TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Nobody’s wife

Nobody’s wife

«Καλησπέρα. Να κεράσω ένα ποτό;»
«Δε νομίζω φίλε.»
«Να κεράσω όσα ποτά θέλεις μέχρι να αρχίσεις να με βλέπεις θεό;»
«Χα, γαμάτη ατάκα!»
«Έχω και καλύτερες, μη βιάζεσαι. Και σε λένε….;»
«Φάνια και δεν είμαι για τα δόντια σου.»
«Τάσος εγώ και μία δοκιμή θα με πείσει.»
«Οκ, σου ζητάω συγγνώμη από τώρα, σημείωσε το, ένα Johny με πάγο και γρήγορα.»

Τα δωδεκάποντα τακούνια της χτυπούν με μανία τις πλάκες του πεζοδρομίου. Τo κορμί της ακολουθεί τη ροπή των ποδιών της και αν μπορούσε θα ορμούσε με ταχύτητα μπροστά στο μέλλον της. Θα πετούσε στο μέρος εκείνο που θα τελείωναν και θα άρχιζαν όλα από την αρχή.

«Λατρεύω το πρόσωπο σου. Το κορμί σου. Βασικά λατρεύω κάθε εκατοστό του σώματος σου αλλ,ά περισσότερο απ’ όλα, λατρεύω το φιλί σου.»
«Μπα; Και ποιητής; Δεν στο είχα με τίποτα.»
«Μα γιατί; Αφού δεν έχω ξανανιώσει έτσι ποτέ άλλοτε στη ζωή μου!»
«Ε, εντάξει τώρα, τα ίδια λες σε όλες στο δίμηνο της σχέσης….»
«Σου ορκίζομαι πως όχι. Με μεταμορφώνεις σε κάποιον που δεν περίμενα ποτέ να γίνω, στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου…»
«Καλά, σταμάτα να μιλάς τώρα και φίλησε με….»

Τα ακουστικά στα αυτιά της πιέζουν τα τύμπανα από την ένταση της μουσικής. Τα πιέζει με περισσότερη δύναμη στα αυτιά της για να νιώσει τον οξύ πόνο που θα μετριάσει για λίγο αυτό που νιώθει στο στομάχι της. Στην καρδιά της. Αυτόν τον πύρινο ανεμοστρόβιλο που έχει ξεκινήσει και απειλεί να κάνει ανακατάταξη των πάντων μέσα της.

«Σε πονάω;»
«Μμμ όχι συνέχισε, το λατρεύω αυτό που κάνεις…»
«Κοίταξε με στα μάτια μωρό μου.»
«Ελα ρε Τάσο, άσε με να απολαύσω την αίσθηση σου μέσα μου.»
«Σε παρακαλώ μωρό μου, άνοιξε τα μάτια σου.»
«Τι θέλεις;»
«Σε αγαπάω…»
«Μμμμ ναι, τώρα πάρε με πιο δυνατά!»

Τη μισεί αυτή την αίσθηση. Τη γυρίζει στο παρελθόν της, σε μία εποχή που έχει διαγράψει από το μυαλό της και καταχωνιάσει βαθιά μέσα της. Απόλυτα προσηλωμένη στο παρόν, κατάφερε από νωρίς να παγώνει κάθε συναίσθημα που απειλούσε να καταστρέψει την αυτοκυριαρχία της με σκοπό να την κάνει ευάλωτη. Τίποτα δεν την άγγιζε βαθιά. Γι’ αυτή, τα πάντα ήταν επιφανειακά και ο πόνος κάτι φευγαλέο. Δεν επέτρεπε ούτε στιγμή στον εαυτό της να λυγίσει, εξάλλου ποιος νοιαζόταν πραγματικά γι’ αυτή; Κανείς. Μόνο αυτή σ’ αυτή τη ζωή και ο εαυτός της.

«Μωρό μου σου έστειλα μήνυμα χθες βράδυ αλλά δεν απάντησες.»
«Ναι μωρέ, ήμουν πτώμα και ξεράθηκα στον ύπνο….»
«Από τις επτά το απόγευμα;»
«Ήμουν πολύ κουρασμένη ρε Τάσο, τι ήθελες να κάνω; Σόρυ κιόλας!»
«Καλά ρε μωρό μου, εντάξει, δεν πειράζει, καταλαβαίνω αλλά να ξέρεις ότι σε πεθύμ….»
«Μωρό έχω δουλειά, να σε πάρω σε λίγο;»
«Εντάξει, θα περιμένω…»

Το κύμα της φωτιάς μέσα της είναι έτοιμο να εκραγεί. Καταλαβαίνει πως δεν θα αντέξει άλλο. Σταματάει απότομα, πετάει τα ακουστικά από τα αυτιά της και βγάζει τα παπούτσια της. Τα αρπάζει στο χέρι και αρχίζει να τρέχει. Στάλες βροχής αρχίζουν να χτυπούν πάνω στο πρόσωπο της αλλά δεν έχει την αίσθηση τους. Η μόνη αίσθηση μέσα της είναι η φωτιά που έχει κατακλύσει κάθε κύτταρο της ύπαρξης της και τρώει την ψυχή της με μανία.

«Αγάπη μου είσαι έτοιμη να περάσω να σε πάρω με τη μηχανή; Σε μισή ώρα πρέπει να βρισκόμαστε στο μαγαζί για τα γενέθλια του κολλητού μου.»
«Αχ, το ξέχασα ρε Τασούλη και κανόνισα να πάω για ποτό με τις κολλητές μου.»
«Τι εννοείς το ξέχασες; Στο υπενθύμιζα κάθε μέρα εδώ και μία εβδομάδα! Σου εξήγησα πόσο σημαντικό ήταν για μένα, μετά από έξι μήνες θα γνώριζες επιτέλους τους φίλους μου!»
«Αμάν πλέον με τους φίλους σου! Με έχεις πρήξει πλέον για το πόσο καταπληκτικοί είναι! Πήγαινε μόνος σου λοιπόν να περάσεις υπέροχα, εγώ κανόνισα για σήμερα!»
«Ρε Φάνια, σοβαρά τώρα; Φάνια;;;; Μου το έκλεισε γαμώ την καταδίκη μου!»

Τα πόδια της έχουν πληγιάσει από την άσφαλτο. Χαλίκια μπαίνουν μέσα στα πέλματα της και χώνονται βαθιά στην ψυχή της. Η βροχή τρέχει ορμητικά πλέον πάνω της, μέσα της. Δεν βλέπει μπροστά της, απλά τρέχει, τρέχει να φύγει μακριά από αυτό που αναβλύζει από μέσα της, από τον εαυτό της, από την πραγματικότητα.

«Που ήσουν;;; Είναι η τρίτη φορά που δε γυρίζεις σπίτι το βράδυ! Πες μου που ήσουν τώρα αμέσως!!!»
«Δε νομίζεις πως έχεις πάρει πολλά δικαιώματα; Άσε με ήσυχη που θα σου δώσω και λογαριασμό ρε!»
«Να σε αφήσω ήσυχη; Είσαι με τα καλά σου το στανιό μου; Ξέρεις σε ποιον τα λες αυτά;;»
«Μη μου σηκώνεις εμένα τη φωνή, κατάλαβες; Εξαφανίσου από μπροστά μου!!!»
«Να εξαφανιστώ;; Είναι το σπίτι ΜΑΣ ρε γαμώτο!! Το σπίτι μας!! Ο σύντροφος σου εδώ και ένα χρόνο!! ΤΙ σκατά έχεις πάθει; Γιατί μου το κάνεις αυτό;; Σ αγαπάω ρε γαμώτο!!! ΣΥΝΕΛΘΕ!!»

Ένα ουρλιαχτό ξεπηδάει από μέσα της. Κραυγές πόνου ξεχειλίζουν από το στόμα της ενώ έχει διπλωθεί στα δύο. Ουρλιάζει ανεξέλεγκτα πλέον και τα δάκρυα της αναμειγνύονται με τη βροχή που προσπαθεί να ξεπλύνει το θηρίο μέσα της. Ουρλιάζει και αγωνίζεται να βγάλει από μέσα της όλο αυτό τον πόνο που έχει κατακλύσει την ψυχή της. Την ψυχή που πονάει για την απώλεια. Την ψυχή που ζητάει απεγνωσμένα αγάπη και τρυφερότητα. Τη διαλυμένη ψυχή που το μόνο που χρειαζόταν ανέκαθεν ήταν κάποιον να ενώσει τα κομμάτια της για να γίνουν ένα αλλά που η ίδια δεν μπορεί να το επιτρέψει. Ακόμα και αφού τον βρήκε. Τον ένα και μοναδικό.
………………………………….
«Μπαμπάκα σε παρακαλώ!! Άφησε τη μαμά!!»
«Φάνια εξαφανίσου από μπροστά μου ΤΩΡΑ!!!!!»
«Μπαμπά μου σε παρακαλώ!!! Μη τη χτυπάς άλλο!!»
«Φύγε από δω κωλοπαίδι να μη σε βλέπω!! Ίδια η πουτάνα η μάνα σου είσαι!! Ολόιδιες είστε παλιοθήλυκα!!»
«Μπαμπαααα όχι!!! Σε παρακαλώ, όχι άλλο ξύλο!! Θα κάνω ο,τι θέλεις. Σε ικετεύω!!!!»
«Καταραμένη η στιγμή που γεννήθηκες βρωμόπαιδο!!!!»
……………………………………
Σιγά σιγά σταματούν οι λυγμοί της. Πλησιάζει παραπατώντας και στέκεται κάτω από το περβάζι του μπαλκονιού προσπαθώντας να ανακτήσει την ανάσα της. Σκουπίζει θυμωμένη το πρόσωπο της με τη ζακέτα της και φοράει τα παπούτσια της και πάλι. Οι πατούσες ουρλιάζουν από την πίεση που δέχονται αλλά τις αγνοεί όπως έχει μάθει να αγνοεί καθετί δυσάρεστο στη ζωή της μέχρι σήμερα και περπατάει αργά προς το μπαράκι στη γωνία.

«Είμαι ο άντρας σου….»
«Είμαι η γυναίκα σου…»
«Σ’ αγαπάω μωρό μου…»
«Κι εγώ σ’ αγαπάω….»

Μπαίνει μέσα και πλησιάζει τον πάγκο. Κάθεται αργά στο ψηλό σκαμνί, παίρνει βαθιά ανάσα και βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα. Βγάζει ένα και το βάζει στο στόμα της.

«Σ’ αφήνω Φάνια. Δεν αντέχω άλλο. Κατέστρεψες κάθε συναίσθημα αγάπης που ένιωθα για σένα….»
«Αντίο.»

Ανάβει με το χρυσό αναπτήρα το τσιγάρο και κοιτάει αφηρημένα την κάφτρα. Τραβάει μία τζούρα και στέλνει τον καπνό στο ταβάνι του μαγαζιού. Παίρνει βαθιά ανάσα. Τέλος και αρχή μαζί.

«Καλησπέρα. Καινούργια είσαι εσύ εδώ. Να κεράσω ένα ποτό;»
«Δε νομίζω φίλε.»

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Tet_or_ Alive

Ξεκίνησα ως ροκ και μέταλ εκπομπή. Κατέληξα να γράφω για τη ζωή μου. Αθεράπευτα αισιόδοξη, αγωνίζομαι να αποδείξω σε όλους (και σε μένα) ότι η ζωή είναι υπέροχη, ακόμα και τις στιγμές που δεν είναι. Στόχος μου είναι να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου, να αγαπήσω άνευ όρων όλους τους ανθρώπους γύρω μου, κυρίως τον ηλίθιο συνάδελφο στο διπλανό γραφείο και να φτάσω στο σημείο όπου θα οδηγώ σε κατάσταση ζεν και δεν θα βρίζω τους άλλους οδηγούς. Για το τελευταίο δεν είμαι και τόσο σίγουρη.
Tet_or_Alive λοιπόν. Γιατί δεν αξίζει μόνο να ζεις. Χρειάζεται και να το ζεις.
Tet_or_ Alive

Latest posts by Tet_or_ Alive (see all)

1 σκέψη για το “Nobody’s wife”

  1. Ενδιαφέρον κείμενο και καλογραμμένο. Από κει και πέρα αναπαράγει ένα γνωστό μοτίβο: χρησιμοποιούμε το παρελθόν μας ως άλλοθι όταν τα κάνουμε θάλασσα στη ζωή μας ή δεν είμαστε ικανοποιημένοι γενικά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *