Μήλος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθόταν στο μπαλκόνι απορροφημένη, διαβάζοντας ένα βιβλίο από τα πολλά που είχε στην βιβλιοθήκη της. Ο ήλιος πάντα την ενοχλούσε, για αυτό απέφευγε να πηγαίνει στην παραλία, νιώθοντας πιο ασφαλής κάτω από την σκιά της πέργολας. Το μεγάλο της καπέλο και τα γυαλιά τύπου Τζάκι Ο που φορούσε, συμπλήρωναν την εικόνα της. Σήκωσε το βλέμμα της. Αγκάλιασε το απέραντο γαλάζιο και ένιωσε μια γαλήνη να την πλημμυρίζει. Και μετά εστίασε στο μικρό λευκό βαρκάκι που ήταν αγκυροβολημένο στον κόλπο κάτω από το σπιτάκι. Τα μάτια της φωτίστηκαν.
Πριν το γνωρίσει, δεν ήξερε τίποτα για το νησί. Μόνο την Αφροδίτη της Μήλου, την οποία είχε δει σε μια επίσκεψή της στο μουσείο του Λούβρου, στην Γαλλία. Από την πρώτη όμως στιγμή που την έφερε εδώ, το αγάπησε το νησί. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ήταν διαφορετικά. Οι δυο τους συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Ακόμα και την διαφορετικότητά τους κατάφεραν να την εναρμονίσουν. Εκείνος λάτρευε το ψάρεμα. Την ηρεμία που του προσέφερε η θάλασσα. Την Σιωπή. Την έκρηξη της αδρεναλίνης την ώρα που το ψάρι τσιμπούσε το δόλωμα και το καλάμι ανεβοκατέβαινε με δύναμη. Εκείνη από την άλλη λάτρευε το διάβασμα. Καθισμένη στο μπαλκόνι, ήταν σαν να αιωρείται πάνω από το νερό. Επιδίωκε την Σιωπή. Τον είχε όμως συνέχεια στο νου της. Συχνά τον έψαχνε στο μπλε της θάλασσας. Και μόνο η παρουσία του εκεί της έφτανε. Δεν χρειαζόταν να είναι κοντά του. Ήξερε ότι είναι δίπλα της.
Μόλις έπεφτε ο ήλιος, πάντα επέστεφε. Εκείνη ήξερε ότι του στερούσε το βραδινό ψάρεμα και πολλές φορές του είχε ζητήσει να συνεχίσει την πορεία του και να μην γυρίσει πίσω. Εκείνος όμως αρνιόταν πεισματικά. Οι ώρες που περνούσαν χώρια ήταν ήδη πολλές. Του ήταν αρκετές. Δεν ήθελε να την στερείται παραπάνω. Δεν άντεχε να κοιμάται χωρίς εκείνη. Δεν ήθελε τα βράδια του χωρίς την κουβέντα τους, την αγκαλιά της, την ασφάλεια που ένιωθε όταν ήταν μαζί.
Κανένας τους δεν μετάνιωσε ποτέ για την απόφαση που πήραν πριν χρόνια να φύγουν από την Αθήνα. Χορτασμένοι και οι δύο από την έντονη κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας, αποτραβήχτηκαν σε αυτό το μικρό νησί του Αιγαίου, ζώντας αυτό που τους είχε λείψει. Επιζητούσαν και οι δυο τους το ίδιο πράγμα. Ηρεμία. Και την βρήκαν. Μαζί. Από την πρώτη μέρα ένιωσαν σαν στο σπίτι τους. Ίσως επειδή εκείνος ερχόταν χρόνια για ψάρεμα εδώ, ίσως επειδή εκείνη τον ακολούθησε χωρίς ενδοιασμούς. Γεγονός είναι πάντως ότι προσαρμόστηκαν πολύ εύκολα στις συνήθειες των ντόπιων. Το μόνο που ίσως τους δυσκόλευε λίγο ήταν η οχλαγωγία των καλοκαιρινών μηνών, με τις ορδές των τουριστών να κατακλύζουν κάθε σπιθαμή του νησιού. Όμως έκαναν υπομονή, καταρχάς επειδή ήξεραν ότι το νησί ζούσε από τον τουρισμό και επιπλέον επειδή δεν ξεχνούσαν ότι κάποτε ήταν κι αυτοί επισκέπτες.
Είκοσι χρόνια είχαν περάσει από εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου που της είχε ζητήσει να φύγουν μαζί. Είκοσι χρόνια γεμάτα αγάπη, σεβασμό, έρωτα. Κι ήξεραν και οι δύο πως ήταν ευλογημένοι που το ζούσαν αυτό. Γιατί δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την τύχη και την ευτυχία, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν ολοκληρωτικά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Φυστίκι ΠουΚυλάει
10

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook