Εγώ είμαι εδώ», της ψιθύρισε η Αγάπη ενώ της έσφιγγε το χέρι.

«Το ξέρω αγάπη μου. Σ’ αγαπάω», απάντησε η Λήδα κλείνοντας τα μάτια της.

Η Αγάπη έβαλε το κεφάλι της στο πλάι του καναπέ κοιτώντας την φοβισμένη, σχεδόν δεν ανέπνεε προκειμένου να μην την ανησυχήσει. Λίγο αργότερα, άκουσε τον Άλκη να έρχεται από το παιδικό δωμάτιο και σκούπισε τα μάτια της.

«Θα μείνεις εσύ;»

«Ναι» της απάντησε, παίρνοντας τη θέση της στο πλάι του καναπέ.

Κάτι δεν της άρεσε στο βλέμμα του απόψε. Ίσως φταίει που πριν δύο εβδομάδες κατηγόρησε τη Λήδα ότι τα είχαν μπλέξει. Ίσως τελικά να μην έχει πιστέψει πως δεν είναι αλήθεια.

Φοβήθηκε πολύ τι έδειχνε το πρόσωπό της στη θέα του Άλκη στο προσκεφάλι του ανθρώπου της. Προσπάθησε πολύ για να κρύψει τον πόνο που της προκαλούσαν οι εικόνες. Ακόμη δεν είχε ξεπεράσει το σοκ ότι ο άνθρωπος της είχε λιποθυμήσει νωρίτερα κι έπρεπε να την αφήσει.

«Καληνύχτα», είπε ο Άλκης οδηγώντας την στην πόρτα.

Βγήκε στην Εθνική επιστρέφοντας σπίτι. Κοιτούσε τις πινακίδες. Πόσο μακριά προλάβαινε να φτάσει; Κι αν συμβεί κάτι τη νύχτα; Σχεδόν κατά τύχη γλύτωσε ένα δρομολόγιο μέχρι τη μέση της Ελλάδας εκείνο το βράδυ, μέχρι που κατέληξε στη θάλασσα, άναψε ένα τσιγάρο και χάθηκε στις σκέψεις της. Πόσο άδικος είναι ο κόσμος; Είναι ο άνθρωπος μου. Δεν είναι καλά κι εγώ έπρεπε να την αφήσω. Γιατί; Γιατί ένα κορίτσι δε μπορεί να αγαπάει ένα άλλο κορίτσι.

Η Λήδα και η Αγάπη είχαν γνωριστεί πριν κάποιους μήνες σε κοινή παρέα. Τα βρήκαν γρήγορα. Βόλτες, εκδρομές, κοινά ενδιαφέροντα κι όλα αυτά που μοιράζονται δυο φίλες της έφεραν κοντά.

Η Αγάπη ήταν για χρόνια σε σχέση με κοπέλα, όμως για μεγάλο διάστημα δεν το είχε μοιραστεί με τη Λήδα. Κάποια μέρα ένα κορίτσι άρχισε τυχαία να φλερτάρει έντονα τη Λήδα. Η Αγάπη την πείραζε και της έλεγε να ενδώσει. Με μια εφηβική αφέλεια και γιατί όλα ήταν μία πλάκα την έσπρωχνε σε ένα «γιατί όχι» μιας και την έβλεπε θετική στο φλερτ που λάμβανε. Τότε της μίλησε για το παρελθόν της και για την κοπέλα που της άρεσε εκείνο τον καιρό. Η Λήδα την πήρε αγκαλιά, την ευχαρίστησε που το μοιράστηκε και πια τα κορίτσια συζητούσαν τα πάντα. Ο καιρός περνούσε και οι στιγμές που μοιράζονταν ολοένα και περισσότερες μέχρι που ένα βράδυ έπεσαν σε μια ερωτική παγίδα που μόνες έστησαν.

«Εμείς μια μέρα θα κάνουμε σεξ» είπε η Λήδα ξεκινώντας ένα αστείο που δε φανταζόταν που θα οδηγούσε.

«Και τι έγινε; Μεγάλα παιδιά είμαστε! Σιγά», απάντησε η Αγάπη γελώντας χωρίς να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι απαντάει σε μία καλή της φίλη που αγαπάει και μόνο σιγά δεν θα ήταν…

Εκείνη η μέρα δεν άργησε πολύ… Ώρες αργότερα και ενώ είχαν χαθεί σε συζητήσεις ερωτικού περιεχομένου η Αγάπη την άγγιζε και συνειδητοποιούσε πως την ήθελε κι ας μην το είχε σκεφτεί μέχρι τότε.

Η κόντρα που θα ξημέρωνε ήταν εμφανής από το πρώτο φιλί.Η Αγάπη τη φιλούσε ώρα στο λαιμό, ώσπου η Λήδα την κοίταξε.

«Γιατί δε με φιλάς μωρό μου; Αφού αυτό θέλεις».

«Νομίζεις. Ότι θέλω το παίρνω», απάντησε με τον κυρίαρχο εγωισμό της.

Όταν η Αγάπη τη φίλησε, ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Χτύπο που παρέβλεπε πως είχε ακούσει για καιρό.

Ανάμεσα σε φιλιά, οργασμούς και πρόστυχες συζητήσεις, μιλούσαν για τη φιλία τους, για την επόμενη μέρα και για το σεξ που θα έκαναν μετά από χρόνια όταν θα ταξίδευαν ως την άκρη του κόσμου.

Η Αγάπη φεύγοντας δε μπορούσε να το συνειδητοποιήσει. Δεν καταλάβαινε πως έφτασαν ως εκεί, όμως συνέβη κι έπρεπε να το αντιμετωπίσουν.

