Μια νύχτα υγρή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Χωμένη βαθιά μέσα στην κουζίνα ένιωθα ένα υγρό πέπλο να με σκεπάζει. Φθινοπωρινές υγρές ανάσες ερωτοτροπούν με τους ατμούς της κατσαρόλας, στους τοίχους και στα πατώματα. Ανυπόμονοι εραστές που τρέχουν γοργά να βυθιστούν σε μία άδεια χαραμάδα. Τα μάτια μου ήταν υγρά… Όχι, δεν έφταιγε το αναθεματισμένο το κρεμμύδι, πάνω στο οποίο είχα ασελγήσει βάναυσα πριν λίγο. Άλλωστε εκείνο δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες και ρίχτηκε σε πυρωμένο λάδι. Απλά κι αυτή τη νύχτα, ήμουν υγρή…

Κοίταξα το ρολόι κι ένα ρίγος με διαπέρασε.
Θα προλάβω να έχω το αγαπημένο του φαγητό έτοιμο μέχρι να έρθει; Θα προλάβω να κάνω μπάνιο; Μήπως έχω γεράσει;

Κι όλες αυτές οι ανόητες ερωτήσεις που γίναν υποζύγιο, τη μέρα που κάποιος ακαμάτης αποφάσισε να καρφώσει ένα παλούκι στο χώμα και να κάτσει να παρατηρήσει την κίνηση του Ήλιου.
Θεέ μου θα αργήσω!
Μισό κλικ της σκιάς του παλουκιού πιο κει, με βρήκε ξαπλωμένη στη βικτωριανού στυλ μπανιέρα μου. Ο Γιόχαν είχε αργήσει για ακόμη μια φορά.
Από τότε που ήρθαν στη ζωή μας τα παιδιά και οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν, οι συνευρέσεις μειώθηκαν, οι φαντασιώσεις πολλαπλασιάστηκαν. Κι αυτός απών. Κάθε φορά κι άλλος αυτός που με αγγίζει και ποτίζει το διψασμένο για έρωτα κορμί μου. Και τώρα να’ μαι, να τον περιμένω πάλι. Έτοιμη για όλα. Ακόμα και για το οριστικό τέλος. Η συνύπαρξη αυτή δεν καταλήγει πουθενά. Εγώ υγρή, αυτός απών.
Τόσα γιατί και ανάθεμα γέμισαν το μυαλό μου καθώς βυθιζόμουν για τελευταία φορά στη γεμάτη νερό μπανιέρα. Θυμός και πίκρα γίνανε ένα. Θυμός και πίκρα για το χθες, το σήμερα, το αύριο. Ο Γιόχαν απών, κι εγώ υγρή, σε μια μπανιέρα που κλήθηκε για άλλη μια φορά να πάρει μακριά την υγρασία των ματιών και του κορμιού μου.
Κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι. Είσαι εδώ κι ας λείπεις. Είσαι στο κενό που υπάρχει γύρω μου. Τα χέρια μου ακολουθούν τα σημεία του κορμιού μου που τ’ άφησες μονάχα τους. Είσαι εδώ. Αλλά δεν είσαι εσύ… Η εικόνα σου μες το μυαλό μου αλλάζει μορφές. Είσαι ο γείτονας που με χάζευε με λαχτάρα όταν άπλωνα τα ρούχα το πρωί. Είσαι ο νεαρός που κοίταγε με λαγνεία το στήθος μου, όταν μου έδινε το δέμα, είσαι όλοι αυτοί που με πόθησαν, γιατί δεν με πόθησες ΕΣΥ.
Τράβηξα το χέρι μου απότομα, λες και με έκαναν τσακωτή να ανοίγω το βάζο με το βύσσινο, άνοιξα τα μάτια, ξερόβηξα και σηκώθηκα.

Σήμερα δεν θα φανταστώ τη ζωή μου, σήμερα θα ζήσω.

Το επόμενο συμβατικό δευτερόλεπτο, με βρήκε να χαζεύω την αντανάκλαση του κορμιού μου στον καθρέπτη. Δεν είναι ο χρόνος που με άλλαξε, είναι αυτά που δημιούργησα! Οι ρώγες μου, το στήθος μου, η κοιλίτσα μου, ακόμη και τα σημεία που κοσμούν τις κεντρικές σελίδες απαγορευμένων περιοδικών, άλλαξαν, όχι γιατί φθάρηκαν, αλλά γιατί ΕΓΩ, απαίτησα, θυσία να τα κάνω, στο βωμό της μητρότητας. Και ξέρεις κάτι αργοπορημένε; Αν σε ενοχλεί, δεν μου αξίζεις! Κάθε φορά που καμαρώνεις τον λεβέντη σου, ξεχνάς ότι κάποιος απώλεσε το «είναι» του γι αυτό σου το καμάρι! Και θα το ξανάκανε πολλάκις, αγαπημένε μου, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ενοχές… αλλά δίχως συμβιβασμούς αυτή τη φορά!

Από μικρή φοβόμουν δύο πράγματα. Τα τρένα και τις πατημασιές που ταράζουν την σιγαλιά της νύχτας. Τα τρένα δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί. Δεν είχα μπει ποτέ σε τρένο. Και οι πατημασιές; Να, τώρα άκουγα τις πατημασιές στο διάδρομο και η καρδιά μου φτερούγισε, σαν τη στρουθοκάμηλο, που όσο κι αν φτερουγίζει είναι ανήμπορη να πετάξει.
Η πόρτα άνοιξε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Οι ίδιοι ήχοι. Κλειδιά στο τραπέζι, τρίξιμο πόρτας στο μπάνιο, ντουζ. Λες κι αν κάνει ντουζ θα μπορέσει να ξεπλύνει ποτέ τα σημάδια και τα χάδια εκείνης από πάνω του. Γιατί εκείνη φταίει για όλα. Εκείνη η ριμάδα η ζωή που φεύγει σαν τρένο πάνω σε ράγες σκουριασμένων ονείρων. Κι εσύ μένεις να την κοιτάς, ανήμπορος να τρέξεις να την προφτάσεις, όπως η μάνα που χαιρετά τον γιο της σαν φεύγει για τον πόλεμο κι αυτή εκεί, να κουνά το νοτισμένο από τα δάκρυα μαντήλι, παραδομένη στη μοίρα και τις προσταγές της. Αλλά απόψε το πήρα απόφαση. Τέλος τα βουβά δάκρυα. Τέλος η σιωπή που φιμώνει τις κραυγές. Θυμάμαι σαν παντρευτήκαμε μου έταζες τον κόσμο όλο. Έλεγες σ αγαπώ, σε θέλω και ήταν αρκετό για να σταματήσω ολόκληρη αμαξοστοιχία. Πόσο μου έχεις λείψει όλα αυτά τα χρόνια…

Το ντουζ σταμάτησε. Ο Γιόχαν, με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω του να κρύβει τη γύμνια του, ήρθε στην κρεβατοκάμαρα. Και τότε με είδε. Γυμνή πάνω στο άλλοτε νυφικό μας κρεβάτι να τον κοιτώ. Απλά να τον κοιτώ. Σάστισε. Κοντοστάθηκε μην ξέροντας τι να κάνει, τι να πει. Ένα «έλα» ψέλλισα κι έγνεψα το χέρι. Τώρα, εδώ. Εγώ κι εσύ. Όπως τότε.
Το πρωινό ήταν ακόμη πιο υγρό. Φίλησα τρυφερά τα παιδιά μου και τηλεφώνησα στη συνοδό του σχολικού λεωφορείου. Ο διαρρήκτης είχε φύγει πριν χαράξει, μες το σκοτάδι. Κλέφτης ψυχών δίχως ελαφρυντικά. Το επόμενο κβαντικό νανοδευτερόλεπτο αποφάσισα να κάνω τη ζωή μου φιλμ νουάρ. Ασπρόμαυρη γιγαντοαφίσα η φυγή. Άφησα ένα μικρό χαρτάκι στο ιβουάρ μαξιλάρι με το δαντελένιο τελείωμα, προίκα της γιαγιάς μου μαζί με την ευχή «γλυκαμένα να’ χετε κορμιά, καρδιά και χείλη», και με τα εισιτήρια του Intercity ανά χείρας, χάθηκα μες την ομίχλη του μυαλού μου.
Αντίο Ξένε! Ελπίζω σε ένα παράλληλο σύμπαν, να γράψουμε τις σελίδες του παραμυθιού που αφήσαμε στη μέση…
Κάπου, κάπως, κάποτε.

 

M & M

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook