Natura

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Οι εργάτες μαζεύτηκαν στον καθορισμένο τόπο. Η ροδοδάκτυλος Αυγή μόλις είχε χαϊδέψει τον πρωινό ουρανό. Ο απέραντος δασωμένος τόπος αποκτούσε και πάλι το πράσινο χρώμα του. Η νύστα κρατούσε μουδιασμένο τον ψυχισμό των εργατών, έτσι τους ήταν ευκολότερο να ακολουθήσουν την ανίερη εντολή του βασιλιά τους. Εκείνος, καβάλα στο άλογό του, είχε έρθει ο ίδιος του να επιθεωρήσει τις διεργασίες. Το είχε πάρει απόφαση. Σε αυτό το σημείο της γης θα χτίζονταν το καινούργιο του παλάτι. Επιβλητικό, ευρύχωρο, ζηλογόνο και αντάξιο να φιλοξενεί εντός του όλα τα γλέντια του άρχοντα του τόπου μαζί με τους φίλους του, τους γειτονικούς βασιλιάδες.

«Μα άρχοντα μου, υπάρχουν τόσοι τόποι από αυτούς που διοικείς, όπου μπορείς να σκάψεις για να χτίσεις το παλάτι σου.» Τόλμησαν να του πουν όταν πρωτάκουσαν την απόφασή του.

«Είμαι απόγονος θεών, ο Ποσειδώνας, ο ίδιος, είναι παππούς μου. Κρατώ από τον Κρόνο και τον πρώτο βασιλιά όλων, τον Ουρανό τον ίδιο. Ποιος θα με εμποδίσει να χτίσω εκεί που θέλω εγώ να χτίσω;»

Σε αυτά τα λόγια του βασιλιά τα βλέμματα χαμήλωναν. Η γη ανήκε στον βασιλιά, όμως, ο επιλεγμένος τόπος με τα μεγάλα, αρχαία, δέντρα και τα αμέτρητα ζώα και ζωύφια ήταν από τα παλιά ταμένος στην Δήμητρα, την ίδια την θεά της γης. Όμως, η Δήμητρα δεν ήταν εκεί, ενώ ο Ερυσίχθονας ήταν. Το ίδιο και οι νόμοι του με τις ποινές τους. Οπότε η απόφαση πάρθηκε και το πρωινό εκείνο οι εργασίες αρχίσανε.

Καβάλα στην σέλα του, ο ατηλάτης βασιλιάς, παρακολουθούσε τους άντρες να καίνε και να κόβουν. Τεχνίτες με τους παρατρεχάμενους τους μετρούσαν και σχεδιάζανε. Είναι όμορφο να είσαι βασιλιάς. Δεν είναι, αντιθέτως, καθόλου όμορφο να είσαι εργάτης για έναν βασιλιά και να πελεκάς για λογαριασμό του τα δέντρα μιας θεάς. Πόσο μάλλον όταν, άξαφνα, τα δέντρα αυτά αρχίζουν να ουρλιάζουν σε κάθε πελέκημα του σκληρού χαλκού. Οι άντρες πανικόβλητοι παρατήσανε τα τσεκούρια και σβήσανε τα δαδιά. Τρέξανε έξω από το ακρωτηριασμένο δάσος και πέσανε στα γόνατα τους ικετεύοντας τον Ερυσίχθονα να τους απαλλάξει από αυτό τους το καθήκον.

Ο βασιλιάς κατέβηκε από το άλογό του τυφλωμένος και από οργή.

«Με πιο δικαίωμα παρακούτε τις εντολές μου;»

Κανείς δεν τολμούσε να απαντήσει. Ο βασιλιάς ξανά ρώτησε.

«Με πιο δικαίωμα παρακούτε τις εντολές μου;»

Ένας άντρας σηκώθηκε και απάντησε.

«Ερυσίχθονα, εξουσιάζεις όλη την Θεσσαλία και η χώρα σου είναι μεγάλη και πλούσια. Πάνε αλλού να χτίσεις. Αυτό το μέρος ανήκει στην Δήμητρα. Άσε το απείραχτο και προστάτευσέ το.»

Οι θεοί μάλλον θέλησαν να κεντρίσουν παραπάνω τα φρένα του άρχοντα, ώστε το πάθος του να γίνει διδαχή για τους μεταγενέστερους.  Άρπαξε ένα μεγάλο τσεκούρι που κάποιος είχε παρατήσει, πλησίασε προς ένα δέντρο και άρχισε να το πελεκάει φωνάζοντας: «Καμιά βούληση θεού δεν είναι παρούσα, μόνο ο δικός μου νόμος. Συνεχίστε τις δουλειές σας. Αμέσως».

Η πνιχτή κραυγή των αντρών τράβηξε την προσοχή του πωρωμένου Ερυσίχθονα. Στρέφοντας το βλέμμα αντίκρισε τους υπηκόους του γονατισμένους με το πρόσωπο χωμένο στην σκόνη της γης. Όρθια, στο μέρος όπου πριν στέκονταν ο άντρας που είχε τολμήσει να του αντιμιλήσει, η θεά Δήμητρα τον αντίκριζε. Το τσεκούρι στο χέρι του βασιλιά έμεινε διστακτικό. Έπειτα βρέθηκε κατά γης. Το χαμόγελο της θεάς άστραψε για μια στιγμή και χάθηκε μαζί με αυτή. Το δάσος απέμεινε να καπνίζει μονάχο του με τον Ερυσίχθονα να αναλογίζεται τι μέλλει γενέσθαι. Το τρεχαλητό των αντρών που απομακρύνονταν ταχύτατα και άτακτα μόλις έφτανε στα αυτιά του, τα οποία τα είχε καταλάβει ο βόμβος του φόβου και του άγχους. Πλησίασε το άλογο του για να το καβαλικέψει και να φύγει. Μόλις, όμως, το χέρι του έκανε να το αγγίξει, εκείνο σωριάστηκε νεκρό. Ο βασιλιάς γύρισε με τα πόδια στο παλάτι του. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως δεν θα τιμωρούνταν. Πως η αυριανή μέρα θα ήταν ίδια με την προηγούμενη. Πως η ευτυχία του θα συνεχίζονταν.

-Και η θεά;

-Η θεά, φουρκισμένη, πήγε και έπιασε τον αδελφό της τον Ποσειδώνα. Του περιέγραψε τα καθέκαστα και του ζήτησε να τιμωρήσει εκείνος τον απόγονό του. Ο θεός της θάλασσας, όμως, δεν δέχτηκε. Είχε σε πολύ μεγάλη αγάπη την κόρη του Ερυσίχθονα, την Μήστρα. Δεν ήθελε, λοιπόν, να βρούνε βάσανα την κοπέλα εξ αιτίας της συμπεριφοράς του πατέρα της. Η Δήμητρα, έφυγε χωρίς να πει κάτι. Πήγε και βρήκε την Πείνα. Όντας μια από τις πρώτες θεότητες που βγήκαν από το Χάος, η Πείνα είναι περισσότερο ορμή παρά προσωπικότητα. Δεν γνωρίζει από συγκινήσεις και έλεος. Πρόθυμα, επομένως, τράβηξε να εκτελέσει το θέλημα της Κρονίδος.

Μπήκε, νύχτα, στο παλάτι του Ερυσίχθονα. Τον βρήκε να κοιμάται. Αθόρυβα πλησίασε το ασθενικό κορμί της στο κρεβάτι του βασιλιά. Έσκυψε το κοκκαλιάρικο της πρόσωπο πάνω στο εύρωστο πρόσωπο του άντρα. Τα άσπρα και αραιά μαλλιά της τον σκέπασαν. Τα ξεραμένα χείλια της, σχεδόν άγγιξαν τα δικά του. Τότε, φύσηξε λίγη από την βρωμερή ανάσα της στο στόμα του και εξαφανίστηκε.

Από την επόμενη μέρα και έπειτα ο Ερυσίχθονας δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Η πλεονεξία του είχε μεταμορφωθεί σε πείνα. Πείνα ακόρεστη και άσβηστη. Τίποτα δεν μπορούσε να χορτάσει τον βασιλιά. Κανένα κρέας και κανένα ψάρι. Κανένα πουλί και κανένας καρπός. Τόσο ήταν το πάθος του που παράτησε κάθε άλλη ασχολία, αφού, όσο και αν είχε φάει, το στομάχι του γουργούριζε και τον πονούσε από ανάγκη για φαγητό, ενώ το κορμί του έτρεμε και ο ίδιος ζαλιζότανε σαν να είχε να φάει μέρες. Ένα μετά το άλλο τα γεύματα έρχονταν μπροστά του. Κάθε φορά και περισσότερα. Κάθε φορά σε μεγαλύτερα πιάτα. Εκείνος έπεφτε με τα μούτρα στο φαγητό. Χλαπάκιαζε και μασούλαγε. Τα γένια του ήταν πάντοτε γεμάτα λίπος και τα χέρια του βρωμούσανε τροφή. Σύντομα το κελάρι πήρε να αδειάζει. Ανήμπορος να σταθεί όρθιος από την πείνα, διέταζε τους άντρες του να βγαίνουν συνέχεια για κυνήγι. Τους γεωργούς να του καταθέτουν την σοδειά τους. Μα εις μάτην. Τέτοια ήταν η ανελέητη πείνα του ώστε αδυνατούσε να σκεφτεί ή να πράξει. Αν δεν έτρωγε, ζαλίζονταν από την πείνα. Οι υποθέσεις του βασιλείου παραμελούνταν, τα προβλήματα αυξάνονταν και ο κόσμος δυσανασχετούσε από τις συνεχώς αυξανόμενες εισφορές σε τρόφιμα που του ζητούνταν να καταβάλει.

Αποφασίστηκε από τους γέροντες αριστοκράτες να πραγματοποιηθεί μια εξιλαστήρια θυσία για το πάθος του βασιλιά, με την ελπίδα να απαλλαχτεί ο τελευταίος από τα βάσανα του και να ηρεμήσει και ο λαός που, δουλεύοντας νυχθημερόν, έβλεπε τον μόχτο του να γίνεται τροφή για τον αχόρταγο βασιλιά. Τροφή που ποτέ δεν αρκούσε. Τόσες ήταν οι ανάγκες του βασιλιά ώστε η γη είχε πάρει να ερημώνει και από σπαρτά και από ζώα.

Έτσι και έγινε. Κατά την διάρκεια της τελετής, είχε μαζευτεί όλη η πόλη στην ακρόπολη της για να τιμήσουν τους θεούς. Όλοι οι άντρες που ήταν απασχολημένοι με το κυνήγι και την καλλιέργεια της γης, μπορούσαν να αναπαυτούν για λίγο λόγω της ημέρας. Μαζεύτηκαν τα πιο παχιά ζώα- που μπορέσανε να βρουν-και τα θυσιάσανε. Ο βασιλιάς, παρά το πάθος του, προσπάθησε να κρατηθεί. Παρευρέθηκε στις θυσίες. Ήξερε πως ήταν απαραίτητο να μην αφήσει να φανεί το ακράτητο του χαρακτήρα του. Έπρεπε, εξάλλου ο λαός να ηρεμήσει μαζί του. Ίδρωνε βλέποντας τα χοντρά ζώα να σφάζονται. Το στομάχι του γουργούριζε όσο μυρωδιές του λίπους τους, που ψήνονταν στην φωτιά, έφταναν στην μύτη του. Τα πόδια του έτρεμαν και ο ίδιος ζαλίζονταν. Τόση ήταν η πείνα του που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε, σύντομα, να σκεφτεί. Τι και αν προηγουμένως είχε φάει δύο ελάφια. Ήταν σαν κάποιος εξαθλιωμένος που έπειτα από μέρες και μέρες απελπισμένης περιπλάνησης, έφτανε σε κατοικημένη περιοχή. Μέσα στην σιγή που είχαν διατάξει οι ιερείς για να τελέσουν τις ευχές τους, ο Ερυσίχθονας δεν άντεξε. Η μυρωδιά του φαγητού και η πείνα του τον νίκησαν. Ήταν σαν να τον νικούσε η ανάγκη του να επιβιώσει. Έσπρωξε τους φρουρούς του, οι οποίοι περισσότερο λειτουργούσαν, με εντολή των άλλων αρχόντων, ως δεσμοφύλακές του, έτρεξε στους βωμούς και άρπαξε τα ιερά κρέατα. Έπεσε πάνω τους με λύσσα. Έτρωγε και έτρωγε. Ταυτόχρονα, ξέσπασε σε μια φοβερή και ασταμάτητη διάρροια, από κείνες που έπασχε όλον αυτόν τον καιρό εξαιτίας της ποσότητας φαγητού που κατανάλωνε ο οργανισμός του. Ο κόσμος πανικοβλήθηκε στο ανίερο θέαμα. Ο βασιλιάς καταβρόχθιζε τις σάρκες που του έκαιγαν το στόμα, προκαλώντας μια λίμνη αίματος να ρέει από αυτό. Αίμα που άχνιζε από την θερμότητα. Ο ίδιος, όμως, συνέχιζε να καταβροχθίζει αγνοώντας το αίμα, πασαλειμμένος στις ίδιες του τις ακαθαρσίες, που και αυτές συνέχιζαν να ρέουν ασταμάτητα.

Ο κόσμος ξέσπασε σε αγανάκτηση ενώ άλλοι από τους ιερείς παρακαλούσαν τους θεούς για έλεος και άλλοι αναθεμάτιζαν τον βασιλιά. Κάποιοι απεσταλμένοι των γύρω πόλεων και φίλοι, κάποτε, του Ερυσίχθονα, έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Δεν τόλμησαν να πατήσουν το έδαφος της πατρίδας τους, προτού κάνουν κάποιο καθαρμό.

-Και τι έγινε μετά; Ποια η μοίρα του θεοβλαβή άρχοντα;

-Τα όσα έπραξε μετά, κανείς ζωντανός δεν τολμά να τα πει. Ο Ερυσίχθονος με την γυναίκα του και την κόρη του άρχισαν να περιπλανιόνται, εξόριστοι πλέον, σαν ζητιάνοι. Χειρότερα από ζητιάνους γιατί σε αυτούς δείχνει ο κόσμος έλεος. Περιπλανιόνταν σαν μιάσματα. Ο εξόριστος βασιλιάς, προσπαθώντας να χορτάσει την πείνα του, έπεφτε πάνω σε ό,τι έβρισκε. Από καρπούς μέχρι ζώα. Καθώς το φαγητό που μπορούσε να εξασφαλίσει ήταν ελάχιστο, μόλις κάτι έπεφτε στα χέρια του εκείνος το έτρωγε ωμό. Κυνηγούσε σαν το ζώο και έτρωγε σαν το ζώο ξεκληρίζοντας τα χωράφια και τα ζωντανά των κατοίκων, που θυμωμένοι προσπαθούσαν να τον λιντσάρουν. Ομάδες-ομάδες μαζεύονταν να τον σκοτώσουν, αλλά μόλις τον αντίκριζαν φοβόντουσαν τόσο πολύ που το έβαζαν στα πόδια σαν κυνηγημένοι. Η γυναίκα του και η κόρη του δεν άντεχαν να τον βλέπουν. Δεν ήταν πια άνθρωπος. Ήταν ένα κτήνος. Η μόνη του έγνοια ήταν να χορτάσει. Όταν δεν έτρωγε κάτι, τότε κυνηγούσε. Δεν πρόφταινε καν να καθαριστεί. Η βρώμα από τα νεκρά αίματα και τις σάρκες πάνω του, αλλά και από τις δικές του ακαθαρσίες, καθιστούσε αδύνατο και να τον πλησιάσει κανείς. Ενώ σιγά-σιγά έπαψε και να μιλάει. Απλώς κυνηγούσε και έτρωγε. Τις ελάχιστες ώρες που κοιμότανε, οι δικοί του προσπαθούσαν να του εξασφαλίσουν φωτιά για ζεστασιά. Ο ύπνος του μειώνονταν μέρα με την μέρα. Η πείνα δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ένα βράδυ, ανίκανος να κοιμηθεί, προσπάθησε να βρει κάτι να φάει. Ίσως η μυρωδιά του να έδιωχνε τα ζώα γύρω του. Ίσως να τα είχε φάει όλα. Μπορεί και η αδυναμία που προκαλεί η έντονη πείνα να μην τον επέτρεψε να εξασφαλίσει τροφή. Τελικά έπεσε κάτω και άρχισε να ουρλιάζει. Υπέφερε. Η γυναίκα του τον λυπήθηκε. Χρόνια ήταν μαζί του. Ερωτευμένο ζευγάρι. Εκείνος, μόλις η γυναίκα τον άγγιξε, έπεσε πάνω της. Η Μύστρα πιο δίπλα έγινε θεατής του μιαρού αυτού θεάματος. Ο πατέρας της έτρωγε την μάνα της. Ωμή. Σαν κτήνος. Έπειτα, όταν δεν είχαν μείνει παρά μονάχα κόκκαλα, πλησίασε την Μύστρα. Η κοπέλα δεν ήταν σε θέση ούτε να πανικοβληθεί. Το πλάσμα που κάποτε υπήρξε ο πατέρας της την πλησίαζε. Εκείνη ζάρωσε. Ίσως επειδή είχε κάπως, έστω και στιγμιαία, χορτάσει, ίσως γιατί ο Ποσειδώνας δεν θα επέτρεπε να πάθει κάτι η αγαπημένη του κοπέλα, το τέρας σταμάτησε. Σαν να συνήλθε λίγο. Μπορεί και να δάκρυσε.

-Αφού ο Ποσειδώνας την λυπήθηκε γιατί δεν πήρε πίσω την κατάρα της θεάς;

-Γιατί αυτά που ορίζει να γίνονται ένας θεός, κανείς άλλος δεν μπορεί να τα αναιρέσει. Ούτε ο ίδιος ο Δίας. Την βοήθησε, όμως. Μην μπορώντας να αλλάξει την φύση του εξόριστου βασιλιά, άλλαξε εκείνη της κοπέλας. Της έδωσε την μαγική ικανότητα να μεταμορφώνεται σε όποιο πλάσμα επιθυμούσε καθώς και σε όποιον άλλον άνθρωπο ήθελε. Αμέσως από τα τρελαμένα μάτια του τέρατος η κόρη χάθηκε. Είχε μεταμορφωθεί σε μία μικροσκοπική μυγούλα. Αδύνατον να την εντοπίσει κάποιος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Εδώ αξίζει να δοθεί ένας έπαινος στην Μύστρα. Ενώ είχε πλέον την δύναμη να ξεφύγει για πάντα από το τέρας, εκείνη επέλεξε να τον αντικρίζει ως τον πατέρας της. Έτσι, όταν απομακρύνθηκε κάμποσο, ξανά πήρε την μορφή της και φώναξε στον πατέρα της. «Πατέρα μην με φας. Έλα στα συγκαλά σου. Άσε με ζωντανή και εγώ θα φροντίσω να σου εξασφαλίζω φαγητό, άφθονο.» Το τέρας θόλωσε. Έτρεξε να πιάσει την κοπέλα, μα εκείνη, όποτε την πλησίαζε, μεταμορφωνότανε και πάλι σε μύγα και του ξέφευγε. Μόλις απομακρύνονταν αρκετά, έπαιρνε την μορφή της και συνέχιζε να του μιλά. «Δες τι δύναμη μου παραχώρησαν οι θεοί. Μπορώ να πάρω όποια μορφή ποθώ.» Στα λόγια αυτά άλλαζε. Πότε γίνονταν κάποιος παλιός γνώριμος του βασιλιά, πότε κάποια όμορφη αυλητρίδα. Ο Ερυσίχθονας δεν ήταν σε θέση να συγκεντρωθεί. Πιστός στην παρόρμησή του έτρεχε να την αρπάξει. Εκείνη, τότε, μεταμορφώθηκε στον ίδιο τον Ερυσίχθονα. «Δες πως ήσουν, πατέρα και βασιλιά και δες πως έγινες» Μόλις ο Ερυσίχθονας είδε τον παλιό του εαυτό, πάγωσε. Έπειτα, καθώς το παλιό του είδωλο παραλλάσσονταν και παραμορφώνονταν στο αιματοβαμμένο και ακάθαρτο κτήνος που είχε καταντήσει, άρχισε να τρέχει μακριά της. Έτρεχε και γρύλιζε. Εν τω μεταξύ η πείνα του φούντωνε μα εκείνος προσπαθούσε, για πρώτη φορά στην ζωή του, να την συγκρατήσει. Τελικά έφτασε σε έναν οικισμό. Οι άνθρωποι μόλις τον είδαν μέσα στα αίματα τους συνεπήρε άγριος φόβος. Το τέρας, όμως, έμεινε ακίνητο. Όλο του το κορμί έτρεμε και ο πόνος του ήταν εμφανής. Κάποιοι χωρικοί, οι πιο γενναίοι, τόλμησαν να τον πλησιάσουν. Του έριξαν τα ακόντια τους. Το τέρας χτυπήθηκε άσχημα. Αναθαρρώντας, του όρμησαν και πάλι. Πετούσαν πέτρες και ξύλα. Ότι έβρισκε κανείς. Η Μύστρα έφτασε εκεί με μορφή πουλιού. Βλέποντας ένα πουλί να μεταμορφώνεται σε γυναίκα, οι χωρικοί την πέρασαν για θεά και έπαψαν. Εκείνη τους μίλησε με αυτό τον τρόπο.

«Καταλαβαίνω την οργή σας. Ο άνθρωπος αυτός έβλαψε τα χωράφια και τα ζώα σας. Ο φόβος που σας προξενεί σας κάνει ακόμη πιο άγριους μαζί του. Είναι, όμως, απλώς ένας άνθρωπος. Πάρτε τον και τιμωρείστε τον. Κάντε το όμως όπως αξίζει σε ανθρώπους και όχι σε τέρατα. Βάλτε τον στην φυλακή και δικάστε τον.»

Οι χωρικοί υπάκουσαν. Δεν το έκανα πρόθυμα, όμως το θαύμα που είχε συντελεστεί μπροστά τους δεν τους άφηνε επιλογή. Στην τελική γνωρίζανε πως ο Ερυσίχθονας έπαθε αυτά τα πράγματα γιατί απίστησε στους θεούς. Κανείς δεν ήθελε να μοιραστεί την μοίρα του. Με γοργές, λοιπόν, κινήσεις τον αρπάξανε, τον δέσανε και τον σύρανε μέχρι την φυλακή. Εκείνος ούρλιαζε και υπέφερε από την πείνα, αλλά δεν τους πείραξε.

Τον είχαν κλεισμένο για αρκετές μέρες. Κανείς δεν ήταν σίγουρος για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να διεξαχθεί η δίκη. Ποιος να απαγγείλει κατηγορίες σε κάποιον που τον καταδίκασαν οι θεοί; Έπειτα πολλοί φοβόντουσαν και το κελί του να πλησιάσουν, πόσο μάλλον να τον βγάλουν από αυτό.

Το φαγητό που του φέρνανε δεν ξεπερνούσε την νόμιμη μερίδα που ορίζεται για τους φυλακισμένους. Μερίδα που δύσκολα χορταίνει άνθρωπο, πόσο μάλλον ένα κτήνος. Τελικά, ο Ερυσίχθονας ενέδωσε στην πείνα του. Ίσως ενέδωσε στις τύψεις του. Μια μέρα έπαψε να ουρλιάζει και να χτυπιέται μέσα στο κλουβί. Μην ακούγοντας κάποιο θόρυβο οι φρουροί αποφάσισαν να δουν τι συμβαίνει. Ανησύχησαν μήπως το έσκασε. Πάνω στην ανησυχία τους φωνάξανε μαζί τους και άλλους φρουρούς και μέρος του στρατού για να τους συνοδέψει. Φτάνοντας στο κελί άλλοι λιποθύμησαν και άλλοι τρελάθηκαν από το θέαμα. Όσοι βγήκανε με αλώβητα τα φρένα, δεν έπαψαν ποτέ τους να δοξολογούν τους θεούς και να σέβονται τους νόμους τους.

-Τι είχε συμβεί;

-Ο Ερυσίχθονας κατασπάραζε τον εαυτό του. Πρώτα άρχισε να τρώει τις σάρκες των χεριών και των ποδιών του. Έπειτα, με την δύναμη της απελπισίας του, έβγαλε μια πέτρα που προεξείχε από τον τοίχο της φυλακής του και με αυτή πήρε να κόβει, μανιασμένα, κομμάτια του εαυτού του και να τα καταβροχθίζει. Τόση ήταν η πείνα του που δεν έβγαζε κανέναν ήχο πόνου. Μόνο τα σαγόνια του ακούγονταν. Έτρωγε και έτρωγε. Κάποια στιγμή, έσκισε το ίδιο του το στομάχι και το άνοιξε. Έβγαλε με τα ίδια του τα χέρια τα έντερά του και τα έφερε στο στόμα του, μασώντας τα. Φυσικά, μετά από αυτό και σε συνδυασμό με την απίστευτη ποσότητα αίματος που έχανε από τις άπειρες πληγές του, έπεσε αναίσθητος ώσπου πέθανε. Λέγεται ότι μόλις έπαψε να κινείται άνοιξαν τρέμοντας την πόρτα του κελιού του γιατί τους το ζήτησε η κόρη του, η οποία εν τω μεταξύ είχε ειδοποιηθεί και είχε πάει και αυτή εκεί. Πλησίασε τον πατέρα της. Ήταν πεσμένος ανάσκελα, μέσα στα αίματα, με το στομάχι του ανοιγμένο διάπλατα. Ακόμη κρατούσε στο στόμα του το έντερό του. Μόλις ένιωσε κάποιον δίπλα του, άνοιξε τα μάτια του και μουρμούρισε. Έπειτα ξεψύχησε.

-Τι μουρμούρισε; Ζήτησε βοήθεια; Ικέτεψε για έλεος;

-Είπε, μόνο, την λέξη «πεινώ».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook