ΝΙΚΟΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άντε πάλι ήρθε η μάνα! Τι να θέλει πάλι; Δεν κουράστηκε πια να ‘ρχεται και να ξανάρχεται; Κάτι μουρμουρίζει σαν τραγούδι αλλά εγώ δε θέλω να ξανακοιμηθώ, μου ανασκαλίζει τα μαξιλάρια τώρα , τι μανία τώρα και αυτή με τα ρημάδια; Δεν της άρεσαν λέει και τους έβαλε καινούριες μαξιλαροθήκες ασορτί με το πάπλωμα ..

Θέλω να της πω στ΄ αρχίδια μου και να ανάψω ένα τσιγάρο αλλά καθώς την ξανακοιτάζω μέσα στις περιποιήσεις και τα πρέπει της, βλέπω ξανά τη γυναίκα που πρωτοσυνάντησα όταν πήρα την πρώτη μου ανάσα στη ζωή αυτή, τότε βέβαια δεν είχε αυτή τη χαρακτηριστική βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της, τα μαλλιά της δεν ήταν άσπρα αλλά ούτε και τα μάτια της τα θυμάμαι τόσο θαμπά…
«Γιατί ρε μάνα τα μάτια σου είναι θαμπά;»
Θέλω να της το πω αλλά το μετανιώνω τελευταία στιγμή, σάμπως θα με καταλάβει ; Τόσα χρόνια προσπαθούμε να συνεννοηθούμε μάταια όμως… Άλλα λέω εγώ άλλα καταλαβαίνει εκείνη άλλα κάνει στο τέλος. Θα μου πεις καλά πως μιλάς έτσι ρε για τη μάνα σου;
Μάνα μου είναι ρε όπως θέλω θα μιλάω.. Άλλωστε εκείνη όλα μου τα συγχωράει και όλα μου τα επιτρέπει .

Η ώρα πέρασε και εγώ ακόμη εδώ ακίνητος και αμίλητος, τι θα γίνει θα φάμε τίποτα σήμερα; και που είναι πάλι αυτή η μάνα ;

Μυρίζει κεφτεδάκια και φρεσκοκομμένες ντομάτες και εγώ έχω μουρλαθεί στην πείνα, ακούω το τσιτσίρισμά τους στο τηγάνι, τον ήχο των πιάτων πάνω στο τραπέζι και τη βρύση που ανοιγοκλείνει για να γεμίσει τα ποτήρια με νερό. Κάνω να φωνάξω αλλά τίποτα… Ξαναδοκιμάζω τίποτα… Σα γκάρισμα μοιάζει η φωνή μου αλλά δε βαριέσαι αυτό έχω αυτό θα δώσω. Εκεί πάνω που έχω αναψοκοκκινίσει από την προσπάθειά μου ακούω το κουρασμένο αλλά συνάμα και γοργό σύρσιμο των ποδιών της στο μάρμαρο και να σου τη μπροστά μου λυγερή και μυρωδάτη δυόσμους και μυρωδικά με τη μελάτη φωνή της να μου λέει το μενού της ημέρας.. λες και δεν το ξερα.. Αλλά της χαλάω εγώ χατίρι ; Θέλει να μου πει τι έφτιαξε, ότι έστρωσε το τραπέζι και ότι ο πατέρας θα αργήσει.. Κάνω πως την παρακολουθώ αλλά εγώ το νου μου πια τον έχω αλλού!

Από τον πάνω όροφο ακούγεται μουσική από αυτή που αρέσει σε μένα και όχι τις βλακείες τις κουλτουριάρικες της μάνα μου, μαζί με αυτή ακούγονται και τα βήματά της.. εν δυο τρία ταπ ταπ ταπ εν δυο τρία ταπ ταπ ταπ.. Να χορεύει άραγε; Τη φαντάζομαι αλλά δεν μπορώ να δω καθαρά τη μορφή της. Εδώ που τα λέμε δεν την έχω δει και ποτέ αλλά το άρωμά της γεμάτο πασχαλιές και ρόδα δεν μπορώ με τίποτα να το βγάλω από το μυαλό μου.

«Ει Νίκο σου μιλώ, που ταξιδεύεις; Θα φας παιδί μου σήμερα, τι θα γίνει; »
Πω ρε μάνα μου κάνεις χαλάστρα τώρα, θέλω να της πω, αλλά τελικά το βουλώνω , άλλωστε δε νομίζω πως είναι για μένα η κοπελίτσα , όχι ότι θα ήταν άσχημα αλλά να ζορίζομαι να χορέψω μαζί της τώρα, ίσως σε κάποια άλλη ζωή να σταθώ πιο τυχερός.

Οι μέρες περνάνε και τα μάτια της μάνας μου γίνονται όλο και πιο θαμπά, το σύρσιμο των ποδιών της πιο βαρύ και η φωνή της πιο κουρασμένη… Θέλω να τη ρωτήσω τι σκατά γίνεται αλλά δεν το κάνω.

Σκέφτομαι ότι θα είναι στεναχωρημένη πάλι.. Μάλλον θα είναι μία από αυτές τις μέρες που κλείνετε στον εαυτό της και ουρλιάζει σιωπηλά.. Νομίζει ότι δεν ακούγονται οι φωνές της αλλά εγώ τις ακούω, οσμίζομαι τον πόνο που σκίζει τα σωθικά της και τους λυγμούς που χαράζουν το πρόσωπό της κάνοντας τη ρυτίδα να ζωντανεύει ανάμεσα στα φρύδια της σα φίδι που χορεύει. Η σιωπή της είναι εκκωφαντική .

Κι άλλες μέρες περάσαν και άλλες και άλλες, το κορίτσι του πάνω ορόφου έφυγε και η μάνα μου γινόταν όλο και πιο σκυθρωπή όλο και πιο βαριά , σπάνια πια μιλάνε με τον πατέρα μόνο κοιτιούνται ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου σα να ψάχνουν απαντήσεις, σα να ψάχνουν ένα σχοινί να κρατηθούν … ή ένα σχοινί να κρεμαστούν.

Κλείνω τα μάτια μου για λίγο και τα ξανανοίγω αλλά δεν είμαι πια στο σπίτι μας, τα πάντα μυρίζουν οινόπνευμα και αντισηπτικό , κάτι με πονάει στο χέρι μου και είμαι σίγουρος ότι κάτι δεν πάει καλά στο θώρακά μου, πονάω και αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η μάνα μου είναι σίγουρα εδώ, ακούω την ανάσα της, τους χτύπους της καρδιά της και μυρίζω το γνώριμο σαπούνι που λούζει τα μαλλιά της. Τι να χει συμβεί άραγε; Προς τι όλη αυτή η αναστάτωση; Κανείς δε μου λέει!

Ψάχνω εναγωνίως μία απάντηση, κουνάω το χέρι μου στο σεντόνι ψάχνοντας το δικό της… Είναι δίπλα μου, μου τρίβει το πονεμένο μου χέρι , με καθησυχάζει ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν την ακούω όμως σίγουρη και εγώ έχω αρχίσει να κουράζομαι από όλα αυτά.

Τόσα χρόνια μπαΐλντισα μπες βγες στα νοσοκομεία , στους γιατρούς , στους λογής λογής θεραπευτές, στα μαντζούνια, στα φυλαχτά και στα λάδια που μου έτριβαν τα ποδάρια μπας και γίνω καλά , μπας και σηκωθώ και περπατήσω, μπας και δω μπας και μιλήσω … Ακόμη και το παλιοκάροτσό μου σκούριασε πια!

Προσπάθησα δε λέω προσπάθησε και εκείνη μαζί μου πιότερο . Θέλω πια να της πω πως την αγαπώ, αλλά το μόνο που ακούγεται είναι το άτσαλο το μούγκρισμά μου, θέλω να την αγκαλιάσω και το μόνο που μπορώ είναι να κουνήσω το δάχτυλό μου, θέλω να της πω ευχαριστώ για όλα τα χρόνια που με φρόντισε που ήταν τα πόδια μου ,τα χέρια μου τα μάτια μου και η φωνή μου αλλά δεν ξέρω τον τρόπο.
Νομίζω όμως με καταλαβαίνει τι θέλω να της πω γιατί τα ουρλιαχτά της τώρα, από αυτά που μόνο εγώ ακούω, είναι αδυσώπητα, σκληρά.
Αλλά εγώ δε θέλω άλλο ούτε να τη στεναχωρώ ούτε και να την κουράζω. Αρνούμαι να συνεχίσω άλλο έτσι, κουράστηκα πια και το μόνο που θέλω είναι να φύγω.

Για αυτό και εγώ το πήρα απόφαση την κάνω πια από εδώ.

Και έτσι κι έκανα… Έδωσα μια κι έφυγα.
Και επιτέλους ήμουν λεύτερος ρε φίλε!

Λεύτερος!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook