Μια μέρα αλλιώτικη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σήμερα έζησα μια μέρα αλλιώτικη. Από την στιγμή που άνοιξα τα μάτια μέχρι και τα μεσάνυχτα που τα έκλεισα ξανά. Μια μέρα που άλλαξε μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Την δική μου κοσμοθεωρία. Πριν από αυτή την μέρα ήμουν αλλιώς. Με ενοχλούσαν πολλά, το πρωινό ξύπνημα που συνοδευόταν πάντα με βιασύνη. Πρωινό στο παιδί, ντύσιμο στο παιδί, τρέξιμο για το σχολείο, και αμέσως μετά το γνωστό στριμωξίδι στο μετρό. Ανάμεσα σε ένα κύμα ανθρώπων, πολλοί ξένοι. Πάντα με βρισιές ανάμεσα στα δόντια μου, κάποιες φορές τις έλεγα και δυνατά. Μας έφαγε η παγκοσμιοποίηση. Μετά δουλειά. 8 ώρες μπροστά από έναν υπολογιστή να κανονίζω ταξίδια, και να προτείνω δήθεν χαρούμενη τους μαγικούς προορισμούς και τις προσφορές του γραφείου. Νιόπαντρα ζευγάρια, νέοι, συνταξιούχοι, περνούσαν σαν φιγούρες μπροστά μου και εγώ σαν παιδί σε σχολική γιορτή να λέω παπαγαλία το ίδιο χιλιοειπωμένο ποίημα που είχα σιχαθεί.

Το ξυπνητήρι χτυπά στις 6.30: Σηκώνομαι, πάω στην κουζίνα, η κλασική μισή πολύτιμη ώρα μου να πιω έναν καφέ να κάνω 2-3 τσιγάρα πριν ξυπνήσω το παιδί. Για λίγα δευτερόλεπτα μαυρίζουν όλα, όταν φεύγει η μαυρίλα δεν είμαι στην κουζίνα μου αλλά σε ένα ημιυπόγειο δωμάτιο. Παρατηρητής – δεν με βλέπει κανένας, εγώ όμως βλέπω. Δωμάτιο μικρό, υγρασία και κρύο. Στοιβαγμένα ρούχα και αυτοσχέδια στρώματα. Γύρω στα 10 άτομα μέσα, οικογένειες με παιδιά δεν μιλάνε ελληνικά αλλά περιέργως καταλαβαίνω τι λένε. Τα παιδιά να κλαίνε, οι μάνες να τα σφιχταγκαλιάζουν, νιώθω τον φόβο τους. Στο μικρό παραθυράκι αχνοφαίνεται καπνός και ένα αεροπλάνο σε πολύ χαμηλό ύψος. Νιώθω την καρδιά τους να χτυπάει σε παλμούς που δεν πίστευα πως υπήρχαν. Μια βόμβα πέφτει. Παιδικές κραυγές αντηχούν στα αυτιά μου. Είμαι πάλι στην κουζίνα μου με τον καφέ ζεστό μπροστά μου.

Ξυπνάω τον μικρό ώρα για σχολείο. Τον βοηθάω να ντυθεί και να πλυθεί, βάζω την παιδική οδοντόκρεμα με άρωμα καραμέλα στην μικρή του οδοντόβουρτσα. Μαυρίλα ξανά. Βρίσκομαι σε έναν εξωτερικό χώρο. Ζέστη. Πολύ ζέστη. Μπροστά μου ένα μικρό ποτάμι, το νερό είναι βρώμικο. Παιδιά με έγχρωμο δέρμα, αυτοσχέδια παπούτσια, και αποστεωμένα σώματα γεμίζουν πήλινες παλιές στάμνες με νερό. Νιώθω την σωματική και ψυχική τους κούραση πάνω στο δικό μου κορμί. Έχουν ήδη περπατήσει χιλιόμετρα και τώρα θα πρέπει να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής ξανά, κουβαλώντας το φορτίο τους αυτή την φορά. Θεέ μου είναι τόσο κουρασμένα, πεινάνε. Βρίσκομαι πάλι στο μπάνιο μου. Το ζεστό νερό τρέχει στον νιπτήρα όσο ο μικρός πλένει τα δόντια του.

Ετοιμάζομαι, ντύνομαι ξεκινάμε για το σχολείο. Του δίνω ένα φιλί και το κολατσιό του. Οι φίλοι του τον περιμένουν, τρέχει προς το μέρος τους με χαμόγελο γεμάτος ενέργεια. Στέκομαι στην πόρτα και τον κοιτάζω να χοροπηδάει αγκαλιά με τους συμμαθητές του. Μαυρίλα ξανά. Είμαι σε έναν κλειστό μεγάλο χώρο ο φωτισμός λιγοστός, θυμίζει εργοστάσιο παλιάς εποχής. Παιδιά με σχιστά ματάκια γύρω μου. Πολλά παιδιά, καθισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Οι μικρές τους παλάμες γεμάτες πληγές. Υφάσματα, ψαλίδια, πλαστικά και δερμάτινα κομμάτια, ραπτομηχανές μπροστά τους. Χεράκια να δουλεύουν με μηχανικές κινήσεις, χωρίς μιλιά. Ένας ενήλικας σπάει την σιωπή με μια δυνατή κραυγή λέγοντας τους να βιαστούν. Αισθάνομαι το άγχος τους, τρέμουν από φόβο. Τα χεράκια τους ιδρωμένα, προσπαθούν να κάνουν πιο γρήγορες κινήσεις. Νιώθω τα χέρια μου μουδιασμένα, πονεμένα, πληγιασμένα σαν τα δικά τους. Πόνος, φόβος, περισσότερος πόνος. Βρίσκομαι πάλι στο φως, έξω από το Δημοτικό σχολείο, κοιτάζω τα χέρια μου και τα περιποιημένα νύχια μου.

Μπαίνω στο μετρό, ο κλιματισμός με ζεσταίνει καθώς κοιτώ την φωτεινή πινακίδα με τις στάσεις και την γυναικεία φωνή να αναγγέλλει κάθε σταθμό. Μαυρίλα. Είμαι μέσα σε ένα φορτηγό κοντέινερ. Η μυρωδιά ανυπόφορη, ιδρώτας, ακαθαρσίες. Κοιτάω γύρω μου. Κορίτσια, νέα, κάποια στην εφηβεία. Δεμένες η μία δίπλα στην άλλη. Ντυμένες με ελάχιστα ρούχα. Πολλές έχουν μελανιές στο πρόσωπο, δακρυσμένα μάτια, μαυρισμένα μάτια. Κάποιες έχουν στο αίμα τους ναρκωτικές ουσίες. Νιώθω τα πάντα. Αισθάνονται ντροπή και φόβο, δεν θα ξεφύγουν το ξέρουν, ελπίδα δεν υπάρχει μέσα τους. Η φωνή αναγγέλλει ότι βρίσκομαι στον σταθμό μου. Οι πόρτες του μετρό ανοίγουν αυτόματα.

Μεσημέρι στην δουλειά, λίγες ώρες πριν σχολάσω. Τρώω ένα τοστ και χαζεύω στον υπολογιστή, δεν έχει κόσμο. Ξανά μαυρίλα. Ένα μικρό διαμέρισμα, άντρες μαζεμένοι. Τον έναν τον λένε Χασάν, κρατάει μια φωτογραφία, μια γυναίκα και δύο παιδιά, το ένα βρέφος. Σκουπίζει τα δάκρυα του, νιώθω το πένθος του. Συνθλίβομαι με τις σκέψεις του, που μπαίνουν στο μυαλό μου. Πνίγηκαν μπροστά του. Και οι τρεις. Δεν βρήκε ποτέ τα σώματα τους. Βγαίνει από το διαμέρισμα, κάπου στην Κυψέλη, βάζοντας την φωτογραφία στην τσέπη του φθαρμένου του μπουφάν σκοντάφτει πάνω σε έναν ηλικιωμένο. “Άντε στην κωλόχωρα σου σκουπίδι, σας μαζέψαμε εδώ, έπρεπε να σας βουλιάζαμε τις βάρκες να σας έτρωγαν τα ψάρια”. Νιώθω τον θυμό και την πίκρα του. Αλλά πιο πολύ μια σκέψη που σκίζει την καρδιά του, και την δική μου μαζί, μια μακάβρια εικόνα που θέλει να διώξει αλλά δεν μπορεί, την χαμένη του οικογένεια τροφή για ψάρια στον βυθό. Ένας πελάτης μπαίνει, είμαι στην καρέκλα μου, πίσω στο γραφείο.

Βράδυ πια, στο σπίτι μου. Βάζω τον μικρό για ύπνο, είναι ασφαλής στο κρεβατάκι του με τις ζεστές πιτζάμες του, τον φιλάω. Βάζω ένα ποτήρι κρασί και ξαπλώνω στον καναπέ μου.

Σήμερα έζησα μια μέρα αλλιώτικη. Που άλλαξε μια για πάντα την ζωή μου. Σήμερα ένιωσα τον πραγματικό πόνο. Σήμερα κατάλαβα την αξία του να ζεις χωρίς να έχεις τον φόβο ότι μια βόμβα θα σε σκοτώσει ανά πάσα ώρα και στιγμή, από σήμερα δεν θα ξανααφήσω την βρύση ανοιχτή, δεν θέλω έναν κόσμο με παιδικά πληγιασμένα χέρια, ούτε με νεαρές γυναίκες δεμένες και χαμένες στα κυκλώματα των εμπόρων λευκής σάρκας. Δεν θέλω να ξαναπροσβάλω κανέναν Χασάν. Υπάρχουν πολλοί Χασάν γύρω μας, αλλά δεν ξέρουμε την ιστορία που κουβαλούν. Έπρεπε να γίνω ένα με τα αισθήματα τους για να καταλάβω το πιο απλό πράγμα. Όσα για εμένα και εσένα είναι ΔΕΔΟΜΕΝΑ για κάποιους είναι όχι απλά ζητούμενα αλλά ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΘΑΥΜΑ. Αφιέρωσε λίγα λεπτά, μπες απλά στην θέση τους. Καθαρά από τύχη δεν ζεις πόλεμο, από τύχη κατάγεσαι από αυτή τη χώρα και όχι από κάποια άλλη όπου τα χέρια σου θα είχαν πληγές και η ψυχή σου χαρακιές. ΝΙΩΣΕ, ΕΚΤΙΜΗΣΕ, ΒΟΗΘΑ ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ. Αν πάλι δεν θες να βοηθήσεις μην το κάνεις, αλλά ΜΗΝ ΚΡΙΝΕΙΣ κανέναν που τυχαία δεν είσαι εσύ εκείνος.

‘’Αφιερωμένο σε όλους τους αφανείς ήρωες της ζωής, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, χρώματος.’’

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook