“Μπαμπούλη Εσύ;”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«…με πήρε ο ύπνος κ έγειρα στου καραβιού τη πλώρη κ ήρθε κ με ξύπνησε του Γραμματικού (του Υποπλοίαρχου) η κόρη…», του τραγουδούσε όλο το πλήρωμα στη μικρή γιορτούλα που έκανε για τα συχαρίκια για τη γέννηση της κόρης του, του πρώτου του παιδιού! «Να σου ζήσει Καπτάν Γρηγόρη! Και στις χαρές της!», και τα μάτια του βούρκωναν από χαρά κ περηφάνια, κ στο πρόσωπο του, ταυτόχρονα, ήταν ζωγραφισμένο ένα μόνιμο χαμόγελο! Πάνε δεν πάνε τέσσερα χρόνια από τότε που γνώρισε τη γυναίκα του, μια μικροκαμωμένη καστανή κοπέλα, με τεράστια μάτια κ ζεστό χαμόγελο, ντροπαλή κ εσωστρεφής, αλλά με μια απόλυτη αγάπη κ αφοσίωση σε εκείνον. Αφού είχε να το λέει, όταν οι φίλοι του τον πείραζαν για το τι μπορεί να κάνει εκείνη εδώ μόνη της, όταν θα ταξίδευε εκείνος μακριά, «… τα 10 δάχτυλα μου κεριά τα καίω, ότι η Δέσποινα μ’ αγαπάει κι είναι Κυρία»!

Κ έτσι, τον περασμένο χρόνο, 20 Ιουλίου, του Προφήτη Ηλία ανήμερα, παντρεύτηκαν. Φέτος, στην επέτειο τους, σχεδόν, 24 Ιουλίου, αποκτούσαν το πρώτο τους παιδί! Τώρα ήξερε πως η αγαπημένη του θα τον πίεζε, ακόμα περισσότερο, να σταματήσει να ταξιδεύει, κ να ξεμπαρκάρει, για να’ ναι κοντά τους, στα ‘κορίτσια’ του!

Μα όμως αυτή τη δουλειά ήξερε από πάντα του, αυτήν διάλεξε, αυτήν σπούδασε, κ αυτή τον ευχαριστούσε. Και δεν το είχε κρύψει στην γυναίκα του. Εξαρχής, όταν την πρωτογνώρισε στο πάρτι του κολλητού του και νονού της κόρης του αργότερα, της έδωσε την επαγγελματική του κάρτα, για να της δώσει το τηλέφωνό του, όπου έγραφε την επαγγελματική του ιδιότητα, ‘Ανθυποπλοίαρχος’ τότε. Η Δέσποινα, αρχικά θαύμασε τη δουλειά του και την ευχαριστούσε που πήγαινε ταξίδια μαζί του, σε μέρη εξωτικά, που τότε στην Ελλάδα του ’70, σπάνια υπήρχαν άνθρωποι να έχουν την δυνατότητα να κάνουν τέτοια ταξίδια. Όμως, οι συνθήκες άλλαξαν, τώρα έγινε πατέρας και με τη γυναίκα του, όλο κ πιο συχνά, καυγάδιζαν για την προοπτική να αλλάξει δουλειά.

Πολλές φορές σαν παιδί εγώ, θυμάμαι να φωνάζουν ο ένας στον άλλο και ας έκλειναν τις πόρτες, για να μην τους ακούω ή τους βλέπω. Η τζαμένια πόρτα της κουζίνας, αν και σαγρέ, δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης ότι οι γονείς μου τσακώνονται πάλι. Μπορεί οι φιγούρες τους να ήταν θαμπές, όμως οι φωνές δυνατές και τα λόγια τους σκληρά.

«Θα’ ναι το τελευταίο μου ταξίδι Δέσποινα! Μου υποσχέθηκαν αφού φέρω το καράβι από τη Νότια Αμερική στην Ευρώπη, να ξεμπαρκάρω κ να κάτσω στα γραφεία, Αρχικαπετάνιος! Θα δεις, όλα θα πάνε καλά! Λίγη υπομονή κάνε ακόμα, για ένα τελευταίο ταξίδι!»

Το τηλέφωνο χτύπησε. Η μάνα μου που μίλαγε με τη γειτόνισσα, μου είπε να τρέξω να απαντήσω, θα’ ταν ο πατέρας μου, μου είπε, τέτοια ώρα! Από το καράβι, κάθε 2-3 μέρες, μας τηλεφωνούσε, μέσω δορυφόρου. Κ ήταν η μέρα του κ η ώρα του. Έτρεξα λοιπόν και όλο χαρά φώναξα, για να με ακούσει, «Μπαμπούλη εσύ;»

Μια άγνωστη αντρική φωνή μου ζήτησε τη μάνα μου. Εκείνη ήρθε και απάντησε στο τηλέφωνο. Την είδα να χλωμιάζει. Φωνές, κακό, η γειτόνισσα τρέχει, ειδοποιούν την γιαγιά μου (μάνα της μάνας μου) να έρθει, κλάματα, λιποθυμίες, ο παππούς μου (μπαμπάς της μάνας μου) με βουτάει και πάμε βόλτα. Μετά γυρνάμε σπίτι των παππούδων μου, η τηλεόραση παίζει, αρχίζουν οι ειδήσεις και όλο χαρά βλέπω τη φωτογραφία του μπαμπά μου στη τηλεόραση! Ουάαααου! Καταπληκτικό!

Ο παππούς όμως, γιατί είχε βουρκώσει και προσπαθούσε να μην κλάψει; Είναι ο μπαμπάς μου στη τηλεόραση! Γιατί κλαίει ο παππούς; Γιατί όλοι μ’ αγαπάνε ξαφνικά, περισσότερο από όσο πάντα, γιατί όλοι με παίρνουν βόλτα; Γιατί μου κάνουν δώρα (όχι ότι με χάλασε)! Γιατί η μαμά κλαίει συνέχεια όταν δεν χάνεται το βλέμμα της στο άπειρο, σκιά του εαυτού της; Γιατί ο μπαμπάς λείπει περισσότερο από ότι άλλες φορές; Γιατί οι δασκάλες στο σχολείο με κοιτούν με λύπη; Γιατί οι συμμαθητές μου με χτυπούν και με κοροϊδεύουν κ μου λένε ότι δεν έχω μπαμπά; Έχω μπαμπά! Εμένα ο μπαμπάς μου είναι καπετάνιος καιταξιδεύει σε μέρη που ούτε τα έχουν φανταστεί!

Ήταν Μάρτιος του 1974. Το ναυάγιο έγινε στις 11 του μήνα, εμείς το μάθαμε στις 14. Από τότε στη ζωή μου υπήρξαν πολλά «γιατί». Όλοι με αγαπούσαν, όλοι μου έφερναν δώρα και όλοι με πήγαιναν βόλτα «…να μην βλέπει τη μάνα του έτσι το παιδί….». Πέρασα δύσκολα μέσα στο σπίτι με μια θλιμμένη μητέρα, ντυμένη στα μαύρα, που πήρε χρόνια πολλά να συνέλθει και να βγάλει τα μαύρα από πάνω της. Μαρτύριο και στο σχολείο. Δεκαετίες μετά, το ονόμασαν ‘bullying’. Τότε, δεν μου έλειψε ο πατέρας μου, άλλωστε, είχα μάθει στην απουσία του! Όμως μεγαλώνοντας κατάλαβα το πόσο πολύ μου λείπει. Κάθε στιγμή! Στα δύσκολα και στις χαρές. Νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να επηρεαστώ, λόγω της μικρής μου ηλικίας τότε. Τώρα το ξέρω, πως για πάντα θα μείνει ένα κενό, κ ένα «γιατί».

 

Αγράμπελη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook