Νότος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η παιδική μου φίλη, η Μαριάνθη, το ‘χε δει στο όνειρό της και έτρεξε να μου τηλεφωνήσει: «Σώθηκες! είδα ένα όνειρο, ότι ήσουν λέει, στο σκαραβαίο σας με την Κάθριν, και εκεί που ήσασταν δίπλα σε μια παραλία, εμφανίζεται ο μακαρίτης ο πατέρας σου, στα ολόασπρα, σταματάει το αυτοκίνητο, βγάζει έξω την Κάθριν, την παίρνει μαζί του και σου λέει εσένανε: «φύγε παιδί μου» και τότε βγαίνει ένας δράκος από την θάλασσα, μισός ψάρι, σε παίρνει στην ράχη του και σε πάει εκεί μακριά , σε ένα νησάκι . Κάπου στον Νότο…»

Έφτασα το ίδιο καλοκαίρι, εκεί στον Νότο, με μια πτήση και προσγειώθηκα σε έναν ανεμοδαρμένο αεροδιάδρομο, γεμάτο μυρωδιές από θυμάρια, ρίγανες, ασφάκες, θρούμπια και ασφόδελους. Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο με τον μήνα, παρουσιάστηκα στην υπηρεσία μου , νοίκιασα και ένα σπιτάκι για ένα χρόνο και τακτοποίησα τα ελάχιστα υπάρχοντά μου. Ένα κουφάρι που ξεβράστηκα, ήμουν. Ένας ισοβίτης που πήρε χάρη και ναυάγησε σε μια ακτή. Ένα τίποτα. Η κοιλιά μου κομμένη απ’ άκρη σε άκρη. Όγκοι. Καλοήθεις, ευτυχώς. Αλλά πολλοί. Και τεράστιοι. Οι ουλές , εκεί, φρέσκιες. Στην θάλασσα ο γιατρός δεν επέτρεπε να μπω ακόμα. Εγώ έμπαινα, δεν ήξερα κάτι άλλο να κάνω.

Και μόνη. Κατάμονη. Από πάντα. Και εκεί και εδώ. Χρόνια, τόσα που δεν θυμόμουν πια. Το πετσί μου λες κι είχε κολλήσει μια μυρουδιά, που έδιωχνε ακόμα περισσότερο όποιον ήτανε κοντά.

Αυτόν, όμως, όχι. Αυτός με μύρισε σαν λιβάνι. Αυτός, ήρθε. Με προσέγγισε. Μου άφηνε σιωπές δευτερολέπτων που αρωμάτιζαν τα βήματά μου. Μου άφηνε την φωνή του να μου διαβάζει, που γέμιζε τα βράδια τα άδεια μου σεντόνια. Με κοίταγε με τα μάτια του όλο φως και φρόντιζε να το δω και να το εισπράξω.

Φίλοι. Εννοείται. Το ήξερα, είχε κοπέλα. Δεν το είχε κρύψει ποτέ. Ήταν, μάλιστα κι αγαπημένοι. Αυτή ήταν κάπου στον Βορρά. Ταιριάζανε πολύ. Ίδια φάρα, ίδια κοψιά, ίδιες αγάπες. Είχαν ζυμωθεί μαζί, κιόλας, από παιδιά, χρόνια τώρα, δεν το είχε κρυφό. Όλοι το ξέραμε.

Εγώ μοσχομύριζα μοναξιά. Κι αυτό ήταν επίσης, γνωστό σε όλους.
Ποτέ δεν διεκδίκησα. Ποτέ δεν άπλωσε χέρι. Ποτέ δεν τον κοίταξα παραπάνω από όσο έπρεπε. Ποτέ δεν υποσχέθηκε. Είναι αλήθεια. Τίποτα δεν έγινε. Τίποτα από όσα λένε οι κακιές οι γλώσσες του νησιού.

Εκεί στο Νότο. Σε ένα νησάκι στη μέση του πουθενά, οι ψυχές μας συντονίστηκαν, θαρρώ, όσο μπόρεσαν. Ψήσαμε ψάρια σε ακρογιαλιές τον χειμώνα με το αγιάζι, μόνοι μας, ανάμεσα σε κροκάλες χιλιομέτρων και σε κύματα που έσπαγαν αρμύρα και φύκια, γράψαμε στίχους στα τζάμια με τα χνώτα μας πίνοντας ζεστό ρακόμελο από τα θερμός, φτάσαμε με νοικιάρικα αμάξια, στους πιο ψηλούς χωματόδρομους, ακούγοντας ραδιόφωνο σιωπηλοί, αφήσαμε ό ένας στον άλλο μηνύματα μέσα στην απλωμένη μπουγάδα ή πάνω στα κλαδιά του δέντρου της αυλής, δαμαστήκαμε μαζί σε μια φύση άγρια, με τα μποφώρ και το ψιλόβροχο του χειμώνα να μας περονιάζουν σε ατελείωτες βόλτες….

Ποτέ δεν κάναμε κάτι. Ο άνθρωπος αυτός με έσωσε. Ήμουν ένα ξεβρασμένο ερείπιο όταν έφτασα σ’ εκείνο το νησάκι, κι αυτός με ανέστησε.

Εννοείται, χωρίσαμε. Κακήν κακώς. Εγώ, το επιδίωξα, δεν άντεξα. Όταν φύγαμε από το νησί στο τέλος της άνοιξης, ούτε που χαιρετηθήκαμε. Ούτε γεια. Ούτε τίποτα. Απόλυτη περιφρόνηση. Μετά από καναδυό χρόνια, είδα σε ένα σάιτ, ένα ποίημα του, που με περιέγραφε ως ανέραστη μπάμπουσκα, με μυωπικά γυαλιά. Με μεταβόλισε, σκέφτηκα. Κι εγώ, εξάλλου, είχα γράψει ένα παραμύθι που τον παρουσίαζα ως Εγωιστικό Νάρκισσο… Έμαθα, παντρεύτηκε την καλή του. Κι εγώ, έχω ένα παιδάκι και ένα σύντροφο, μάλαμα σωστό.

Ποια πόλη; Ποια χώρα; Ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα;

Έστω και μετά από τόσα χρόνια, ήθελα να σου πω: σε ευχαριστώ.

https://www.youtube.com/watch?v=UWf0sTSp1Zk

 

Δήμητρα Τακ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook