Τη βλέπω να κάνει σοβαρά λάθη. Αιμορραγεί από την κοιλιά, εκεί που ο ζηλιάρης σύζυγος έχει καρφώσει το κουζινομάχαιρο. Η λαβή εξέχει, αλλά η λεπίδα έχει εξαφανιστεί μέσα στο σώμα. Κι εκείνη δεν προσπαθεί να ξεφύγει, δεν προσπαθεί να τον χτυπήσει. Δεν κάνει κάτι άλλο από το να κλαίει, ακίνητη, με κοφτές αναπνοές, με το αίμα να σχηματίζει λίμνη κάτω από το κορμί της και να ρέει από το στόμα της. Αυτός σηκώνεται και κρατάει με τα αιματοβαμμένα χέρια του τα μαλλιά του. Κλαίει κι αυτός. Ξέρει τι έχει κάνει. Ξέρει τι θα του συμβεί από δω και πέρα. Θα γίνει φονιάς. Γίνεται φονιάς. Σκοτώνει τη γυναίκα του, τη μάνα του παιδιού του. Θα πάει φυλακή και ο μικρός Γιάννης θα χάσει τους γονείς του.

Φώναξε, της λέω. Φώναξε. Ούρλιαξε με όση δύναμη έχουν τα πνευμόνια σου.
Ξέρω ότι μάλλον δεν πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να εξαντλείται. Ήδη η δύναμή της την εγκαταλείπει. Αλλά πρέπει να κάνει κάτι.
Το μαχαίρι παραμένει στην κοιλιά της.
Στην κοιλιά μου.

Αυτός στέκεται από πάνω μου και μυξοκλαίει, ενώ εγώ αργοπεθαίνω και δεν κάνω κάτι για να σταματήσω το θάνατό μου. Νιώθω, όμως, ότι δεν μπορώ να επέμβω. Γιατί δεν είμαι εκεί, στο σώμα μου. Βλέπω τα γεγονότα σαν σε νοητή οθόνη. Αποπροσωποποίηση το αποκαλούν οι ψυχολόγοι, αν θυμάμαι σωστά. «Βγαίνεις» από τον εαυτό σου και τον παρακολουθείς, λες και είσαι κάποιος παρατηρητής – φάντασμα.

Ο σύζυγος τρέμει και εκείνη χάνεται.

Πεθαίνω και αυτός δεν κάνει κάτι για να σταματήσει το λάθος του από το να γίνει ακόμα χειρότερο.

Πάντα φοβόμουν ότι θα έρθει η μέρα όπου θα πιάσω κυριολεκτικά πάτο. Ανέκαθεν έκανα αυτό το λάθος σε έντονες καταστάσεις. Με έκραζε ο προϊστάμενος; Τον άκουγα, ένιωθα το άγχος και τη ντροπή, αλλά και σαν Χριστίνα και σαν μια παρατηρήτρια της Χριστίνας. Έπιανα το γκόμενό μου που είχα στο λύκειο να το κάνει με συμμαθήτρια; Ούρλιαζα από απέχθεια και ταυτόχρονα έβλεπα το πρόσωπο της Χριστίνας (του εαυτού μου) να κοκκινίζει και τα δάκρυα να τρέχουν, ενώ οι άλλοι δύο προσπαθούσαν να με καλμάρουν. Ο δάσκαλος του Γιάννη έλεγε πως ο μικρός δεν τα πήγαινε καλά στα μαθήματα; Ένιωθα στο πετσί μου τα βλέμματα των άλλων γονιών που τα παιδιά τους είχαν καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο να με κοιτάζουν και να με συμπονούν, ενώ παράλληλα με έβλεπα να βαστώ την τσάντα μου στην αγκαλιά μου σαν ασπίδα απέναντι στο δάσκαλο.

Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου έχω πάθει αποπροσωποποίηση. Λάθος: όπου έχω εφαρμόσει την αποπροσωποποίηση. Για να μην καταρρεύσω. Για να προστατεύσω τον εγωισμό μου.

Αλλά δεν πιάνει, όχι πάντα, όχι σε όλους. Όχι με κάθε τρόπο. Το παρουσιάζω στους φίλους και τους γνωστούς σαν υπερδύναμη. Πώς αλλιώς να το αποκαλέσω; Κατάντια; Αυτό είναι, αλλά προτιμώ να καφρίσω, παρά να πω τα πράγματα με το όνομά τους. Ειδικά αυτό το πράγμα.

Ο σύζυγος με κοιτάζει. Κοιτάζει την Χριστίνα που κάποτε αγάπησε και που τον αγάπησε κι αυτή. Δεν αντέχω το βλέμμα του, προσθέτει κι άλλους πόνους, ενώ χειροτερεύει κάθε δευτερόλεπτο το μαρτύριό μου. Η ζέστη της κουζίνας χάνεται σιγά-σιγά και ο αέρας σαν να γίνεται πνιγηρός.

Μια φωνή από το άνοιγμα της πόρτας. Απαλή, αγορίστικη, αβέβαιη. Έτοιμη να σπάσει.

Η Χριστίνα στρέφει το κεφάλι της και βλέπει τον Γιάννη να στέκεται εκεί, ξυπόλυτος. Τα μαλλιά του έχουν ανακατωθεί, αλλά παραμένει το ίδιο γλυκό παιδί που γέννησε πριν εννιά χρόνια.
Αγοράκι μου, σκέφτομαι σαν παρατηρήτρια.

«Αγοράκι μου», λέει η Χριστίνα, «πάρε τηλέφωνο… την αστυνομία. Πάρε τηλέφωνο…»
«Όχι», λέει ο σύζυγος. «Όχι. Μην το κάνεις, μικρέ. Απλά φύγε. Πήγαινε για ύπνο. Τώρα».
«Μαμά;» λέει ο Γιάννης.
«Πάρε τηλέφωνο», λέει η Χριστίνα, και χαίρομαι που προσπαθεί. Έστω κι έτσι.
«Μαμά, είσαι καλά;»
«Πάρε…»
Ζορίζεται πάρα πολύ. «Πάρε τηλέφωνο… το… 100».
«Όχι!» φωνάζει ο σύζυγος. «Απλά φύγε. Φύγε!»
Θέλω να τον πιάσω στα χέρια μου και να τον χτυπήσω. Πώς τολμάει να κάνει όλα αυτά, γαμώτο;
«ΦΥΓΕ!» ουρλιάζει. Περνάει πάνω από το κορμί μου και κατευθύνεται προς την πόρτα. «ΦΥΓΕ!»
«Μαμά. Μαμά…»

Χριστίνα πρέπει να κάνεις κάτι, κορίτσι μου. Πρέπει. Έχεις πιάσει πάτο. Ό,τι φοβόσουν συμβαίνει, εξελίσσεται αυτή τη στιγμή. Κάνε κάτι.

Δεν υπάρχει γυρισμός. Το ξέρω ότι αυτό σκέφτεται. Αλλά της λέω να το ξανασκεφτεί. Έχεις ένα παιδί, να πάρει. Σκέψου το παιδί σου.

Ο σύζυγος ακουμπάει το μέτωπό του στην πόρτα. Κλαίει. Ανασαίνει βαθιά.

[Κάνε κάτι, Χριστίνα.
Δεν μπορώ. Πώς, αφού χάνω αίμα; Ήδη έχω χάσει πολύ αίμα.
Κάνε κάτι, Χριστίνα.]

Ο σύζυγος στρέφεται. «Έπρεπε να πηδηχτείς με τον Βασίλη. Γιατί; Γιατί να μου το κάνεις αυτό;»
«Δεν το έκανα»,
λέει η Χριστίνα.

Μάταιος κόπος. Δεν με πιστεύει. Η ζήλια του ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του «φυσιολογικού». Ξέρει ότι ποτέ δεν θα τον απατούσα, και όντως δεν τον έχω απατήσει, αλλά επιμένει ότι το έχω κάνει, και μάλιστα πολλές φορές.
«Σε είδαν. Σε είδαν μαζί του, Χριστίνα». Ακούγεται βραχνιασμένος.
Κάνε κάτι, Χριστίνα, της λέω. Πίστεψέ με, δεν θέλεις να ξανάρθει κοντά σου.
«Δεν μπορώ», ψελλίζει.
«Ω ναι, μπορείς», συνεχίζει εκείνος τα δικά του. «Μπόρεσες. Πήγατε για καφέ. Κάτσατε δύο ώρες. Γελούσατε και αυτός ακούμπησε το χέρι σου. Ξανά και ξανά. Κι εσύ δεν τον σταμάτησες».

Τη βλέπω να χλομιάζει. Η ροή του αίματος που βγαίνει από την πληγή σταδιακά ελαττώνεται.
Πεθαίνω.

«Σας είδε ο Πέτρος. Φύγατε με το αμάξι του Βασίλη».

Ο Πέτρος πάντα μας ζήλευε, ηλίθιε, σκέφτομαι. Προφανώς και θα μεγαλοποιούσε τα πράγματα. Και εγώ δεν οδηγάω. Με άφησε στο σπίτι και έφυγε αμέσως.

Η Χριστίνα δεν το λέει, ενώ δυσκολεύεται να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.
Κάνε κάτι. Σε παρακαλώ. Κάτι.
Η Χριστίνα δεν μιλάει.

«Σιγά μην τον άφησες έτσι απλά. Έχω τόσες υποψίες για άλλους γνωστούς μας, παντρεμένους· με τον ανύπαντρο θα κώλωνες;»
Η Χριστίνα δεν μιλάει.
Τον βλέπω να απομακρύνεται από την πόρτα. Να έρχεται προς το μέρος της.
Ώστε έτσι θα τελειώσει; αναρωτιέμαι. Νεκρή στο ίδιο μου το σπίτι από τον παθολογικά ζηλιάρη σύζυγό μου; Γιατί να μην τον έχω χωρίσει; Γιατί; Γιατί;

Αυτός στέκεται κοντά της. «Είσαι μια πόρνη, Χριστίνα. Με πρόδωσες. Πρόδωσες το γάμο μας».
Δεν μπορώ να του απαντήσω άλλο. Δεν μπορώ και δεν θέλω. Νιώθω κουρασμένη. Πιο κουρασμένη από ποτέ. Θέλω να κλείσω τα μάτια. Να ηρεμήσω.
Πρώτη φορά βλέπω κάτι σαν παρατηρήτρια και ταυτόχρονα επηρεάζομαι τόσο άσχημα.
Κατάντια, σκέφτομαι. Μια λέξη, όλη η αλήθεια της ζωής μου.

Ακούω κάτι δυνατούς ήχους, σαν να έρχονται από το διάστημα.
«Κωλόπαιδο», λέει ο σύζυγος. «Πήρε τηλέφωνο τελικά».

Κάνε… κά-τι…
Δεν… μπορώ.
Κάνε… για το παιδί.

Τα μάτια σφαλίζουν.
Κάνε… την κατάντια…

Χτυπήματα στην πόρτα του σαλονιού. Το δωμάτιο γυρίζει. Δύο χέρια στο λαιμό μου, με πνίγουν, αν και όχι με όση δύναμη έχουν. Ο σύζυγος στέκεται από πάνω μου και κοιτάζει προς την πόρτα της κουζίνας. Φοβάται.

Το παιδί…

Μορφάζω. Σφίγγω τη δεξιά μου γροθιά. Η καρδιά μου χάνει μερικούς χτύπους. Η αναπνοή μου επιβραδύνεται κι άλλο.

Σηκώνω απότομα το χέρι μου.

Η Χριστίνα τον χτυπάει στο πρόσωπο. Το χέρι της την πονάει.

Αυτός δεν το περιμένει. Βγάζει ένα αγκομαχητό και χαλαρώνει τη λαβή του.
Με κοιτάζει. Κοιτάζει τη Χριστίνα. Μας κοιτάζει. Τέρμα η αποπροσωποποίηση τώρα. Είμαι εγώ και είμαι η Χριστίνα.

Η πόρτα σπάει. Αστυνομικοί και τραυματιοφορείς. Και μια παιδική φωνή να κλαίει.

Ίσως ζήσω. Αν ζήσω, θα μάθω να αντέχω και να μην αποφεύγω (άμεσα ή έμμεσα) τα ζόρια. Για τον Γιάννη. Για τη Χριστίνα. Για μένα.