Περπατούσε δίπλα στη θάλασσα σκυφτός. Μόλις ξεμπέρδεψε με τις διατυπώσεις και τις συνεννοήσεις στην εταιρεία. Ήξερε πως αυτή τη φορά κάτι δεν πήγαινε καλά, όμως τα χρήματα ήταν πιότερο από καλά και θα ξελάσπωνε μια κι έξω.

Πάνε δέκα χρόνια από τότε που ήρθε από την Ιταλία στο Τζάντε, παράνομα, κυνηγημένος από ανθρώπους κι από χρέη. Μέσα στον πανικό γνώρισε την Ελένη. Αυτός ήταν ένα κάθαρμα και μισό, εκείνη κορίτσι από σπίτι καλό και μορφωμένη για εκείνα τα χρόνια. Αγαπήθηκαν και παρθήκανε με παπά και με κουμπάρο, που λέει ο λόγος, κι έτσι πήρε αυτός μετά από λίγο την υπηκοότητα. Μα τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Αλλάζει ο άνθρωπος; Η Ελένη το ΄χε βάλει αμέτι μοχαμέτι να τον αλλάξει, να τον κάνει άνθρωπο. Το μόνο που κατάφερε ήταν τα τέσσερα κουτσούβελα που του έκανε κι αν κάτι τον έκανε πιο άνθρωπο ήταν αυτά. Η Ελένη κουράστηκε να παρακαλάει. Κουράστηκε να τον βγάζει από τις φυλακές και να τον κρύβει από την Αστυνομία κάθε που έμπλεκε σε παρανομίες. Έτσι ένα απόγευμα πήρε το πιο μικρό από τα μωρά της κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Άλλοι είπαν για γκομενοδουλειά, άλλοι για αγανάκτηση, ακόμα και ότι την σκότωσε αυτός και εξαφάνισε κι αυτή και το βυζανιάρικο. Απόμεινε αυτός με τα τρία παιδιά και θαρρείς πως αυτό σαν να του γύρισε κομμάτι τα μυαλά του. Άρχισε να παλεύει για να μην έχει κανείς να του πει οτιδήποτε για τα παιδιά του. Πότε νόμιμες δουλειές, πότε παράνομες, τα κουτσοέφερνε βόλτα.

Πέρασαν τα χρόνια. Η Αγγελικούλα ετοιμαζόταν για εξετάσεις, ο Θανάσης για φαντάρος και ο Μάριος ήταν στην Τρίτη δημοτικού.
Τελευταίο μπάρκο. Θα ξελάσπωνε και μετά θα ασχολούνταν με τ’ αμπέλια. Θα έβαζε και δυο δραχμές στην άκρη για να σπουδάσει η Αγγελική του.
– Πατέρα, μη φύγεις, σε παρακαλώ, χώθηκε η Αγγελικούλα μέσα στην αγκαλιά του.
– Πρέπει, Αγγελικούλα μου. Να έχουμε δυο δραχμές στην άκρη να φύγεις του χρόνου στην Αθήνα.
– Μπαμπά, μη φύγεις, άρχισε από κοντά να παρακαλεί κι ο Μάριος. Θα τα καταφέρουμε. Θα έρχομαι κι εγώ στ’ αμπέλια να βοηθάω σαν τελειώνω από το σχολείο.
– Εσύ να κάτσεις στ’ αυγά σου, μικρέ, και στα διαβάσματά σου. Σπίρτο είσαι, βρε κερατά, αλλά τεμπέλαρος! Τι θα γίνεις, βρε, δίχως γράμματα; Του ΄λεγε αυστηρά, μα γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του.
– Θα πάω στ’ αμπέλια! Κι άμα τα κονομήσω θα γίνω ο καλύτερος οινοποιός στα Επτάνησα. Θα πνίξω την Ελλάδα στη Βερντέα. Αυγουστιάτης, Σκιαδόπουλο, Κατσακούλιας, Ρομπόλα. Θα στείλω τους Κεφαλλονίτες να παρακαλάνε τ’ αγιού τους να τσι λυπηθεί. Κι άμα δεν πίνεται το κρασί, για ξύδι θα το πουλώ στις κυράδες τους. Χαμένος δεν θα πάω. Ούλο το Τζάντε θα με καμαρώνει.

Πρώτη φορά που δεν του έλεγαν λεπτομέρειες για το ταξίδι. Μόνο το όνομα του καραβιού ήξερε και την ώρα που θα αναχωρούσε. Ούτε τι θα κουβαλούσαν ήξερε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι κάτι δεν του πήγαινε καλά. Τον καπετάνιο και το πλήρωμα τους ήξερε. Και το καράβι το ήξερε. Πειρατικό τ’ ανεβάζανε, πειρατικό το κατεβάζανε. Αυτός κι άλλοι οκτώ θα ήταν επάνω. Τελευταίο μπάρκο. Μετά θα σταματούσε.

Δρομολόγιο δίπλα στην ακτογραμμή. Ελλάδα, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία. Ξεφόρτωμα καταμεσής της Αδριατικής. Εκεί θα τους περίμεναν οι Ιταλοί. Ανταλλαγή χέρι με χέρι. Ήταν 11.00 τη νύχτα όταν τους πλεύρισαν τα τρία πλοιάρια για ν’ αρχίσει το ξεφόρτωμα. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά από την ώρα που ανέβηκαν οι Ιταλοί στο καράβι και ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Κάτι στράβωσε. Δεν καλοκατάλαβε τι είχε συμβεί όταν βρέθηκε ξαφνικά πιασμένος πισθάγκωνα αυτός κι άλλος ένας Ιταλός και τους κλείσανε μέσα στ’ αμπάρι οι Έλληνες. Άκουσαν τον καπετάνιο να βρίζει τους Ιταλούς και να δίνει εντολή να φύγουν για τα Επτάνησα. Το καράβι πήγαινε σαν καρυδότσουφλο κόντρα στον άνεμο. Κι αυτόν και τον άλλον τον Ιταλό τους έπιασε πανικός.

–  Άμα δεν δώσουν τα λεφτά οι Ιταλοί θα τους ρίξουμε στα ψάρια. Πήγαν να μου τη φέρουν οι μακαρονάδες, ρε. Δεν με ξέρουν καλά όμως. Άντε πρόσω ολοταχώς. Να πιάσουμε Ελλάδα πριν πλακώσουν οι καραμπινιέροι.

Όσο πλησίαζαν στην ελληνική ακτογραμμή ο καιρός χειροτέρευε. Ξαφνικά άρχισε να ρετάρει η μηχανή. Από το βουητό που έκανε την κατάλαβαν οι δυο Ιταλοί και κοιτάχτηκαν έντρομοι.
–  Madonna mia! Aiuto! ψιθύρισαν κι έπιασαν τα ροζάρια που είχαν κατάστηθα.
Οι υπόλοιποι ήταν άλλοι μεθυσμένοι και άλλοι υπό την επήρεια ναρκωτικών. Πώς να την παλέψουν αλλιώς; Σάμπως ήταν τίποτα ανθρώποι της προκοπής; Πειρατές.
Όταν έφτασαν έξω από το Τζάντε έδωσε μια η θάλασσα και με ένα κύμα τους ξέρασε στον όρμο τ’ Αη Γιώργη. Το καράβι πήγε και σφήνωσε πάνω στην αμμουδιά. Το φορτίο έπεσε στη θάλασσα. Γέμισε το Ιόνιο κούτες με παράνομα τσιγάρα.

Πρέπει να ήταν ξημερώματα όταν τους βρήκε η ακτοφυλακή. Εκείνον και τον άλλο τον Ιταλό τους πιάσανε μέσα στο καράβι. Εκεί τους εγκατέλειψαν κλειδωμένους οι υπόλοιποι στη φούρια τους για να κρυφτούν.
Μέσα στα γραφεία του Λιμενικού στη Ζάκυνθο ήρθαν και τον είδαν η Αγγελική κι ο Θανάσης. Το μικρό δεν το φέρανε. Φοβόντουσαν μη δει τίποτα και τρομάξει.
– Padrino! Φώναξε η Αγγελική και έτρεξε να τον αγκαλιάσει.
– Miei figli. Παιδιά μου. Να προσέχετε. Ε; Εμένα θα με πάνε εδώ πιο πάνω στσι Κορφούς. Ένας αστυνόμος είπε ότι δεν θα με κρατήσουν για πολύ. Τσι είπα ότι ήξερα και δεν ήξερα. Είπαν δέκα χρόνια το πολύ. Μετά θα βγω. Εσείς να προσέχετε. Αγγελική μου, εσύ να κάνεις ό,τι ξέρεις. Του χρόνου να πας στην Αθήνα να σπουδάσεις. Θανάση, figlio mio, να πας να βρεις τη νόνα σου και να μάθεις που είναι η μάνα σας. Να της πας τον μικρό, γιε μου. Εσύ να δουλεύεις τίμια, mio figlio. Mi dispiace per tutti!
– Τη μάνα μας; Μα έφυγε! είπε η Αγγελικούλα.
– Δίκιο είχε. Καλά έκανε. Και για όσα την κατηγορούν λάθος κάνουν. Υπέφερε μαζί μου. Που να πήγαινε με τέσσερα στόματα. Αυτό που την είχε πιότερο ανάγκη πήρε μαζί της. Είναι καλή η μάνα σας. Εκεί να πας τον μικρό. Κι όταν γυρίσω θα ξαναμαζευτούμε όλοι μαζί. Άντε τώρα. Να μην ανησυχεί το μικρό. Να μου γράφετε. Θα σας στείλω την αντρέσσα μου.

Αυτός ήταν ο Τζάκομο. Ιταλός από το Μπάρι. Κάθαρμα; Μπορεί. Αλήτης; Κι αυτό μπορεί. Πατέρας; Ναι. Για ποιο απ’ όλα να κρίνεις; Τι τα θες τι τα γυρεύεις. Ναυάγιο, όπως και να το δεις. Ναυάγιο.

Το κείμενο αποτελεί μυθοπλασία. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα είναι τυχαία.