Υπάρχει ένα αόρατο νήμα λένε που ενώνει ανθρώπους που ίσως δεν συναντηθούν και ποτέ. Όμως τους ενώνει, τους κάνει λιγότερο μόνους.

Είναι η έμφυτη ανάγκη του να ανήκεις; Η προστασία που προσφέρει μια αγέλη; Είναι ο φόβος της μοναξιάς και της μοναδικότητας; Μήπως έχει τις ρίζες της στη θρησκεία αυτή η πεποίθηση;

Φιλοσοφικές ερωτήσεις.

Αναπάντητες.

Έχω μια αρχή όμως. Κάθε που συμβαίνει κάτι καλό προσπαθώ να μη ρωτάω ‘γιατί’. Γιατί συνέβη σε εμένα; Γιατί τώρα; Γιατί έτσι; Γιατί;

Δεν θα μου προσφέρει τίποτα το να πάρω απάντηση σε αυτά τα γιατί, μονάχα θα πάρει κάτι από τη μαγεία, θα κλέψει λίγο από το όνειρο.

Έτσι ανέπτυξα μια θεωρία, γύρω από αυτό το αόρατο νήμα που μας ενώνει, και βάζω κάτω από αυτήν την θεωρία τους ανθρώπους μου.

Τη φυλή μου, την αγέλη μου.

Βρισκόμαστε, χανόμαστε, ζούμε μακριά ο ένας από τον άλλο. Κάποιοι είναι αίμα μου, κάποιοι με θεωρούν αίματα τους. Με κάποιους δεν θα κοιμηθούμε ποτέ αγκαλιά και με άλλους μόνο αγκαλιασμένοι κοιμόμαστε.

Είναι οι άνθρωποι μου, σκορπισμένοι παντού. Ο ένας μεγαλώνει δύο κόρες, η άλλη ζει με τις γάτες και τον σύντροφό της, η τρίτη αλλάζει χώρα σχεδόν κάθε χρόνο, η τέταρτη βρέθηκε κοντά μου από το πουθενά. Ο πέμπτος επιδίωκε να γνωριστούμε χρόνια, ο έκτος μου μιλάει μόνο στα γενέθλια και τις γιορτές. Η έβδομη μεγαλώνει μόνη τον γιο της, η όγδοη μου θυμίζει συνεχώς πως απέχει “όσο ένα τσιγάρο δρόμος”. Ο ένατος ξέρει πότε είμαι καλά και πότε όχι ακόμη και όταν κάνουμε βδομάδες να μιλήσουμε.

Είναι οι άνθρωποι που δεν φοβάμαι να πάρω τηλέφωνο στις τέσσερις το πρωί παρόλο που κοιμούνται. Είναι οι άνθρωποι που φωσφορίζουν πάνω στο χάρτη και το σπίτι τους είναι σπίτι μου και η αγάπη τους ανιδιοτελής, ατόφια. Στάζει από τα μάτια τους, την άκρη των δαχτύλων τους και ηχεί μουσική στα αυτιά μου.

Ρομαντικοί, φοβισμένοι, αντιδραστικοί. Συγγραφείς, ζωγράφοι, χορευτές, ηθοποιοί, μουσικοί, μάγειρες, δάσκαλοι, δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, χημικοί, μπαρίστες.

Αγαπούν και πονάνε, παλεύουν με δαίμονες κλαίνε σα μικρά παιδιά και δεν χρειάζεται να τους ρωτήσω γιατί. Μου αρκεί που θέλουν να κλάψουν παρέα μου, να πιουν παρέα μου, να κάνουν βόλτες παρέα μου. Μου αρκεί όταν δημιουργούν παρουσία μου, με γεμίζει η σιωπή που μοιραζόμαστε.

Πόσα μέλη της φυλής είναι ακόμη εκεί έξω; Πόσους και πόσες δεν έχω βρει; Πόσοι χαθήκαμε μες το πλήθος; Πόσοι καθίσαμε δίπλα δίπλα στα λεωφορεία και το σινεμά χωρίς να μάθουμε ποτέ ότι η ψυχή μας καμώθηκε από το ίδιο υλικό; Πόσοι βρίσκονται στη κάτω μεριά του ισημερινού; Πόσοι μιλούν άλλες γλώσσες και πονούν και φοβούνται μακριά μου;

Κι όμως, είμαι ήσυχη. Δεν θα βρεθούμε ποτέ μα η φυλή είναι απλωμένη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Κι αν δεν βρεθούμε εμείς, θα βρεθούν μεταξύ τους. Πολύχρωμα πυροτεχνήματα κάποτε ο κόσμος θα τους φέρει κοντά και θα είναι ασφαλείς και θα έχουν ένα σπίτι, έξω από το σπίτι τους. Για αυτό είμαι ήσυχη.

Η φυλή φροντίζει πάντα τους δικούς της. Για αυτό να θυμάστε να λάμπετε, να θυμάστε ότι πρέπει να σηκωθείτε κι αύριο. Σας χρειαζόμαστε όλους εδώ.

Υ.Γ. σε όλα τα μέλη της φυλής που θα το διαβάσουν αυτό. Σας αγαπάω και που δεν το λέω συχνά.