Ντανιέλ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

http://thebluez.gr/mantlen/

Δεκέμβρης του 2017. Ο Ντανιέλ και η Θεοδώρα Λεκόντ ετοιμάζονταν για τις γιορτές. Το σπίτι ήταν στολισμένο όπως πάντα από το τέλος Νοεμβρίου ενώ το ζευγάρι παρακολουθούσε από κοντά τις εορταστικές εκδηλώσεις που κορυφώνονταν την πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη, επισήμως την έναρξη της χριστουγεννιάτικης περιόδου.

Για τον Ντανιέλ η περίοδος αυτή ήταν γενικά χαλαρή. Του άρεσε να διαβάζει και να γράφει πολύ κυρίως τα τελευταία χρόνια. Είχε σταματήσει να δουλεύει εδώ και δέκα χρόνια καθώς την επιχείρηση την είχε πια αναλάβει ο γιος του. Είχε λοιπόν μάθει να συνδυάζει στην καθημερινότητά του το διάβασμα αλλά και τις βόλτες κυρίως μετά το μεσημεριανό φαγητό. Η Θεοδώρα κάθε μέρα σχεδόν επισκεπτόταν την κοινότητα Ελλήνων, οπότε εκείνος έμενε μόνος. Βρήκε τρόπο να καλύπτει τα μοναχικά απογεύματα βολτάροντας, είτε στους πολυπληθείς δρόμους της πλατείας της Όπερας, είτε μερικές φορές φτάνοντας μέχρι τη Μονμάρτρη αναζητώντας στα γραφικά σοκάκια της αντικείμενα της εποχής του. Ήταν πρακτικό να παίρνει το μετρό από τα Γκραν Μπουλβάρ, άλλωστε ήταν μεγάλη τύχη να έχει την στάση ακριβώς μερικά μέτρα έξω από την εξωτερική πύλη του διαμερίσματος των Λεκόντ. κατέβαινε προσεκτικά πάντα τις σκάλες, ντυμένος με το μαύρο επιβλητικό παλτό του, την κλασική του καρό τραγιάσκα έχοντας στην τσέπη του το μικρό πορτοφολάκι του και τη θήκη με τα γυαλιά του.

Οι βόλτες στο Παρίσι ήταν μία αποκάλυψη. Συγκρίνοντας πάντα με τη δική του νεανική περίοδο στο χωριό του στο Μπριέ, παρακολουθούσε τους ανθρώπους.  Έβλεπε γενεές ολόκληρες στους δρόμους να τρέχουν, να χαμογελούν να διαβάζουν, να ζουν έντονα, να ομιλούν στα κινητά, να περιμένουν, να αναμένουν, καμιά φορά να κλαίνε ή να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Ζευγάρια νεαρά, μεσήλικα, σαραντάρηδες με τους χαρτοφύλακες και τα κοστούμια τους. Κι εκείνος ήταν ένας όμορφος νέος στα νιάτα του γεμάτος ζωή. Θυμόταν πόσο γοητευτικός ήταν σε βαθμό  που όλα τα κορίτσια τον επιθυμούσαν. Και εκεί σταματούσε και επανερχόταν στο παρόν. Δεν ήθελε να σκαλίζει παραπάνω το παρελθόν.

Τη μέρα αυτή, όπως πάντα ο Ντανιέλ σταμάτησε στο γνωστό κιόσκι για εφημερίδες. Χωρίς ιδιαίτερη σημασία και εντελώς μηχανικά πήρε την εφημερίδα του και το μηνιαίο περιοδικό τέχνης που του άρεσε, τα τύλιξε προσεκτικά σε κύλινδρο, φέρνοντας τα με το ένα του χέρι κοντά στο θώρακα και συνέχισε να περπατάει. Όμως μία διαφημιστική αφίσα στο δρόμο τράβηξε την προσοχή του και έκοψε το βηματισμό του.

«Μαντλέν Μπεντό Ντέιβις: Ταξίδι της ζωής μου στο Χρόνο» Σατό ντε Βενσέν 16 Δεκεμβρίου-16 Ιανουαρίου».

Η φωτογραφία της επάνω στην αφίσα τράβηξε το βλέμμα του. Χαμογελαστή, με τα γκρίζα κοντά μοντέρνα μαλλιά της κι ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά. Τα γαλάζια μάτια του Ντανιέλ βούρκωσαν. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την αφίσα. Το χέρι που κρατούσε την εφημερίδα έτρεμε λίγο, τα βλέφαρά του ανοιγοκλείσαν. Το πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι η γυναίκα της φωτογραφίας ήταν γνωστή του. Προχώρησε προς το αγαπημένο του καφέ και αφού κάθισε στο σύνηθες τραπέζι του έβγαλε και φόρεσε τα γυαλιά του. Παρήγγειλε.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο αποφάσισε να ξεφυλλίσει πρώτα το περιοδικό. Δεν είχε ακόμα διάθεση να ανοίξει την εφημερίδα του και να βυθιστεί στις δηλώσεις του Μακρόν, στο τρομοκρατικό χτύπημα της Νέας Υόρκης, στην ταφή του Χαλιντέι ή στα προγνωστικά για τον Ολυμπιακό Μασσαλίας. Kι όμως. Όταν αγόρασε το περιοδικό στο κιόσκι δεν παρατήρησε καν το εξώφυλλο. Μόνο του πάλι το περιοδικό ρούφηξε το βλέμμα του. Με την ίδια φωτογραφία που αντίκρισε στην αφίσα. Και χωρίς να καταλάβει οι λέξεις βγήκαν αυθόρμητα, «Μαντλέν..»

Σαράντα πέντε χρόνια πριν. Ένας νέος από εύπορη οικογένεια ετοιμαζόταν για γάμο. Πιο συγκεκριμένα η οικογένειά του επιθυμούσε να τον παντρέψει με την πιο νέα κόρη της οικογένειας των Μπεντό και να βάλει τέλος στα σχόλια και τα κουτσομπολιά για τις κρυφές ερωτικές επαφές του νεαρού Λεκόντ. Ένας γιος υπάκουος. Χαμήλωνε το βλέμμα του μπροστά στη μητέρα του. Δεν τολμούσε καν να βρεθεί και να πιάσει το χέρι της μελλοντικής συζύγου του μπροστά στη μάνα που με αυταρχικό βλέμμα νοιαζόταν μόνο για την σταθερότητα της οικογένειας. Κυρίως όταν τα βράδια εκείνος εξαφανιζόταν σε γυναικείες αγκαλιές. Περπατημένος, νιώθοντας την ανάγκη παράλληλα να ξεφύγει και να ζήσει τη ζωή του, παράλληλα εγκλωβισμένος στα πρέπει μίας άλλης εποχής, έψαχνε στις σκοτεινές διαδρομές του μία λύση. Η Μαντλέν Μπεντό δεν ήταν σαν τις αλλες κοπέλες. Ο κόσμος του όταν τη γνώρισε αμέσως επεκτάθηκε. Η λάμψη της μέσα από την αθωότητα και την αφέλειά της του πρόσφερε ένα πρωτόγνωρο φως και μια δροσερή ελπίδα. Ήταν ένας έμπειρος νέος, σίγουρος πως θα την έριχνε εύκολα στην αγκαλιά του. Μέχρι που τη γνώρισε καλά και είδε πόσο όμορφη και διαφορετική ήταν από όλα αυτά τα κορίτσια που κάθε βράδυ άλλαζε σαν τα πουκάμισα. Και το πιο βασικό από όλα, είχε ένα όραμα για τη ζωή της. Ονειρευόταν να κάνει πράγματα, να φύγει από τη ρουτίνα και τη  μικρή κοινωνία του Μπριέ και να ζήσει τη δική της ζωή. Κάτι που εκείνος δεν είχε. Κάτι που αναζητούσε προφανώς σε χαμένα μονοπάτια. Κι όμως ένιωθε την ψευδαίσθηση ότι είχε πια οδηγό να του δώσει νέα πνοή.

Όταν έσμιξαν για πρώτη φορά, εκείνη του ανοίχτηκε σαν  όστρακο. Ίσως επειδή ήταν τόσο εμφανίσιμος, σαν το γνωστό εκείνο γαλανομάτη στα περιοδικά, ίσως κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Δεν είχε και τόσο σημασία. Ήταν δύο ερωτευμένα παιδιά. Το πρώτο τους βράδυ η Μαντλέν ήταν ένας γυμνός άγγελος, γλυκιά, αισθησιακή, πανέμορφη, απλή, ιδανική για τη δική του ζωή. Όταν μπήκε για πρώτη φορά μέσα της την κάρφωνε με το βλέμμα του. Ήθελε να δει ακόμα και την παραμικρή έκφρασή της και να την κρατήσει ανάμνηση για την υπόλοιπή του ζωή. Τα μάτια της γεμάτα πόθο μέσα στην απειρία της, τα χείλη της που ήταν μισάνοιχτα και λίγο υγρά. Τα απαλά της δάχτυλα που ακόμα και όταν τον έσφιγγαν αργότερα σε παρόμοιες στιγμές έντονου πάθους, νόμιζε πως τον χάιδευαν, πως τον ενθάρρυναν.

Ναι την είχε ερωτευθεί. Και ήθελε να ξεκόψει από το αμαρτωλό όπως το αποκαλούσε η τοπική κοινωνία παρελθόν του. Ονειρευόταν ένα μέλλον διαφορετικό. Αισθανόταν ότι σιγά σιγά φτερά φύτρωναν στην πλάτη του κι εκείνη με μία μαγική και μόνο κίνησή της θα τον παράσερνε μακριά σε ένα ταξίδι βλέποντας από ψηλά ένα κόσμο γεμάτο νέους ορίζοντες. Το μόνο που είχε να κάνει εκείνος ήταν να ξεκόψει από τη θελκτική Λάουρα. Αυτήν τη γυναίκα που τον οδηγούσε με το στόμα της και με τα δάκτυλά της σε απαγορευμένα μονοπάτια. Ήθελε μόνο λίγο χρόνο να τα τακτοποιήσει όλα. Η Μαντλέν γινόταν το επίκεντρό του.  Η γυναίκα του η μελλοντική. Και ήθελε να της χαρίσει τον κόσμο όλο. Αυτό της έλεγε ακόμα και όταν τα χέρια του ταξίδευαν στο κορμί της. Όταν έπιναν παρέα πινό νουάρ κάποια βράδια, μακριά από τη Λάουρα. Όταν τα Σάββατα άραζαν στη Μοζέλλα βλέποντας κύκνους και αγναντεύοντας έναν ουρανό ολοδικό τους στο δείλι. Γεμάτο χρώματα. Το εννοούσε.

Τη ζήτησε σε γάμο επίσημα. Πήγε σπίτι της και έφαγε με την οικογένειά της. Γεύθηκε τις υπέροχες μαντλέν, με την αυθεντική συνταγή της γιαγιάς. Το βράδυ το πέρασαν μαζί με έντονο πάθος και της είπε πως την αγαπά. Ακόμα και όταν εκείνη κραύγαζε ότι άνοιγε φτερά και πετούσε. Κι εκείνος έκλεινε τα μάτια του και ένιωθε να ταξιδεύει στο δικό της φωτεινό κόσμο. Μακριά από αυταρχικές μάνες και αγκαλιές χωρίς νόημα. Την επόμενη ημέρα η Λάουρα θα αποτελούσε παρελθόν. Θα γινόταν πια ένας άντρας που θα είχε μάτια μόνο για μία ύπαρξη. Που θα την τιμούσε και θα την αγαπούσε για πάντα. Στα καλά και στα κακά. Δεν υπολόγισε ο Ντανιέλ όμως το ύψος που πετούσε η Μαντλέν. Κι έτσι έπεσε απότομα στο έδαφος.

Δεν σταμάτησε διόλου να κοιτάζει τη φωτογραφία στο εξώφυλλο. Γύρισε γρήγορα τις σελίδες μέχρι να βρει το αφιέρωμα στη Μαντλέν. Να διαβάσει για τη διάσημη φωτογράφο που ερχόταν μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας για μία έκθεση αυτοβιογραφική. Ζούσε  με το σύζυγο τα παιδιά και τα εγγόνια τους στη Νέα Υόρκη, στολίζοντας πολλά διάσημα σπίτια με τις δικές της ειδυλλιακές εικόνες τοπίων πίσω από ανθρώπινες πλάτες. Μια τέχνη που αναδείχθηκε στη δεκαετία του 80 ως είδος ειδικής μελέτης και διδασκαλίας στις σχολές φωτογραφίας. Έτσι λοιπόν η Μαντλέν ερχόταν. Επέστρεφε. Όχι στο Μπριέ. Άλλωστε κι εκείνος μετά από λίγο καιρό έφυγε από εκεί και κατέβηκε στο Παρίσι για να αναζητήσει τη δική του επαγγελματική ταυτότητα. Εκεί που γνώρισε τη Θεοδώρα, έκανε δύο αξιόλογα παιδιά και μέχρι τώρα ήταν τυχερός να δει τρία εγγόνια. Αναρωτιόταν αν έπρεπε να πάει στην έκθεση. Αν έπρεπε να τη δει. Ντρεπόταν λίγο. Ένιωσε μία αμηχανία βλέποντας πια στο περιοδικό μία γυναίκα ταπεινή μεν δυναμική δε. Επιτυχημένη, παθιασμένη με το αντικείμενό της, καταξιωμένη σε όλο τον κόσμο.  Μία γυναίκα με αγάπη για ζωή. Αγάπη για την εικόνα. Για την καλλιτεχνία. Ο Ντανιέλ προσποιήθηκε πως είχε ένα καθρέφτη μπροστά του. Για την ακρίβεια κοίταζε το είδωλό του στο μπροστινό τζάμι του μαγαζιού όπως έκανε αντανάκλαση. Σκεφτόταν τι κατάφερε εκείνος στους ίδιους χρόνους. Ναι ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας. Κατάφερε και ξέφυγε από την αυταρχική μάνα, την κλειστή κουτσομπόλικη κοινωνία όμως αμφιβάλλει αν ένιωσε έστω και λίγη λάμψη από αυτήν που εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά μερικές δεκαετίες πριν. Ήθελε τόσα να της πει. Του πήρε πολλά χρόνια για να βρεθεί ξανά με γυναίκα. Να γελάσει, να βγει να διασκεδάσει. Η Θεοδώρα ήταν μία πιστή και καλή γυναίκα. Φινετσάτη και μέσα στο πνεύμα της οικογένειας. Η Μαντλέν ήταν όμως πάντα ένα μικρό πετραδάκι που παρέμενε μέσα σε μία πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Και ίσως να μην έκλεινε ποτέ. Τη μνημόνευε κάθε ημέρα πριν κοιμηθεί. Την έφερνε στο μυαλό του όμορφη και χαριτωμένη και ήλπιζε να ήταν ευτυχισμένη. Ο Ντανιέλ πλήρωσε και έφυγε.

Το Σάββατο ήρθε γρήγορα και η Θεοδώρα πήγε στο κομμωτήριο και μετά επέστρεψε για το μεσημεριανό. Το βράδυ θα έλειπε στη φιλανθρωπική εκδήλωση που οργάνωνε η κοινότητα. Ο Ντανιέλ θα περνούσε πιο αργά. Είχε αποφασίσει να πάει στα εγκαίνια της έκθεσης.  Τη Θεοδώρα δεν την είχε προδώσει ούτε μία φορά. Ήταν πάντα σωστός σύζυγος, υπέροχος εραστής, άξιος πατέρας και παππούς. Βέβαια δεν γνώριζε η Θεοδώρα τη Μαντλέν.

Σήμερα λοιπόν ο Ντανιέλ κάλεσε ταξί. Δεν ήθελε να μπλέξει με το μετρό. Ήθελε να νιώθει καλά. Να αποφύγει τυχόν καθυστερήσεις και να προβλέψει επίσης σκαμπανεβάσματα του παρισινού κρύου χειμώνα. Έβαλε το κοστούμι του το ριγέ. Λευκό πουκάμισο με μπλε σκούρο παπιγιόν. Φόρεσε το μεγαλοπρεπές μαύρο μεσάτο παλτό του, ριγέ κασκόλ και το επίσημο καπέλο του. Ήταν ξυρισμένος, περιποιημένος, και έτοιμος. Όπως τότε που πήγε στο σπίτι των γονιών της. Η αναμονή τον σκότωνε αλλά και τον άγχωνε.

Έφτασε σχετικά γρήγορα στις Βενσέν. Περπάτησε λίγο μέσα στο πάρκο που περικλείει το χώρο μέχρι να φτάσει. Ο καιρός πάγωνε  μετά τις επτά το βράδυ και εκείνος κρύωνε. Περπατούσε σχετικά γρήγορα μέχρι να βρεθεί στην αίθουσα. Έδωσε το παλτό του και το καπέλο του, τακτοποίησε προσεκτικά το σακάκι του και μπήκε στον κεντρικό χώρο που ήδη ήταν γεμάτος κόσμο. Μία αίθουσα κατάλευκη, ζεστή και γεμάτη πίνακες διακοσμημένους με φωτογραφίες που συνδύαζαν ασπρόμαυρο και έγχρωμο. Πόλεις και μνημεία διάσημα που ξεπρόβαλαν πίσω από διακριτικές πλάτες ανθρώπων. Θα έλεγε κανείς ένα ταξίδι σε γνώριμα μέρη θέτοντας ως ερωτηματικό στο θεατή μία γυρισμένη ανθρώπινη πλάτη. Ένα παιχνίδι εικόνας και ονειροπόλησης.

Ο Ντανιέλ πήρε ένα μικρό προσπέκτους παρουσίασης και προχώρησε στην αίθουσα. Η ματιά του έπαιζε στο χώρο μήπως και εντοπίσει τη Μαντλέν. Κάποια στιγμή, προχωρώντας, έφτασε σ’ ένα χώρο κλειστό, ιδιαίτερα φωτισμένο, με χαμηλό φως επάνω σε ασπρόμαυρο, όπου ένα γνώριμο ποτάμι και η πλάτη ενός νέου καθήμενου με την πλάτη γυρισμένη ήταν το θέμα. Μία φωτογραφία που κοσμούσε αρκετά μέτρα τοίχο. Ένας ιδιαίτερος φωτογραφικός πίνακας. Ο Ντανιέλ πλησίασε με περιέργεια και διάβασε το διακριτικό ταμπελάκι. «Το ποτάμι ρέει αλλά εκείνος κοιτάζει ψηλά» 1972.

Το πουκάμισο του νεαρού, οι αγκώνες που κατέληγαν με τις παλάμες επάνω στην ασπρόμαυρη φύση, μία όμορφη εύσωμη πλάτη και ένα κεφάλι που κοίταζε προς τον ουρανό σαν να αγνοούσε το ρεύμα του ποταμού μπροστά του. Σαν να είχε παρασυρθεί από κάτι ανώτερο και πιο ενδιαφέρον ψηλά.

«Είναι η καλύτερη φωτογραφία μου. Χαίρομαι που είσαι εδώ για να τη δεις», η γνώριμη γυναικεία φωνή τον ξάφνιασε. Γύρισε και την αντίκρισε. Λαμπερή, ίσως περισσότερο από ό,τι στις φωτογραφίες. Ζέστη όσο η αγκαλιά της τόσα χρόνια πριν. Μεστή όπως ακριβώς ήλπιζε να είναι τώρα.

Της χαμογέλασε. Ίσως λίγο αμήχανα, ίσως γιατί τα λόγια δεν έβγαιναν πια με την ίδια σιγουριά όπως τότε. Τότε που οι λέξεις ήταν στρατηγός όταν φλέρταρε. Τώρα είχε εκείνη την εξουσία. Για την ακρίβεια πάντα εκείνη είχε τη δύναμη. Και επέτυχε να πετάξει όταν άλλοι σαν εκείνον έψαχναν πώς να απογειωθούν.

Εκείνη όμως τον αγκάλιασε. Σφιχτά. Μία ζεστή αγκαλιά που ίσως και να απάλυνε εκείνη την πληγή με το πετραδάκι. Τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε.

«Παραμένεις ένας γοητευτικός υπέροχος άντρας. Ήμουν πολύ λίγη για εσένα. Πετούσα πολύ ψηλά. Κι έτσι χάθηκα. Χωρίς όμως να χάσω την ανάμνηση. Λοιπόν πώς σου φαίνεται ο Ντανιέλ με τα δικά μου μάτια;»

Ο Ντανιέλ δεν ήθελε να δει τη φωτογραφία του. Κάρφωσε τα μάτια του επάνω της σαν μαγεμένος και χαμογελούσε σαν ερωτευμένο μαθητούδι έχοντας χάσει τα λόγια του. Ίσως η στιγμή αυτή τελικά να ήταν η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Ίσως η πιο ολοκληρωμένη μικροσκοπική στιγμή με τόσο δα διάρκεια.

Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.  «Δεν έχω μάτια για τον Ντανιέλ. Πάντα είχα για τη Μαντλέν. Εγώ ήμουν λίγος για εσένα. Και για αυτό με άφησες.»

Η Μαντλέν έβγαλε τα γυαλιά της και τον κοίταξε. Τα υπέροχα γαλάζια μάτια του ήταν βουρκωμένα. Βούρκωσε κι εκείνη. Τα προσωπικά της στοιχήματα τα είχε όλα κερδίσει. Ήξερε πως αγαπούσε τον Ντανιελ λιγότερο από όσο αγαπούσε τον εαυτό της και αυτή ήταν μία σκέψη που δε θα τη μετάνιωνε ποτέ για το υπόλοιπο της ζωής της.

«Θέλω τόσα να σου πω Μαντλέν. Τι θα έλεγες να κανονίζαμε να βρεθούμε για φαγητό;»

Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και έπιασε τους καρπούς του με τα δυο της ζεστά χέρια.

« Απόψε ανοίγω φτερά πάλι. Επιστρέφω. Ήρθα μόνο για τα εγκαίνια. Θα έρθω για λίγο πάλι μετά τις γιορτές. Δε χρειάζεται να μιλήσουμε. Τα μάτια σου μου λένε πολλά. Να μη μετανιώνεις για τίποτα. Επιλέξαμε και κερδίσαμε ή χάσαμε. Ζήσαμε και ζούμε. Δες τον εαυτό σου. Παραμένεις ένας υπέροχος νέος. Μία ύπαρξη που με σημάδεψε. Περάσαμε καλά μαζί. Αλλά δεν ήμασταν συγχρονισμένοι να ωριμάσουμε παρέα.»

Ο Ντανιέλ της χαμογέλασε συναινετικά. Ήξερε πως δε θα την ξαναέβλεπε. Δεν θα την είχε στη ζωή του. Γύρισε και κοίταξε το νέο με τη γυρισμένη πλάτη στη φωτογραφία. Αλήθεια ήταν,  πέταξε κι εκείνος. Υπέροχη εικόνα. Ίσως λίγο πιο χαμηλά από εκείνη. Ίσως τότε να έβλεπε στον ουρανό εκείνη να πετάει και να ένιωθε πως μπορεί και αυτός. Του είχε πάρει χρόνο να δει τη ζωή από άλλη οπτική γωνία. Για αυτό και έφυγε από το Μπριέ μετά από εκείνη. Και πάλεψε σκληρά με το φάντασμά της. Και σε καμία πάλη δε βγήκε νικητής. Κατάφερε όμως να την κάνει μία μικρή βραδινή σκέψη και προσευχή. Μία λαχτάρα και μία επιθυμία. Πετούσε μόνος του προς έναν ανεκπλήρωτο προορισμό. Έναν αεροδιάδρομο που τελικά κατάφερε να προσεγγίσει και να προσγειωθεί με επιτυχία στο τώρα. Την στιγμή που βρέθηκαν ξανά. Χωρίς σκιές και φαντάσματα. Και θα έφευγε τελικά εκείνος πρώτος αυτήν τη φορά. Η Θεοδώρα τον περίμενε στην εκδήλωση. Δεν έπρεπε να αργήσει.

 

 

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook