλωσε, δεν την γέμισε πληγές.
Οι πληγές ήταν μέσα της. Και μόνο αν τις γιατρέψει μόνη της μπορεί να συνεχίσει.
Ο ήλιος βγαίνει πίσω από τα βουνά. Φωτίζει το γαλάζιο της, αστράφτει στο καθαρό μπλε της, λαμπυρίζει το λευκό της.

Θέλει να συνεχίσει. Πρέπει να συνεχίσει.
Και θα το κάνει.

 

*Και σκισμένη ακόμα, να κυματίζεις Γριούλα μου, ακούς;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook