Μία βόλτα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σεπτέμβρης.
Περασμένες δέκα.

Ο μισοτελειωμένος γλυκός καφές στο πλάι του δίνει μια έντονη γεύση, κόντρα στο μονότονο πικρό των τελευταίων ημερών. Εκείνος τον είχε κόψει από χρόνια· σαν από αντίδραση αποφάσισε να βάλει σε περίοπτη θέση τον καφέ και τα χείλη που τον είχαν δοκιμάσει. Τι πιο όμορφη βιτρίνα από το ράφι, δίπλα στο παράθυρο; Την τελευταία ανάμνηση αυτού που σ’ αγάπησε, να τη σφίγγεις όσο μπορείς. Να την κρατάς ζωντανή, δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι παρά μόνο αν τους ξεγράψεις. Μα και ζωντανοί να είναι, αν το ‘κανε ο χρόνος και η ζωή να μη σταυρωθείς μαζί τους, στα μάτια της καρδιάς μοιάζουν νεκροί οι ξεχασμένοι. Έτσι κι εκείνος, διάλεξε το φλιτζάνι της να τον συντροφεύσει για μια ζωή, πλάι στα ζωντανά βήματα του δρόμου, που κατευθύνονται καθημερινά στο μετρό. Η ματιά γυρνά στους τοίχους του σαλονιού. Φίλοι και συγγενείς τον επισκέπτονται όλο και σπανιότερα, μα δείχνει να μην ενδιαφέρεται γι’ αυτό πια…

Τα χρόνια έχουν περάσει κι εκείνος, ρουφηγμένος στην παλιά, ξεφτισμένη πολυθρόνα του ’30, κοιτά το χρόνο να ξεγλιστρά από το τζάμι. Με βλέμμα στερημένο, ακολουθεί έναν – έναν τους περαστικούς, περπατά όπου περπατούν, σέρνει μαζί τους τις αναμαλλιασμένες στιγμές του, δίνοντας ανάσες στην από καιρό αμπαρωμένη του ζωή. Το μικρό, τρίχρονο παιδί που μάτωσε τα πόδια του στην άσφαλτο, η καλοστεκούμενη νοικοκυρά που πηγαίνει στη λαϊκή, ο βιαστικός κοστουμάτος με το χαρτοφύλακα στο χέρι, το νεαρό ζευγάρι που κοιτάζει ανέμελο τη δύση του ήλιου, ο ψιλικατζής που κλείνει την επιχείρησή του αργά το βράδυ, όλοι, ένα άθροισμα αισθήσεων και βιωμάτων που τελειώνουν τη νύχτα και ξεκινούν το επόμενο πρωί.

Το βλέμμα καρφώνεται στα πόδια. Το λινό σκέπαστρο προφυλάσσει τα σκουριασμένα γόνατα από τη βραδινή ψύχρα, μα γι’ ακόμα μια φορά δε λέει να σπάσει την ψύχρα του νου του. Αρχίζει πάλι να ξύνει μονότονα το κουβερλί, λες και φταίει ‘κείνο για το ξαφνικό φευγιό της. Διαολεμένη συνήθεια… Μην μπορώντας να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυά του, ξεσπά σε άναρθρα βογγητά. Δεν τη θέλει άλλο τέτοια ζήση. Το τέλος μοιάζει μια κάποια λύση.

Να μπορούσε να δει με τα μάτια της τη ζωή, εκείνο το απόγευμα που αποφάσισε να φύγει μια για πάντα! Να μπορούσε να περπατήσει με τα πόδια της, τα στενά που ακολούθησε κλείνοντας πίσω της την πόρτα του, πριν μάθει στις ειδήσεις για τον τραγικό χαμό της! Ποτέ του δεν είχε την ανάγκη να ελπίζει σε κάτι· να μια στιγμή που ήταν αρκετή για να τον πείσει να αλλάξει. Τα ερωτήματα δίνουν φτερά στο μυαλό, προκαλούν το πνεύμα, οξύνουν τη σκέψη. Κι αν δεν έστεκε απρόθυμος, όσο εκείνη απομακρυνόταν από το σπίτι του εξοργισμένη; Κι αν επιτέλους αποφάσιζε να τρέξει πίσω της εμποδίζοντάς την – ανήξερα – από το να σκοτωθεί; Ξεχάστηκε ο αγαθός, με το «αν» δε φτιάχνεις ξανά ζωή. Με το «αν» μόνο τη φαντάζεσαι.

Είναι στιγμές, που το σύμπαν αρκείται στο να σου δώσει όσα ζητάς. Και τότε η μαγική αύρα των μουσών δίνει φτερά στη βούληση της ψυχής, να ορθώσει το ανάστημά της, να απαιτήσει το αδύνατο, να φωνάξει ότι θέλει να ζήσει ό,τι θέλει να ζήσει! Και τότε, είναι όλα πιθανά… Ακόμα και να ζεις την τελευταία βόλτα του αγαπημένου σου, μέσα από τα μάτια του. Σαν σε όνειρο. Βήμα, βήμα…

Αδερφέ μου,
με κοιτάς χωρίς , όμως, να με βλέπεις. Σε κοιτάζω, μα δεν με αφήνεις να δω μέσα σου . Ποια να είναι άραγε η τελευταία σου ανάμνηση από εκείνη; Τα μάτια της ; Τα χείλια της ; Ή, μήπως, ο μισοτελειωμένος , γλυκός καφές της ; Πάντα γλυκό έπινε τον καφέ της . Δεν ξαναήπιαμε γλυκό καφέ. Άραγε την κρατάς ακόμα ζωντανή μέσα σου ; Ή το κάνε έτσι ο χρόνος κι η ζωή να ξεχαστεί; Ακολουθώ τα άδεια μάτια σου όπως σκοντάφτουν στους γυμνούς τοίχους του δωματίου. Κι ύστερα, από την παλιά, ξεφτισμένη πολυθρόνα, το βλέμμα σου προσπαθεί να ξεκινήσει μια βόλτα στο δρόμο, ίσα ίσα μέχρι την είσοδο του μετρό, εκεί που τα βήματά σου δεν ακολούθησαν τη δική της βόλτα.
Να μπορούσα να δω με τα μάτια σου εκείνο το απόγευμα που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σας . Να μπορούσα να περπατήσω με τα πόδια σου για να τα οδηγήσω τρέχοντας πίσω της. Κι ας ήταν για να τη φέρεις πίσω σε σένα … Τώρα δεν θα έμενες ξεχασμένος στα σκοτάδια της σιωπής, στη μοναξιά του μυαλού σου. Κι εκείνη δεν θα ήταν οριστικά χαμένη στην απουσία των αισθήσεων .

Βλέπω τα δάκρυά σου να κυλούν , ακούω τα βογγητά σου . Ποιοι εφιάλτες άραγε ταράζουν την ψυχή σου ; Κι ολοένα ξύνεις , μονότονα το σκέπασμα στα ξύλινα πόδια σου. “Αντανακλαστικά” , λένε οι γιατροί, “τίποτα περισσότερο”. Ποτέ δε μ άφησαν να ελπίζω , ποτέ δε μου δώσανε κάτι για να με συγχωρήσω. “Δεν φαίνεται να θέλει πια να ζήσει” μου λένε. Φίλοι και συγγενείς έπαψαν από καιρό να μας επισκέπτονται, μόλις άρχισαν οι ψίθυροι. Τα παιδιά μου με μίσησαν. Εσύ; Έμαθες ποτέ την αλήθεια;
Να μπορούσες να δεις με τα μάτια μου εκείνη την ημέρα που με ειδοποίησαν. Βλέπω ακόμα τους περαστικούς μαζεμένους πάνω από τις ματωμένες πλάκες του πεζοδρομίου κάτω απ ‘ το μπαλκόνι σου , το μπαλκόνι σας : την καλοστεκούμενη νοικοκυρά με το καρότσι της λαϊκής που έμεινε άδειο εκείνη την ημέρα , τον κοστουμάτο από τον 6ο με το χαρτοφύλακα, που δεν πήγε στο γραφείο εκείνη την ημέρα, τον πιτσιρικά που δεν ξαναέπαιξε κουτσό και ξυπνάει τα βράδια στη θύμηση εκείνης της ημέρας , το νεαρό ζευγάρι που μετακόμισε από τη γκαρσονιέρα του ισογείου μετά από εκείνη τη μέρα. Κι ακούω ακόμα τις σειρήνες του νοσοκομειακού να σε παίρνουν βιαστικά μακριά, να σε τρέχουν πίσω στη ζωή που εσύ θέλησες να αφήσεις , μόλις έμαθες για το χαμό της.
Να μπορούσα να δω με τα μάτια σου τις εικόνες στις ειδήσεις εκείνο το βράδυ. Να μπορούσα να δω με τα μάτια της ποιό δρόμο είχε ακολουθήσει. Να μπορούσα να διαβάσω στη σκέψη της την απόφαση που είχε πάρει. Να μπορούσα να ακολουθήσω τα βήματά της. Άραγε ερχόταν σε μένα , όπως της είχα δώσει τελεσίγραφο ή βγήκε μια βόλτα μόνο για κείνη, μόνη με τις σκέψεις της , μακριά από σένα αλλά και από μένα ; Μια βόλτα για πάντα ή για λίγο ήταν τα βήματά της;
Αδερφέ μου,
Ήξερες;

Αν δεν έστεκες απρόθυμος καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της εκείνο το απόγευμα, ίσως να μην την είχαμε χάσει κι οι δύο για πάντα , ίσως το σύμπαν να μην είχε αρνηθεί και στους τρεις μας την ελπίδα.
Αδερφέ μου, να μπορούσαμε κι οι τρεις μας να κάναμε ακόμα μια βόλτα στη Ζωή!

 

Πάνος Σείκιλος – Χαρά Λιακατά

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook