Μύρισε καλοκαίρι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ακόμα και η βροχή του Ιούνη, μυρίζει αλλιώτικα. Δε σου βγάζει εκείνη την μελαγχολία του χειμώνα.

Δε σε πειράζει ακόμα και αν σε πιάσει η μπόρα καταμεσής του δρόμου και φοράς πέδιλα και κοντομάνικο.
Χαζεύεις για λίγο τον ουρανό και σκέφτεσαι, ίσως βρέξει, μα εμένα τι με νοιάζει; Θα δροσιστώ.
Στραβομουτσουνιάζεις λίγο γιατί θα ανακατευτεί το νερό της θάλασσας, θα βγουν φύκια στην όχθη, αλλά δε σε νοιάζει.
Δεν κάνει κρύο, έχει αυτή την ζέστη του Γιούνη που έλεγαν οι γιαγιάδες μας.

Αχ ρε γιαγιά, σε θυμήθηκα τώρα, με όλες εκείνες τις λέξεις που έλεγες λάθος και εγώ έτρεχα η “γραμματιζούμενη” να σε διορθώσω.
Λες και δεν ήξερα τι εννοούσες, όχι ήταν απλά η ματαιοδοξία μου να σου δείξω το σωστό, τώρα στα 86 σου να μάθεις το σωστό.
Και ποτέ δε θύμωσες μαζί μου, γελούσες απλά πονηρά σα να υπονοούσες ότι ξέρεις πως είναι το σωστό, απλά έτσι το έμαθες, έτσι θέλεις να το πεις.
Πάντα με το γλυκό σου βλέμμα, πάντα με την ζέστη σου αγκαλιά να μας περιμένει.
Ακόμα και όταν εμείς ξεχνούσαμε να σε πάρουμε ένα τηλέφωνο να δούμε τί κάνεις, πως ξημέρωσες. Δε σε πήραμε να σε ρωτήσουμε αν σε πονάει ακόμα το χέρι σου που είχε γίνει πια ζαρωμένο από τα χρόνια που κουβαλούσες πάνω σου. Δε σε πήραμε να σε ρωτήσουμε αν ήθελες να σου πάρουμε ψωμί γιατί στα 86, ο φούρνος για σένα πια ήταν ταξίδι μεγάλο και κουραστικό.
Ειδικά εκείνες τις κρύες μέρες, πρέπει αυτό το ταξίδι στον φούρνο να ήταν αποτρεπτικό για σένα, όμως ποτέ δε σε ρωτήσαμε, γιατί μας έφαγε η δουλειά και η “προσωπική” μας ζωή.
Κι όταν σε παίρναμε τηλέφωνο για τη γιορτή σου, ένιωθες τόσο χαρούμενη που σε θυμηθήκαμε που μας διέλυε η αγάπη σου.

Ξέρεις γιαγιά, κάθε πρωί που περνάω έξω από το σπιτάκι σου, θλίβομαι, βλέπω τα παντζούρια κλειστά και με πιάνει ένας καημός.
Μπορεί να μη σε ‘μολογάω κάθε μέρα στην κουβέντα μου, αλλά πάντα είσαι στην καρδιά μου.

Όχι με την μορφή σου όταν έφυγες, όχι όχι. Αλλά με την μορφή σου όρθια, όταν ήσουν ακόμα καλά, με τα κιλάκια σου, αλλά καλά. Έτσι επέλεξα να σε θυμάμαι.

Βλέπω τη μάνα να μαραζώνει στη θύμηση σου, μόλις σε συλλογιέται βουρκώνει. Ήσουν το τελευταίο της στήριγμα, ας ήσουν 86, ας είναι 63, ήσουν η δική της πατερίτσα. Ορφάνεψε πια. Και αυτό είναι κάτι που τρομάζει κάθε παιδί, είτε 13, είτε 33, είτε 63. Έγινες μια κορνίζα στο έπιπλο της, όπως ο πατέρας της, όπως η πεθερά της και όσοι έφυγαν. Και εκείνο το γαμημένο έπιπλο, γεμίζει πιότερο με κορνίζες όσων φεύγουν σιγά σιγά, παρά με των ζωντανών.

Γιατί δεν έχουμε χρόνο να βγάλουμε μια φωτογραφία, γιατί σήμερα δεν είναι βαμμένη η ρίζα στο μαλλί, γιατί σήμερα δεν φοράμε ωραία ρούχα, που αν ανοίξουμε εκείνα τα άλμπουμ τα παιδικά μας έχουμε φωτογραφίες με σοκολάτα στα μουσούδια μας, γιατί ΔΕΝ μας ένοιαζε η φωτογραφία, αλλά η στιγμή που ζούσαμε.

Τελικά γιαγιά ξέρεις κάτι; Βρέχει πάλι έξω.

Και δε με νοιάζει που βρέχει, με νοιάζει που έφυγε ο Γιούνης κι ήρθε ο Οκτώβρης και εγώ δε το κατάλαβα, γιατί πάλι έτρεχα για όλα τα άλλα, εκτός από την ίδια μου την ζωή.

Βρέχει και κάνει κρύο.
Μύρισε η γης, μύρισε ο αέρας.
Μύρισε ο χειμώνας.
Καληνύχτα γιαγιά, καληνύχτα ζωή.

ΚουΠου

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook