Αγαπητό μου Πλουζ,
Σήμερα είναι η μέρα του πατέρα. Δεν το ήξερα, μου το πε η γιαγιά στο τηλέφωνο κρυφά για να μην το ακούσει η μαμά. Την ρώτησα αν έπρεπε να σου πάρω δώρο και μου είπε ότι δεν χρειάζεται. Αλλά και να σου πάρω, πώς θα στο δώσω μπαμπά; Δεν ξέρω πού είσαι.
Αποφάσισα να σου γράψω ένα γράμμα, να το στείλω σ’ αυτήν την ομάδα που διαβάζει η μαμά τελευταία μήπως το δεις από εκεί. Θα βάλω και ψευδώνυμο να μην με καταλάβουν… ελπίζω βέβαια να με καταλάβεις εσύ.
Γιατί λείπεις, μπαμπά; Η μαμά λέει ότι βρήκες άλλη ζωή, άλλο σπίτι κι άλλο παιδί. Μου λέει ότι με αγαπάει και πως θα κάνει τα πάντα για να μου βρει έναν πιο κατάλληλο μπαμπά. Εγώ όμως θέλω εσένα. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα, μόνο τις πυκνές σου μπούκλες που έπεφταν στο πρόσωπό μου όταν με γαργαλούσες. Μύριζες ιδρώτα και κάτι άλλο που δε θυμάμαι. Έλειπες πολλές ώρες μπαμπά. Δούλευες, μου έλεγες, για να μου πάρεις πράγματα και για να κάνεις τη μαμά ευτυχισμένη.
Η μαμά όμως στεναχωριόταν επειδή έλειπες, οπότε δεν καταλαβαίνω πώς θα βοηθούσε αυτό. Τώρα που λείπεις τόσο καιρό δεν είναι καθόλου χαρούμενη. Πίνει από ένα μεγάλο μπουκάλι, ρουφάει αυτά τα κακά κι άσχημα τσιγάρα, περνάει πολλές ώρες μπροστά από την τηλεόραση και δε με αφήνει να δω παιδικά.
Βλέπω από το παράθυρο τα άλλα παιδιά που πάνε στο πάρκο με τον μπαμπά τους να παίξουν μπάλα και στεναχωριέμαι. Βαρέθηκα να παίζω με δεινόσαυρους, με Lego, με το tablet της μαμάς, Τελείωσα όλες τις πίστες. Θέλω να πάμε μία εκδρομή, όπως τότε, πριν φύγεις, που είχαμε πάει στη θάλασσα και μείναμε ως το βράδυ.
Γιατί λείπεις, μπαμπά; Βγάζεις πολλά λεφτά; Ελπίζω να έχεις βγάλει αρκετά κι όταν γυρίσεις να μας κάνεις ευτυχισμένους. Η μαμά λέει να μην σε σκέφτομαι κι ότι πρέπει τώρα που έκλεισα τα εννιά να αρχίσω να γίνομαι ο άντρας της οικογένειας. Πώς θα το κάνω αυτό, μπαμπά; Θέλω να έρθεις να μου μάθεις εσύ. Θέλω να γίνω ψηλός και δυνατός σαν εσένα, να βλέπω ποδόσφαιρο και να ξέρω όλους τους παίκτες, να οδηγάω αυτό το μεγάλο φορτηγό, να τρώω σουβλάκια όποτε θέλω.
Ξέρεις τι μου έχει λείψει, μπαμπά; Εκείνες τις Κυριακές που καθόμασταν μαζί στην ταράτσα και βλέπαμε όλη την πόλη. Που σε ρώταγα τα πάντα κι εσύ πάντα μου απαντούσες. Ήταν από τις λίγες φορές που μου απαντούσες. Τις άλλες ήσουν κουρασμένος ή θυμωμένος.

Λείπεις, μπαμπά. Λείπεις κι εγώ αναγκάζομαι να σου στέλνω γράμμα για να σου μιλήσω. Την τελευταία μέρα του σχολείου, όλοι οι συμμαθητές μου έλεγαν τι θα κάνουν το καλοκαίρι με τους γονείς τους. Εγώ μόνο στη θάλασσα θα πάω όποτε μπορεί η γιαγιά. Η μαμά λέει ότι δεν έχουμε λεφτά για ταξίδια.
Τώρα που λείπεις, κι έβγαλες όσα λεφτά, θα με πάρεις ένα ταξίδι μπαμπά;
Ας είναι εδώ κοντά, σε κάποια παραλία, σε κάποιο νησί.
Αρκεί να ειμαστε μαζί, να κάτσουμε σε μία ταράτσα και να βλέπουμε τα πάντα.
Μπορείς κι εσύ να με ρωτήσεις πράγματα, μπαμπά, και θα σου απαντήσω. Τώρα ξέρω κι εγώ πολλά να σου πω, τα έχω μάθει μόνος μου, χωρίς βοήθεια.

Λείπεις, μπαμπά.
Μπορεί να μην είσαι ο τέλειος μπαμπάς αλλά είσαι ο δικός μου.
Δεν έχω δώρο να σου πάρω οπότε δέξου αυτό το γράμμα. Κι αν αποφασίσεις να γυρίσεις, να ξέρεις θα σε περιμένω για να πάμε μαζί στο πάρκο.

Υ.Γ. Πλουζ, σε ευχαριστώ για τη δημοσίευση. Αν δείτε τον μπαμπά μου κάπου, πείτε του να το διαβάσει. Και μην το πείτε στη μαμά! Υποσχεθείτε το!

 

Δημήτρης