TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Nemo vivit in aeternum (κανείς δεν ζει αιώνια)

Nemo vivit in aeternum (κανείς δεν ζει αιώνια)

– Μυρίζει θάνατο απόψε, είπε, και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πλησίασε το παράθυρο και το άνοιξε διάπλατα. Έξω φυσούσε σαν τρελός ο αέρας και τα κύματα της θάλασσας έφερναν την αλμυρά στο μπαλκόνι της. Κοίταξε για λίγο τα φώτα που λαμπύριζαν στο λιμάνι, έκανε δυο βήματα προς το τραπεζάκι και έπιασε το πακέτο με τα τσιγάρα της. Έσπρωξε παραδίπλα το σκαμπό και έκατσε κάτω στο παγωμένο πλακάκι. Ήταν περασμένες τρεις και ακόμη ο Άλεξ δεν είχε φανεί. Ποτέ δεν είχε αργήσει τόσο. Κι όταν τύχαινε να έχει πέσει δουλειά, πάντα την έπαιρνε τηλέφωνο για να μην ανησυχεί.
Έκλεισε τα μάτια, άναψε το τσιγάρο και τραβώντας μια γερή τζούρα νικοτίνης κράτησε μέσα της τον καπνό, σαν να ήθελε ζαλισμένη να ταξιδέψει στο χρόνο.

Γύρισε δέκα χρόνια πίσω, στην πρώτη μέρα που τον γνώρισε. Ήταν τότε εικοσιενός χρόνων η Νεφέλη και ας έδειχνε πιο μεγάλη. Εκείνος είχε πατήσει τα τριάντα. Και όμως, ήταν ο μοναδικός που εμπιστευόταν μετά από χρόνια, γιατί είδε την ψυχή της, -όπως νόμιζε,- και όχι ότι έβλεπαν όλοι οι άλλοι. Τον αγάπησε τον Άλεξ. Και τον αγάπησε πολύ. Ας είχε πάθος με τα χαρτιά. Δεν την ενοχλούσε. Όχι, αλήθεια δεν την πείραζε. Άλλωστε γιατί να την πειράξει; Ποτέ δεν της χάλασε χατίρι ούτε της δημιουργούσε πρόβλημα. Είχε συνηθίσει πλέον να μένει μόνη κάθε Τετάρτη και Κυριακή. Μα σήμερα ήταν Παρασκευή.

Άνοιξε τα μάτια, φύσηξε δυνατά τον καπνό και απότομα επανήλθε στην πραγματικότητα. Άρχισε να τρέμει και ένας φόβος που είχε κρύψει καλά μέσα της, ξεπετάχτηκε για την κάνει να βάλει τα κλάματα.
– Μυρίζει θάνατο απόψε, σιγοψιθύρισε και πήγε να βάλει το τσιγάρο στα χείλη. Κοίταξε δίπλα στο τασάκι, μα το τσιγάρο είχε σωθεί.
– Τίποτα δεν κρατά για πάντα, σκέφτηκε, και έπιασε ξανά το πακέτο.

Είχε πάει έξι και ο ήλιος δειλά δειλά ξεπεταγόταν. Έφερε ξανά τη γόπα στα χείλη, άναψε το τσιγάρο και φύσηξε μακριά τον καπνό. Το ακούμπησε στη θέση του και γύρισε να πιάσει την ζακέτα της. Ξαφνικά νιώθει ένα απότομο τράβηγμα και χωρίς να το καταλάβει σωριάζεται κάτω. Σηκώνει το βλέμμα και βλέπει τον Άλεξ.

– Άλεξ; γύρισες; Μααα τι στο καλό κα…
και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, αισθάνεται το χέρι του σαν φωτιά στο πρόσωπο της.
– Σκάσε, της φωνάζει δυνατά και αμέσως ακούγεται εκκωφαντικός ο ήχος της δεύτερης σφαλιάρας.
– Μια πόρνη είσαι και του λόγου σου. Τέτοια δεν ήσουν; Ξεχνάς από που σε μάζεψα; Έχεις και το θράσος να μιλάς!
– Μα, τι έκανα; ρώτησε σιωπηλά και τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της.
– Σκάσε και θα σου δείξω εγώ πως φέρονται στις πουτάνες, Νέλια… Έτσι δεν σε φώναζαν στην πιάτσα;

Τον κοίταξε μες τα μάτια και έσκυψε το κεφάλι. Δίπλα της το τσιγάρο μισοκαμένο την περίμενε να το τελειώσει. Έκανε να σηκωθεί, μα μάταια. Τα χέρια του είχαν μπλεχτεί στην κοτσίδα της και ένιωθε την δύναμη του να την σέρνει στο πάτωμα.

Όχι, δεν θα παρέδιδε το σώμα της έτσι. Δεν ήταν η Νέλια, ήταν η Νεφέλη, γυναίκα και σύντομα μάνα. Έπρεπε να παλέψει και για τις δυο. Δοκίμασε να ξεφύγει, μα άδικα. Ο Άλεξ την είχε πιάσει από το λαιμό και την κοίταζε με μίσος.

– Σε αγάπησα, ψιθύρισε λίγο, πριν το κεφάλι της συγκρουστεί στον τοίχο με δύναμη.
“Μύριζε θάνατο απόψε” σκέφτηκε για τελευταία φορά κοιτώντας το αίμα γύρω απ´ το σβησμένο της τσιγάρο.

 

Νάντια Καράγιαννη

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *