My name is Bond, Soula Bond. Του Τζέιμς του Μποντ ξαδέλφη. Τα σπίτια μας στο χωριό σε μια αυλή. Όταν ερχόταν ο ξάδελφος για το πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο, εγώ του έβαζα τη θρούμπα στο μαρτίνι. Πολύ με συμπαθούσε ο Τζέιμς και μια που τα’ παιρνα τα γράμματα, είχα και το λόουερ και το προφίσεσι, με πήρε για βοηθό του στην ΜΙ6 γιατί δουλειές στο χωριό δεν είχε. Kάπως έτσι πρέπει να έγιναν τα πράγματα γιατί αλλιώς δεν εξηγείται, πώς ανέπτυξα τέτοιες κατασκοπευτικές ικανότητες από την ώρα που τα έφτιαξα με τον Λευτέρη.

Η Κατάσκοπος που μ’ αγάπησε
Καλό παιδί ο Λευτέρης. Το λένε όλοι του οι φίλοι, έγκυρη πηγή. Αλλά λίγο μαλάκας. Το λέω εγώ, εγκυρότερη πηγή. Κούκλος. Όλες ήθελαν να βρίσκονται δίπλα του. Καζίνο ρουαγιάλ ο Λευτεράκης. Αυτός καθισμένος στο τραπέζι του Μπλακ Τζακ, στο ένα χέρι το μαρτίνι και στο άλλο η τράπουλα. Και γύρω του τα μοντέλα. Σε βάρδιες. Ε, στο περίπου…

Αντί για Καζίνο Ρουαγιάλ σκεφτείτε την παμπ «Το Δελφίνι» στην Τρίπολη.

Από κοντά τον είχαν όλες μήπως και βαρεθεί και θέλει μια αλλαγή ο Λευτεράκης. Αλλά δεν έχω παράπονο. Εγώ ήμουν η επίσημη. Και μπορεί βέβαια να ήμουν ερωτευμένη, αλλά χαζή δεν ήμουν. Όλα τα καταλάβαινα. Κυρίως από διαίσθηση. Χωρίς αποδείξεις όμως, έγκλημα δεν υπάρχει.

Επιχείρηση Χρυσοδάχτυλος
Το τηλέφωνο του Λευτέρη δεν χτυπούσε ποτέ. Τόσοι φίλοι, τόσες δουλειές στο «Υδραυλικαί εργασίαι Ελευθέριος Μπούνας» και όταν ήταν μαζί μου, όλως τυχαίως, δεν τον έψαχνε κανείς. Ή μήπως ο Λευτεράκης το έβαζε στο αθόρυβο; Εμένα θα δουλέψεις, κύριε Λευτέρη; Tην Soula Bond της Τρίπολης;
Κοιμήθηκες; Καλά να πάθεις! Φωτιά πήραν τα δαχτυλάκια μου, μην τυχόν και ξυπνήσει την ώρα που κρατούσα το πειστήριο του εγκλήματος. Πρώτα sms, μετά viber, messenger και τέλος polithrona. Όοοοχι, δεν είναι νέα εφαρμογή που δεν γνωρίζετε εσείς οι κοινοί θνητοί. Είναι η πολυθρόνα της γιαγιάς μου στην οποία σωριάστηκα όταν διάβασα τα μηνύματα του λεγάμενου (γιατί στον καναπέ κοιμόταν, όπως είπαμε, ο Λευτέρης).

Δόκτορ Νο
«Τι είναι αυτά, ρε Λευτέρη; Ποιες είναι αυτές;»
«Καλά, κοιτάς το κινητό μου; Σου’ δωσα ποτέ εγώ δικαίωμα να αμφιβάλεις για μένα;»
«Ε, προφανώς και μου έδωσες, ρε Λευτεράκη. Γιατί εγώ κομμώτρια ήθελα να γίνω, όχι διεθνής κατάσκοπος να ψάχνω τηλέφωνα, υπολογιστές και τάμπλετ».
Όχι, όχι και πάλι όχι ο Λευτέρης.
«Δεν έγινε τίποτα με τις κοπέλες. Αυτές μου στέλνουν κι εγώ από ευγένεια απαντάω. Δεν ξέρουν ότι είμαστε μαζί».
Ε, τόσα χρόνια ελεύθερο πουλί (ελεύθερο και το πουλί του), αλλά τώρα άλλαξε ο Λευτεράκης.
«Όλες τις ξέκοψα. Γιατί μόνο εσένα θέλω».

Επιχείρηση Κινούμενος Στόχος
Δεν ήταν και πολύ ξεκάθαρα τα μηνύματα, ήθελα να τον πιστέψω κι εγώ (αφού είπαμε, είχε ερωτευτεί η κατάσκοπος), έκανα σαν να μη συνέβη τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Διότι αν έβρισκα κι άλλες αποδείξεις, θα επιβεβαίωνα το έγκλημα. Δυο τρία βράδια λοιπόν, μετά την Επιχείρηση Χρυσοδάχτυλος, ο Λευτεράκης θα έβγαινε με τους φίλους του κι εγώ θα πήγαινα σινεμά με την κολλητή μου. Ή μάλλον έτσι είπα στον Λευτέρη. Βέβαια, δεν απείχε και πολύ από την αλήθεια, γιατί στο τέλος της βραδιάς για ταινία ήμασταν.

Σκάι Φολ
Φόλα θα του έριχνα στο ποτό του άχρηστου, αν δεν με συγκρατούσε η κολλητή. Αλλά για να μη σας μπερδεύω, ας το πάρω από την αρχή.
Φόρεσα σκούρα ρούχα για να μην ξεχωρίζω στο στέικ άουτ (στην παρακολούθηση μωρέ, δεν βλέπετε ταινίες του Τζέιμς Μποντ;), είπα στην φίλη μου να περάσει να με πάρει με το αυτοκίνητο του δικού της, που δεν το ήξερε ο λεγάμενος και έφυγα πρώτη από το σπίτι.
«Καλά να περάσετε με τα παιδιά, Λευτεράκη μου».
«Κι εσείς κοριτσάρα μου, και φρόνημα».

Μείναμε κανένα μισάωρο μέσα στο αυτοκίνητο κάτω από το σπίτι, μέχρι που κατέβηκε ο Λευτεράκης. Μπανιαρισμένος, σινιαρισμένος, κουστουμάτος κι άνετος. Γιατί νόμιζε ότι ξεγέλασε τον Τζέιμς τον Μπόντ, ή μάλλον ακόμα χειρότερα. Νόμιζε πως ξεγέλασε τη Soula.
Μπροστά το όπελ κόρσα του Λευτεράκη με το αυτοκόλλητο «Υδραυλικαί εργασίαι Ελευθέριος Μπούνας» στο τζάμι, πίσω οι πράκτορες. Προσπερνάει το σπίτι του Ηλία, του Γιώργου, του Τάσου, σε κανέναν κολλητό του δεν κατέβηκε ο ύποπτος. Μέχρι που πάρκαρε έξω από τη μονοκατοικία της Νίτσας.
Κατεβαίνει ο γαμπρός, στρώνει μαλλί, μαζεύει πουκάμισο, χτυπάει κουδούνι. Ανοίγει η Νίτσα με φόρεμα κοντό και παντόφλα με τακούνι, μου πέφτει εμένα ο ουρανός στο κεφάλι.
«Φιλενάδα, κράτα με! Ή μάλλον όχι, αμόλα με…»

Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν
Και με αμόλησε. Και ορμάω στο σπίτι και χτυπάω πόρτες, παράθυρα, κουφώματα, ανοίγει η Νίτσα χτυπάω και τη Νίτσα. Με βλέπει ο λεγάμενος «Δεν είναι αυτό που νομίζεις, γοργόνα μου, πλημμύρησε το μπάνιο», λέει ο Λευτεράκης κρατώντας στο χέρι του το ουισκάκι που του είχε βάλει στο νεροπότηρο η Νίτσα.
Έχει ξεκολλήσει, εν τω μεταξύ, η Νίτσα τη μάπα της από τον τοίχο που είχε κολλήσει με τη σφαλιάρα που έφαγε και προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τον Λευτέρη. Πιάνω εγώ το μπουκάλι το ουίσκι και σηκώνοντάς το να κοπανήσω τον Λευτεράκη στο κεφάλι…

Στην Υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος
…το μετανιώνω. Αφήνω κάτω το μπουκάλι, κοιτάω στα μάτια τον Λευτέρη και τη λεγάμενη με βλέμμα αριστοκρατικό και…
«Εμείς οι δυο τελειώσαμε. Μια Νίτσα σου αξίζει. Σε οικτίρω, Λευτεράκη».
Γιατί εμείς εκεί στην ΜΙ6 εκπαιδευτήκαμε να είμαστε στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος και φερόμαστε αναλόγως.

Soula Bond, on Her Majesty’ s Secret Service.

 

Μάιρα