Η Λήδα είναι πολύ κλειστός άνθρωπος, δύσκολα σε αφήνει να καταλάβεις τι σκέφτεται. Η Αγάπη από την άλλη μιλάει πολύ για να κρύψει όσα νιώθει, σε σημείο που σε αποπροσανατολίζει.

Οι μέρες περνούσαν, η Λήδα είχε προχωρήσει σε σχέση, η Αγάπη συνέχιζε να συζητάει για κάποια άλλη, μέχρι που ξαναβρέθηκαν στο κρεβάτι, ενώ η επικοινωνία μεταξύ τους είχε χαθεί εντελώς. Για την Αγάπη η Λήδα ήταν κάποια που έπαιζε με όλους. Για τη Λήδα από την άλλη, η Αγάπη ήταν κάποια που έπαιζε μαζί της γιατί απλώς τη γούσταρε.

Η Αγάπη άρχισε να καταλαβαίνει πως νιώθει πράγματα για τη Λήδα. Ζήλευε αλλά δε μπορούσε να αντιληφθεί αν η ζήλεια την έκανε να νιώθει έρωτα ή ο έρωτας ζήλεια. Καμιά φορά θυμόταν πως είχε νιώσει μ’ εκείνο το πρώτο φιλί αλλά όταν την έβλεπε να φλερτάρει εδώ κι εκεί τα ξεχνούσε όλα. Ένιωθε να τη μισεί. Οι κόντρες διαδέχονταν η μία την άλλη, μέχρι που μια μέρα ήρθε η οριστική ρήξη. Ένας άσχημος καβγάς έφερε και τις δύο στα όρια τους.

«Πες μου τι νιώθεις», πίεζε η Λήδα την Αγάπη.

«Τίποτα. Το μόνο που θα ήθελα είναι να σε εμπιστευτώ για να σε διεκδικήσω».

Η Αγάπη προσπαθούσε να κρατηθεί μακριά μέχρι που μια μέρα πείστηκε πως πρέπει να της μιλήσει. Έχασε τα λόγια της όταν η Λήδα της είπε πως αν δεν ένιωθε δεν θα πήγαινε μαζί της.

Η Λήδα της ζήτησε να περιμένει να χωρίσει από τη σχέση που είχε προχωρήσει και η Αγάπη τη μία ένιωθε πως αντέχει να περιμένει για πάντα και την άλλη ήθελε να κάψει τον κόσμο.

Μέσα της δημιούργησε μια ακατανίκητη ανασφάλεια από την πρώτη στιγμή ότι η Λήδα δεν την είχε διαλέξει Γέμιζε πληγές που δε θα έκλειναν… Κι έμαθε πριν ακόμη είναι μαζί να περιμένει για να ζει…

Από τη μέρα που κατάφεραν να είναι μαζί, έβαλαν ταμπέλα και το ονόμασαν σχέση.

Η Λήδα φερόταν πάντα σα γυναίκα που είχε μάθει να είναι σύζυγος και μητέρα. Η Αγάπη από την άλλη πάλευε με τον εαυτό της για να βάλει για ύπνο όλα τα μεγάλα που είχε συνηθίσει να σημαίνει ο έρωτας. Μπήκε σε μια σχέση που είχε τη δική της καθημερινότητα από την πρώτη μέρα και είχε ήδη δεθεί με τα παιδιά της Λήδας. Έπαιζαν και περνούσαν ώρες μαζί. Εκείνος ο άνθρωπος που έλεγε πως δεν θέλει παιδιά από τη λαχτάρα του να είναι ανεξάρτητος, κοιμόταν αγκαλιά με δυο πιτσιρίκια και ξυπνούσε για να παίξουν. Οι Κυριακές απέκτησαν για εκείνη ένα αλλιώτικο νόημα, ένα σκούντημα «άντε σήκω να παίξουμε» είχε μπει στη ζωή της και το απολάμβανε. Ήταν εκεί στα παιδικά πάρτυ, πήγαιναν όλοι μαζί εκδρομές, βόλτες, έπαιζαν…

Κάθε μέρα η Αγάπη ερωτευόταν τη Λήδα και περισσότερο. Τη Λήδα γκόμενα που βαφόταν, έβγαιναν και διασκέδαζαν. Τη Λήδα σύντροφο που μαγείρευε τα αγαπημένα της φαγητά. Τη Λήδα μάνα που φρόντιζε τα παιδιά. Τη Λήδα φίλη, που ήταν πλάι της.

Μέχρι που ο έρωτας έγινε μια βαθιά αγάπη. Μια αγάπη που την έκανε να την προσέχει πολύ. Ξέχασε το πάθος, τα στριμώγματα στις γωνίες, τα ξενύχτια, τις παρέες. Μια αγάπη που την έκανε να κάνει υποχωρήσεις.

Καμία φορά τη χάζευε και την έβρισκε το ίδιο όμορφη με τότε, την ήθελε το ίδιο και τότε θυμόταν πως μέσα της υπάρχει ακόμη ο έρωτας. Και έχανε κάθε έλεγχο γιατί της έλειπε το κορίτσι της και γιατί είχαν πνιγεί στην καθημερινότητα χωρίς να μπορούν να είναι ουσιαστικά μαζί, γιατί θα έπρεπε πολλές φορές να την αφήνει. Όπως εκείνο το βράδυ που γλύτωσε κατά τύχη μια βόλτα μέχρι τη μέση της Ελλάδας. Που χάθηκε στις σκέψεις της ότι η ζωή με τη Λήδα θα είναι για πάντα μισή…

 

Αγάπη