Έξι μήνες. Ένα διάστημα που κατάντησε εφιαλτικό για τη Νεφέλη. Δεν μπορούσε πια να ζυγίσει τις σκέψεις στο μυαλό της. Δεν άντεχε να ζει στις σκιές αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Όταν μια αγάπη τελειώνει τόσο απότομα και ξαφνικά, σε σκοτώνει. Κυρίως όταν την έχεις βιώσει έντονα. Κλαις, ζεις με όλα όσα σε σημάδεψαν αλλά είναι αδύνατον να κάνεις ένα παραπάνω βήμα και απλά να πας παρακάτω.
Ερωτεύτηκαν από ένα λάθος. Για την ακρίβεια μία λάθος βαλίτσα στο αεροδρόμιο. Ήταν μία από αυτές τις στιγμές που συμβαίνουν μια φορά στη ζωή σου. Κυρίως όταν εκείνη άνοιξε τη βαλίτσα που θεωρούσε δική της και βρέθηκε μπροστά σε ένα τακτοποιημένο με ευλάβεια κοστούμι, ένα ζευγάρι δετά δερμάτινα ακριβά παπούτσια ένα κλειστό σακούλι με ξυριστικά, οδοντόβουρτσα και ένα μικροσκοπικό άρωμα. Ναι, μπήκε στον πειρασμό τότε να το μυρίσει. Ίσως για να μάθει μερικές λεπτομέρειες για αυτόν τον άγνωστο άνδρα του οποίου η ταυτότητα περιοριζόταν σε έναν αριθμό τηλεφώνου και ένα επώνυμο, γραμμένα σε καρτελάκι δεμένο επάνω στη μαύρη βαλίτσα καμπίνας. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να φανταστεί τον άγνωστο με το άρωμά του. Σανταλόξυλο με λάιμ πινελιές. Ναι, αυτός ο άγνωστος είχε εξαιρετικό γούστο αλλά και αισθησιακή αύρα.
Όταν συναντήθηκαν για να ανταλλάξουν βαλίτσες, η εικόνα που είχε για τον άγνωστο επιβεβαιώθηκε. Γοητευτικός, με χαμόγελο που σε φυλάκιζε, δε φορούσε βέβαια κοστούμι εκείνη την στιγμή αλλά το γυμνασμένο σώμα του μαρτυρούσε έναν άνθρωπο που πραγματικά περιποιόταν τον εαυτό του. Την εικόνα του. Στιγμιαία ίσως και να της πέρασε από το μυαλό ότι ένας τέτοιος άνδρας να ήταν κακός μπελάς για όποια κοπέλα είχε στην αγκαλιά του γιατί ενδεχομένως το δικό του εγώ πρώτευε. Αστείες σκέψεις από ένα κορίτσι που παράλληλα αναρωτιόταν αν αυτός ο άγνωστος μπήκε στον πειρασμό να εξερευνήσει το περιεχόμενο της δικής τη βαλίτσας. Μίας βαλίτσας με ελάχιστα ρούχα, με ένα ακριβό άρωμα επίσης (ίσως το μοναδικό σημείο που θα μπορούσε να του κλείσει το μάτι) και από επάνω μερικά επαγγελματικά σχέδια σχεδιασμού κτιρίων. Ναι, είχε και εκείνη μερικούς κρυφούς άσους στο μανίκι της, τους οποίους δεν τους έκρυβε βέβαια σε ένα ακριβό κοστούμι αλλά σε ένα στιλ ρούχων, όπως το αποκαλούν στα περιοδικά κάζουαλ σικ.
Οι ζωές τους άλλαξαν εκείνη την ημέρα. Σε όλα έπαιξε ρόλο η ματιά. Αυτή η ματιά ικανοποίησης που πιστοποιεί την ταύτιση του περιεχομένου μίας φαντασίωσης με την πραγματικότητα. Κι έτσι λοιπόν η γνωριμία τους ήταν το ξεκίνημα μίας υπέροχης και δυνατής σχέσης. Μίας σχέσης με πολλές όμορφες στιγμές. Με ηλιόλουστες βόλτες στο μποέμ κέντρο της Πλάκας, αγκαλιασμένοι εκείνα τα ανοιξιάτικα Σάββατα, μοσχομυριστά από την πασχαλιά λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Και συνεχίστηκαν στις καλοκαιρινές τους εξορμήσεις το καλοκαίρι, σε αναζήτηση δροσερών στιγμών δίπλα στο κύμα, φτιάχνοντας νοερά κάστρα γεμάτα όνειρα για τα επόμενα βήματα της δικής τους αγάπης. Μίας αγάπης που τους έβρισκε για τρία ολόκληρα χρόνια αγκαλιασμένους σε ένα κοινό σπίτι, σε διακοπές χειμερινές ή καλοκαιρινές, μπροστά από τηλεόραση, ή παρέα με ποπ κορν σε θερινό σινεμά, έχοντας αφεθεί στη μαγεία μίας γαλλικής ταινίας, ενώ τα δάκτυλά τους πλέκονταν στο μισοσκόταδο κι εκείνη γεμάτη ευτυχία έγερνε στον ώμο του. Δυνατά συναισθήματα. Δυνατά βράδια γεμάτα πάθος που δε χρειαζόταν να κρυφτούν κάτω από κανένα σεντόνι όταν τα φλογισμένα ιδρωμένα κορμιά ένωναν τις ψυχές τους , με χάδια με φιλιά, με ένταση. Η δική τους ιστορία ξεπερνούσε οποιοδήποτε παραμύθι με ευχάριστο τέλος. Εκείνη δεν ήθελε ποτέ να τελειώσει η ιστορία τους. Ο έρωτάς τους ήταν ένα μαγικό ταξίδι στον έβδομο ουρανό.
Ο Δημοσθένης όμως, στα χρόνια αυτά της κοινής τους συμβίωσης σαν ζευγάρι, ποτέ δεν πήγε στο επόμενο βήμα. Σε αυτό που κάποιος προσφέρει το πολυπόθητο δαχτυλίδι, γονατίζει και τα δάκρυα ευτυχίας γίνονται ορόσημο ενός χαρούμενου τέλους και μίας πολλά υποσχόμενης αρχής. Η καλοκαιρινή φρεσκάδα της σχέσης τους έληξε απότομα ένα πρωινό Κυριακής. Όταν εκείνος ανακοίνωσε πως έπρεπε να φύγει από τη χώρα για πάντα. Δεν ήταν ένα θέμα συζήτησης, ήταν μία ανακοίνωση. Μία απόφαση στην οποία εκείνη δεν είχε λόγο να εκφέρει. Δηλαδή εκείνος δεν της άφησε το περιθώριο. Μαλώσανε. Εκείνη έχυσε πολλά δάκρυα, έσπασε ακόμα και βάζο μπροστά του. Θύμωσε μαζί του. Το ρώτησε γιατί δεν αποφάσισαν από κοινού. Ναι, θα τον ακολουθούσε αν της το ζητούσε. Γιατί η αγάπη ενώνει ανθρώπους. Δεν τους χωρίζει. Του ζήτησε λοιπόν να φύγει, καρφώνοντας τον με τα γαλάζια δακρυσμένα και λυπημένα μάτια της .
Κι εκείνος έφυγε, χωρίς να το παλέψει, μαζεύοντας τα πράγματά του. Και ένα μήνα μετά έφυγε οριστικά από τη χώρα. Κι εκείνη έχασε τον κόσμο. Το χαμόγελο. Η καρδιά της ράγισε, όπως τα φύλλα του τριαντάφυλλου πέφτουν όταν μαραίνονται. Το σανταλόξυλο με λάιμ πινελιές ήταν διάσπαρτο στο σπίτι. Παντού. Στο σαλόνι, στα δωμάτια στα ρούχα, ακόμα και επάνω της. Το μεθυστικό άρωμά του την ταξίδευε σε μία αγκαλιά εικονική, σε μία ψευδαίσθηση, καθώς ονειρευόταν τους δυο τους να αφήνουν πίσω μία κακή στιγμή και να συνεχίζουν, από εκεί που σταμάτησαν απότομα, εκείνο το πρωινό. Δεν μπορούσε να τον ξεχάσει. Ήταν ο εθισμός της.
Ο καιρός περνούσε. Αργά, βασανιστικά. Η δουλειά της γινόταν διεκπεραιωτική και οι βόλτες στο κέντρο ανούσιες. Μάταια οι φίλοι της πρόσφεραν συντροφιά με καφέ για να ξεχάσει. Ήταν αδύνατον να πάει παρακάτω. Ζύγιζε κάθε μέρα στο μυαλό της αυτήν την αγάπη. Αμφισβήτησε τα συναισθήματά του. Ένας ερωτευμένος άνδρας δε θα έφευγε χωρίς καν να παλέψει να την κρατήσει. Και αυτό την πλήγωνε ακόμα περισσότερο. Δεν επικοινώνησε μαζί της ούτε μια φορά αυτούς τους έξι μήνες. Το σανταλόξυλο με λάιμ πινελιές ήταν πάντα εκεί όμως.
Σήμερα, χαμένη μέσα στα σχέδια ενός κτίριου, ταξίδευε πάλι νοερά σε εκείνον, όταν κάποια στιγμή το κολλημένο μυαλό της ταρακουνήθηκε στο χτύπημα της πόρτας. Ένας κούριερ είχε ένα πακέτο για εκείνη. Χωρίς αποστολέα. Παραξενεύτηκε, αλλά συνηθισμένη να είναι παραλήπτρια εγγράφων και σχεδίων κατά καιρούς, γρήγορα προσπέρασε τον προβληματισμό. Παράτησε το πακέτο στην άκρη και συνέχισε να δουλεύει μέχρι αργά Όταν πια τελείωνε τη δουλειά της, θυμήθηκε το πακέτο. Το πήρε στα χέρια της. Το άνοιξε. Το εσωτερικό του ήταν γεμισμένο με μικροσκοπικές χαρτονένιες κόκκινες καρδούλες, είχε δύο σοκολατένια κατακόκκινα γλειφιτζούρια, αμέτρητα σοκολατάκια κρυμμένα μέσα σε κόκκινα και ασημένια περιτυλίγματα ενώ στη μέση ένα μικροσκοπικό κουτάκι που έγραφε «Tiffany’ s & Co» έκανε αισθητή την παρουσία του. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο γαλάζιο κουτάκι με το λευκό φιογκο. Έκλεισε τα μάτια της. Δεν μπορεί. Αδύνατον να είναι αυτός. Ίσως κάποιος άλλος , κάποιος που της κάνει πλάκα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Τα χέρια της έτρεμαν. Αν κάποιος της ζητούσε να σχεδιάσει κάτι εκείνη την στιγμή, το πιο πιθανό θα ήταν να έκανε καλικατζούρες. Πήρε το κουτάκι στα χέρια της. Το μετέφερε στο καθιστικό τραπέζι και το κοίταζε άπραγη. Πανέμορφο, αινιγματικό. Δεν μπορεί να ήταν αυτό που σκεφτόταν. Αποκλείεται, ο Δημοσθένης έφυγε χωρίς να παλέψει τίποτα. Ήταν όμως περίεργη γιατί η μυρωδιά του σανταλόξυλου στην ατμόσφαιρα έγινε έντονη. Καθώς ξετύλιγε την κορδέλα, το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Κρατώντας το κουτάκι στα χέρια της, ανυπομονούσε να ξαποστείλει τον ενοχλητικό που την αποσπούσε από εκείνη τη μηδαμινή ελπίδα που πάλευε ξανά να αναδυθεί. Ανούσια βέβαια αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Όταν άνοιξε η πόρτα, εκείνη έμεινε στήλη άλατος. Άραγε τα μάτια της την ξεγελούσαν;
«Ξέρεις πόσες ώρες περίμενα να ανοίξεις το πακέτο; Αλλά το αξίζω. Υπέφερα παρακολουθώντας σε, χωρίς να με βλέπεις. Ξέρεις συνήθως ο ιππότης έρχεται επάνω σε λευκό άλογο αλλά εγώ είχα μόνο μία λευκή κορδέλα να δέσω όλα εκείνα τα συναισθήματα που τόσους μήνες κρύβω βαθιά μέσα μου, όταν σε πλήγωσα, όταν έφυγα μόνο με το άρωμά σου και την εικόνα σου. Κι ένιωσα μόνος. Αντιλήφθηκα πόσο εγωιστής ήμουν. Δεν ήρθα επειδή νιώθω μόνος. Είμαι απλά εθισμένος, σε εσένα.» Δεν έχασε άλλο χρόνο και γονάτισε μπροστά της.