Κοίταξε νευρικά ρολόι της.  Μία χιλιοκαπνισμένη γόπα ανάμεσα στα δάκτυλά της και μαύροι κύκλοι στα μάτια.  Άλλο ένα βαρετό βράδυ κάτω από το σπίτι του.  Για πολλοστή φορά  το τελευταίο δίμηνο, περίμενε πότε αυτός θα ξαναβάλει μπρος το αμάξι του, το οποίο παρέμενε στο ίδιο σημείο από την τελευταία φορά που το πάρκαρε.

Πάρκαρε το αμάξι. Όχι, δε θα ξαναοδηγούσε ποτέ πια.  Το πήρε απόφαση. Πάτησε  το αυτόματο κλείδωμα και αδιάφορα το παράτησε φεύγοντας. Το μίσησε πραγματικά το αμάξι αυτό. Όπως και τον εαυτό του. Ανοιγόκλεισε θλιμμένα τα μάτια του και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του.

Η πόρτα στο ντουλαπάκι του συνοδηγού είχε ακόμα το μισοσχισμένο αυτοκόλλητο που έγραφε «Πρόσεχε Οδηγέ». Με τα χλωμά ακροδάχτυλά της,  ψηλάφησε το αυτοκόλλητο, ελαφρά κιτρινισμένο, ίσως από το χρόνο, από τη ζέστη, από την ήλιο, σημάδι ενός πιο ευτυχισμένου παρελθόντος. Ενός παρελθόντος που όση αξία και να έδινε στις αναμνήσεις της, με τίποτα δε θα ανέτρεπε την παρούσα κατάσταση. Έκλεισε τα πονεμένα μάτια της.

Πονεμένα μάτια, ήταν γεγονός. Τύψεις, αϋπνίες, κακή διάθεση απέχθεια ακόμα και για τη δουλειά του,  ένιωθε κενός άνθρωπος. Πώς να γυρίσει πίσω το χρόνο και να διορθώσει το πιο τραγικό λάθος της ζωής του; Άλλαξε η ζωή του από τότε που έφυγε από το σπίτι της Ιουλίας για να επιστρέψει στο δικό του. Απερισκεψία, χαζομάρα, τι είχε πια στο άτιμο κεφάλι του κι έπιασε τιμόνι με τόσο παλιόβροχο; Κάθε βράδυ δίκαζε τον εαυτό του χωρίς εξιλέωση.

Εξιλέωση. Μία ιδιαίτερη λέξη. Δεν ήξερε αν ταίριαζε με εκδίκηση ή  με δικαίωση. Βέβαια έριχνε ευθύνες στον εαυτό της, δεν σταμάτησε τον Νταμιέν εκείνο το βράδυ της κακοκαιρίας. «Μαμά, τέρμα τα ημίμετρα. Έρχεται ο Γύρος της Γαλλίας και πρέπει να είμαι έτοιμος». Και τότε, οι φόβοι της μετατράπηκαν σε δημιουργικότητα, αφήνοντας την έμπνευσή και φαντασία της να οδηγήσει τα δάχτυλά μπροστά στο λευκό καμβά,  νιώθοντας περηφάνια για τη δύναμή και την επιμονή του. Παρόλα αυτά  το τηλέφωνό της δεν άργησε να χτυπήσει εκείνο το βράδυ.

Χτύπησε το κινητό του με τη γνώριμη φωτογραφία της Ιουλίας. Δεν απάντησε. Η ρουτίνα του δεν θα σταματούσε απόψε. Τοποθέτησε, ακόμα μία φορά, μία από τις ψηλές σκαλιστές καρέκλες της τραπεζαρίας μπροστά στον κεντρικό μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού και κάθισε. Περιεργάστηκε στον καθρέφτη το βλέμμα του.  Ήταν νέος αλλά φαινόταν πιο μεγάλος. Είχε χάσει τη φρεσκάδα του, το χαμόγελο αλλά και το δυναμισμό του. Χαμήλωσε το κεφάλι του αναπνέοντας γρήγορα και μετά σήκωσε τα μάτια του στον καθρέφτη, καρφώνοντάς τα θυμωμένα στο είδωλό του, με μοναδική διάθεση να το φτύσει. Κάποιες φορές το έκανε. Από καθαρή τύχη δύο φορές δεν έσπασε ο καθρέφτης, όταν με μανία τα χέρια του μετατράπηκαν σε γροθιές χτυπώντας το είδωλο του και στριγγλίζοντας «Γιατί».

Ναι, αυτό το «γιατί» την απασχολούσε. Κυρίως  τις ώρες που βρισκόταν στο δωμάτιο του νοσοκομείου και κρατούσε λυπημένα το χέρι του Νταμιέν, παρακολουθώντας τον διασωληνωμένο. Γιατί να υποστηρίζεται το παιδί της μηχανικά αντί να προπονείται για τον αγώνα; Γιατί δεν τον κράτησε σπίτι να περάσουν χρόνο μαζί κι ας ζωγράφιζε άλλη στιγμή; Αν και πνιγμένη στα «γιατί», δεν παρέλειπε να παρατηρεί αυτόν το γιατρό που διακριτικά έμπαινε συχνά στο δωμάτιο του παιδιού και σημείωνε μετρήσεις. Άγγιζε το χέρι του παιδιού, το χάιδευε, ίσως ανέμενε μία αντίδρασή του, πριν κρατήσει μερικές σημειώσεις ακόμα. Περίεργο πάντως, δεν  τον είχε δει ποτέ μέσα στο νοσοκομείο να περιφέρεται με άλλους γιατρούς. Παρόλα αυτά, ευγνωμονούσε, από μέσα της, τους υπεύθυνους που είχαν τον άνθρωπο αυτό αποκλειστικά να ασχολείται με το παιδί της.

Το παιδί της. Μία μάνα υποφέρει. Κι αυτός ήταν ανάξιος να της ζητήσει συγνώμη.  Δεν είχαν σημασία τα συναισθήματά του, οι ενοχές του. Ήλπιζε μόνο σε ένα θαύμα για τον Νταμιέν. Κάθε μέρα νωρίς το πρωί επισκεπτόταν την εκκλησία του Σεν Νικολά. Μάλιστα έκανε πρόσφατα δωρεά μία εικόνα του Σεν Νταμιέν. Καθόταν στο ίδιο έδρανο, κοιτάζοντας τον τρούλο της εκκλησίας και κάνοντας μια προσευχή.  Την ίδια προσευχή. Όμως ήθελε να ξέρει τα πάντα και μέσα στο νοσοκομείο.  Ο γιατρός Ζερέλ ήταν ο καλύτερος νευρολόγος στη Δυτική Ευρώπη. Ήταν διατεθειμένος να πληρώσει αδρά έναν ικανό γιατρό προκειμένου να είναι συνέχεια στην υπηρεσία του παιδιού. Κια το έκανε.  Απαιτούσε ενημέρωση καθημερινή για την κατάσταση του παιδιού. Διακριτικά, μυστικά, Χωρίς να γνωρίζει εκείνη το παραμικρό. Δεν έπρεπε να μάθει ποτέ. Ένα θαύμα έψαχνε μόνο, από μία ανώτερη δύναμη.

Μία ανώτερη δύναμη. Άραγε υπήρχε; Και αν ναι γιατί διεκδικούσε το παιδί της ; Πού έσφαλε; Άρχισε να έχει ενδοιασμούς για το σχέδιο της. Να αναμένει  έναν άγνωστο να βάλει μπρος ένα αυτοκίνητο με πειραγμένα φρένα. Και μετά τι; Θα ξεγελούσε το Θεό; Αστεία σκέψη. Κρατούσε τη ζωή ενός εγκληματία στα χέρια της. Το έπαιζε η ίδια Θεός. Με τι τίμημα άραγε; Το κινητό της δονήθηκε. Το αγνόησε.

Δεν αγνόησε την εισερχόμενη κλήση του αυτήν τη φορά. Είχε ανάγκη να ακούσει τη φωνή της.  «Κάνε μία προσπάθεια. Βάλε μπρος το αμάξι και έλα. Νίκησε το πια. Σε αγαπώ πολύ.» Τα λόγια της Ιουλίας ήταν ένα απαλό δροσερό αεράκι στο ιδρωμένο πρόσωπό του. Λευκό χρώμα  που αφαιρούσε τις κατάμαυρες πινελιές της ζωής του. Μία  χαραμάδα φωτός στο μακρύ τούνελ απελπισίας. Αποφάσισε γρηγορα. Έβαλε το κινητό στην τσέπη του και πήρε τα κλειδιά του.

Γύρισε το κλειδί στη μηχανή. Φοβερό! Ναι, ξαναέμπαινε στο αμάξι του. Και τότε αβεβαιότητα κατέκλυσε το κουρασμένο μυαλό της. Τελική ευθεία. Τα πειραγμένα φρένα θα έκαναν μια χαρά τη δουλειά τους μόλις αυτός έπιανε εκτός πόλης τα 100 χιλιόμετρα. Όμως ήταν έτοιμη να αποδεχθεί τις πράξεις της; Η έννοια με το ίδιο νόμισμα αποκτούσε πια άλλο νόημα. «Στις δύσκολες στιγμές θα φανείς τι άνθρωπος είσαι», λόγια σοφά του πατέρα της, χαραγμένα στη μνήμη αλλά και στη λογική της που την εγκατέλειπε. Πανικοβλήθηκε. Κι αν ο Θεός μου τον πάρει οριστικά κοντά του;

Κοντά της. Ναι αυτό του έλειψε. Μία αγκαλιά. Πίσω από το τιμόνι ένιωσε καλά. Στην αρχή ξεκίνησε συντηρητικά και μετά λίγο πιο γρήγορα. Ένα ψιλόβροχο γρήγορα έγινε πυκνή μπόρα, καθώς έβγαινε προς τον περιφερειακό του Κίρσμπεγκ προς το αεροδρόμιο.  Εκείνη τον ακολουθούσε διακριτικά από πίσω. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, αβέβαια. Τα χέρια της έτρεμαν.  Όσο απομακρύνονταν από το κέντρο, οι ταχύτητες των αυτοκινήτων ανέβαιναν στον άδειο δρόμο.  Πολύ γρήγορα αντιλήφθηκε εκείνος τα αδύναμα φρένα του. Θέλησε να χαμηλώσει ταχύτητα αλλά ο δρόμος γλιστρούσε και η βροχή γινόταν ακόμα πιο δυνατή. Το αμάξι είχε ήδη σημαντική ταχύτητα και ήταν αδύνατο να επιβραδύνει, κατεβαίνοντας την οξεία κατηφορική γωνία του δρόμου. Έστριψε το τιμόνι  προς τη βοηθητική γραμμή αλλά το αμάξι γλίστρησε ακόμα πιο πολύ και χωρίς να το καταλάβει αναποδογύρισε στον άδειο δρόμο μέχρι να καταλήξει  ανάποδα στο διπλανό χωράφι.

H καρδιά της χτύπησε δυνατά. Πολύ δυνατά. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, βγήκε γρήγορα και πήρε το κινητό της μαζί. Καθώς έβγαζε το αθόρυβο των κλήσεων, βρήκε δύο αναπάντητες όμως αυθόρμητα τηλεφώνησε για βοήθεια. Όσο μιλούσε, τον αντίκρισε μέσα από το σπασμένο τζάμι του αυτοκινήτου να προσπαθεί ανάποδα να αποδεσμευτεί από τη ζώνη του, αιμόφυρτος στο πρόσωπο. Μόλις την είδε εκείνος να πλησιάζει τα μάτια του γέμισαν ένταση αναγνωρίζοντάς την, ενώ δάκρυα ξέπλεναν  το αίμα στις πληγές του προσώπου του.

Πληγές στην ψυχή. Πληγές στο πρόσωπο και μάτια που μαρτυρούσαν το δικό του πόνο. Πέταξε το κινητό της στο βρεμένο πράσινο, νόμισε ότι θα χάσει τις αισθήσεις της αντιλαμβανόμενη τι προκάλεσε. Σχεδόν παραπατώντας, μέσα στη βροχή, πλησίασε το αμάξι. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Ήταν η ώρα των ανοιχτών λογαριασμών. Τα δάκρυά του πύκνωσαν. Θυμήθηκε τις κινήσεις του εκείνο το βράδυ. Το άμεσο τηλεφώνημα για βοήθεια και την ασταμάτητη τρεχάλα του να φτάσει δίπλα στο παιδί. Φώναζε, ούρλιαζε δυνατά, πανικοβλημένος από αυτό που προκάλεσε. Θυμάται το αδύναμο χέρι του Νταμιέν και το κεφάλι του που κουνιόταν. Το σώμα του ήταν ακίνητο αλλά ζούσε. «Μίλα μου. Μείνε μαζί μου. Λίγο υπομονή. Έρχεται βοήθεια».

«Μίλα μου. Μείνε μαζί μου. Λίγο υπομονή. Έρχεται βοήθεια». Άνοιξε την πόρτα του αμαξιού, του απασφάλισε τη ζώνη ενώ το σώμα απελευθερωμένο, γλίστρησε έξω στα χορτάρια. Ξαπλωμένος στη βρεμένη πρασινάδα, ανέπνεε βαριά αλλά σταθερά. Εκείνη ένιωσε εγκληματίας αντικρύζοντάς τον. Ποτέ μία τέτοια εξιλέωση δεν αποκτούσε τόσο ενοχικό χαρακτήρα.  Πόσο λάθος έκανε! Αυτός υπέφερε και ίσως δεν τον ένοιαζε να πεθάνει. Κι εκείνη του πρόσφερε στο πιάτο την ευκαιρία. Ξάφνου και τα δύο κινητά κουδούνισαν. Γοονατιστή, έψαξε μέσα στα χόρτα το δικό της ενώ εκείνος αναζήτησε το δικό του, με τρεμάμενα χέρια, στην τσέπη του.

«Κυρίε Μπιαλόν, πρέπει να έρθετε άμεσα. Έχουμε νέα, το παιδί ξύπνησε. Φαίνεται να ανακτά. Νωρίς ακόμα αλλά ανέλπιστη εξέλιξη!»

Σήκωσε με όλες τις δυνάμεις το κεφάλι του και την αναζήτησε. Με τηλέφωνο στο αυτί της ,τον κοίταξε έντονα, έκπληκτη. Ζαλισμένος ακόμα, έκανε προσπάθεια να σηκωθεί και να πάει κοντά της. Μαντεύοντας τις προθέσεις  του,  πήρε την πρωτοβουλία εκείνη, μπουσουλώντας κοντά του γρήγορα και πιάνοντάς του  το χέρι. Όπως έκανε κι εκείνος στο παιδί της. Χωρίς εκείνη να το ξέρει ποτέ.

«Πες μου μόνο πως προσευχήθηκες κι εσύ όπως εγώ», του είπε, ενώ εκείνος έκανε προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του.

«Σημασία έχει να γυρίσει το παιδί σε σένα», αποκρίθηκε με σιγανή φωνή, «Άσε με εμένα να ζω με τις τύψεις μου.»

Συγχώρεση, σκέφτηκε εκείνη. Έπρεπε να μάθει να την προφέρει. «Φεύγουμε, μας περιμένει το παιδί».