Πως μεταφέρεται το τρέμουλο σε μια κόλλα χαρτί ή στο πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή; Πως περιγράφεις τον φόβο, την αγωνία και την προσμονή; Τι χρώματα τους βάζεις για να δείξεις την ένταση τους και ποια φωτογραφία να αντικατοπτρίσει εδώ χίλιες και μία λέξεις; Αν οι σκέψεις είχαν πραγματικές διαστάσεις, όγκο και βάρος, τότε το μυαλό μου θα είχε σίγουρα εκραγεί. Τότε αναμφισβήτητα θα είχα καταρρεύσει.

Και μήπως δεν ήταν έτσι; Για καιρό πριν, ένιωθα πως το μυαλό μου κυκλοφορούσε έξω από το σώμα μου. Ένα μυαλό κουβάρι μπερδεμένο κι όλο αυτό έξω από το σώμα μου. Κουβάρι που δεν ξετυλίγεται εύκολα κι όταν τελικά συμβαίνει ανακαλύπτεις πως μια κλωστή έχει δύο άκρες. Απλώς δύο άκρες. Ποιο το τέλος και ποια η αρχή δεν το σηματοδότησε ποτέ κανείς.

Δεν μπορώ με λόγια απλά να περιγράψω πως ήμουν, πως ένιωθα και πως αντιδρούσα τους ελάχιστους μήνες πριν την επέμβαση κι όσο προετοιμαζόμουν κλινικά γι’ αυτήν. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, που έχουν σχεδιάσει ένα τέτοιο χειρουργείο κατά της παχυσαρκίας, έχουν όνειρα, ελπίδες, προσμένουν γενικότερα μια αλλαγή ζωής. Εγώ λοιπόν αυτά δεν τα είχα σε ποσότητα δεν είχα μεγάλα αποθέματα. Ξεκίνησα εκείνο το ταξίδι με λίγες απαιτήσεις και πολύ συγκεκριμένες ανάγκες. Με την πολύ καλή τύχη να έχω στο πλάι μου κάθε λογής ανθρώπους. Αυτούς που με αγαπούσαν, με υποστήριζαν, με ενθάρρυναν να συνεχίσω, με στήριζαν και με ενημέρωναν, μου αναπτέρωναν το κάποτε πεσμένο ηθικό και έγιναν μαζί μου εργάτες στο χτίσιμο του νέου βήματος. Καναδυό προσωπάκια συμπεριφέρονταν σαν να ήμουν εγώ. Δεν θα μάθουν ποτέ πόσο πολύ με βοήθησαν έχοντας ενσωματωθεί μαζί μου. Έγιναν οι χτύποι μου, το βλέμμα μου, τα λόγια μου κι έσφιγγαν μοναχά το χέρι μου. Ήταν μαζί μου και στα μπρος και στα πίσω. Αυτοί μου δείχνουν μέχρι σήμερα πως όσα άλλαξαν και με κάνουν να χαμογελώ οφείλονται σε αυτό που ήμουν πριν κι αυτοί το είχαν ήδη αγαπήσει.

Μια μέρα πριν, λίγα πράγματα σε μια βαριά βαλίτσα. Μια βαλίτσα που είχε περισσότερες προσδοκίες, ελπίδες κι όνειρα των άλλων, παρά δικά μου. Εγώ πάντα ολιγαρκής και συγκρατημένη. Τοποθέτησα προσωρινά την βαλιτσούλα μου στην ντουλάπα του 113 θαλάμου μου που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα με φιλοξενούσε για λίγες μέρες. Λίγες πόρτες πιο κει, συναντώ και γνωρίζω μια κοπέλα όπου το δωμάτιο της κλινικής είχε γίνει η επί 4 μήνες σχεδόν μόνιμη κατοικία της. Το συγκεκριμένο κορίτσι, ξεκινώντας το δικό της ταξίδι δεν είχε σίγουρα προβλέψει πως θα της συμβούν οι πιο απίθανες “πιθανές” επιπλοκές. Οι οποίες φυσικά άλλαξαν όχι μόνο το σώμα της, άλλα πλέον έπρεπε να παλέψει για τη ζωή της. Ο “πόνος” της πρόσκληση/πρόκληση για μένα. Υποθέτω πως στην κατάσταση της και στην χαμηλών τόνων δύναμη της στήριξα το μεγαλύτερο ποσοστό της απόφασης μου να μην το σκάσω τρέχοντας την νύχτα εκείνη. Οι περισσότεροι νόμιζαν πως με φόβισε, κι ένας άνθρωπος μονάχα, περίπου 600 χιλιόμετρα μακριά μου εκείνη την στιγμή, “άγγιξε” το χέρι μου και μου είπε να κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα.

Μία μονάχα ώρα πριν την εισαγωγή μου στο χειρουργείο, η διευθύντρια αναισθησιολόγων του νοσοκομείου, (ποιος άλλος θα αναλάμβανε έναν υπέρβαρο παχύσαρκο και καπνιστή ασθενή!) μου δίνει άλλον ένα λόγο για να μου τρέμουν τα πόδια λίγο ακόμα. Και λίγο πιο πέρα στην αναμονή, οι άνθρωποι μου. Φίλοι κι οικογένεια για μένα, γίναν έναν. Και διακρίνω τον σύντροφο μου, την επιλογή μου, τον μπαμπά μου, την μοναδική εναπομείνασα ρίζα μου και παρελθόν μου και το παιδί μου, το μέλλον μου. Μονόδρομος για να τα καταφέρω πλέον. Και τα τελευταία λόγια του γιατρού μου ελάχιστα λεπτά πριν κοιμηθώ:
“Το ξέρεις πως δεν ήταν το sleeve η κατάλληλη για την περίπτωση σου επέμβαση, έτσι; Όπως νίκησε η επιμονή σου στο πρώτο μας ραντεβού, κοίταξε να νικήσει κι αργότερα. Εγώ πιστεύω σ’ εσένα. Καλή επιτυχία”. Μου τσίμπησε το μάγουλο, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου χαμογέλασε ο άλλοτε απόμακρος γιατρός. Τα λόγια του φυλαχτό. Οι άνθρωποι που πιστεύουν και στηρίζουν τις επιλογές σου, δίνουν άλλη δυναμική στις πράξεις σου.

Λίγες ώρες αργότερα λίγος πόνος, λίγη ταλαιπωρία κι ακόμα φόβος για οτιδήποτε άγνωστο μπορεί να ακολουθήσει. Μια μέρα μετά κάτι γεννιέται, κάτι ζωντανεύει και κάτι αργοπεθαίνει.

Ένα χρόνο μετά, ακόμα φοβάμαι στα δύσκολα και στα καινούρια. Μα είναι ελάχιστα. Ένα χρόνο και κάτι μετά μπορώ να δέσω την ζώνη μου στο αυτοκίνητο, να κάνω εξετάσεις και να είμαι πιο σίγουρη για την διάγνωση τους, αφού πια η κατάσταση μου δεν εμποδίζει τους επιστήμονες να το κάνουν. Ένα χρόνο και λίγο ακόμα μετά ξαναζώ μικρές/μεγάλες χαρές.

Όμως, ένα χρόνο μετά ξέρω κάτι στα σίγουρα που το ήξερα και πριν και χαίρομαι πολύ που δεν άλλαξε. Οι πηγές της ευτυχίας μου ήταν ήδη εδώ. Με βεβαιότητα θα ομολογήσω πως άλλαξε η δύσκολη καθημερινότητα κι έγινε σαφώς ευκολότερη και ωραιότερη, μα η ευτυχία είχε μέσα μου φωλιά με γερά θεμέλια χτισμένη. Ευτυχώς λοιπόν που ξεκίνησα τούτο το ταξίδι με μικρές προσδοκίες αλλά μεγάλα αποχτημένα. Ό,τι είχα πλάσει με αγάπη ήταν εδώ και πριν. Ό,τι είχα δημιουργήσει μαζί με τους αγαπημένους μου ήταν εδώ δίπλα μου. Ό,τι είχα ονειρευτεί το είχα ήδη κατακτήσει και τώρα το χαίρομαι περισσότερο. Αυτά που με έκαναν περήφανη, δυνατή και τυχερή, το δικό μου σύμπαν, ήταν ήδη λαμπερό.

Μια μέρα μετά, (τόσο μου φαινεται έχει περάσει από τότε), έχω πολλά που δεν είχα. Φίλοι καρδιάς και συγγενείς, καμαρώνουν και χαμογελούν μαζί μου, μου δίνουν δύναμη για την πορεία και μου δίνουν το χέρι τους. Ο στόχος μου βλέπετε, δεν ήταν να φορέσω ένα ύφασμα και να φωτογραφηθώ μ’ αυτό αλλά να “ξεγυμνωθώ”. Να ελευθερώσω ξανά το μέσα μου. Το πιο μοδάτο σενάριο που έκανα ήταν να φορέσω μια λευκή φόρμα γυμναστικής και να συνοδέψω ξανά το παιδί μου ως την πόρτα του σχολείου. Το πιο εξτρίμ σπορ που φαντάστηκα ήταν η βόλτα με τον άνθρωπό μου. Απλές, μικρές αλλά απαραίτητες καθημερινές ανάγκες. Αυτά.

Σε όσους ετοιμάζονται για μια τέτοια επέμβαση θέλω από καρδιάς να ευχηθώ καλή επιτυχία και καλή τύχη. Σε όσους την έχουν ήδη πραγματοποιήσει ελπίζω η δύναμη κι η αποφασιστικότητα να είναι μόνιμοι σύντροφοι τους γιατί τις χρειάζονται. Σε όλους τους άλλους που ζορίζονται και δυσκολεύονται με το ίδιο θέμα θα ήθελα να τους πω πως η στιγμή που θα επιλέξουν να κάνουν κάτι, θα είναι κι η κατάλληλη για να το αρχίσουν. Οτιδήποτε κι αν είναι αυτό. Ακόμα κι αν η απόφαση τους είναι να μην κάνουν τίποτα.