Στο δικό της σπίτι, για κάποιο λόγο η θρησκεία έπαιζε κεντρικό ρόλο. Ήταν το Α και το Ω. Όλα ξεκινούσαν από το Θεό και κατέληγαν σε αυτόν. Αυτή η συνεχής αναφορά που ως μικρό κορίτσι της δημιουργούσε απορίες, της έμαθε με τον καιρό να κοιμίζει και να καταπνίγει τις αντιρρήσεις που αναδύονταν μέσα της ως μικρά «ζιζάνια». Ναι, γινόταν με τον καιρό «σωστός άνθρωπος». Προσπαθούσε να ακολουθεί αυτά που της μάθαιναν στο κατηχητικό όσο πιστότερα μπορούσε. Να επαναλαμβάνει τα «διδάγματα» και να εξηγεί «ομολογώντας την πίστη της» όταν κάποιος ρωτούσε ή απορούσε για τις επιλογές της. Έμαθε πως έπρεπε να είναι διαφορετική από «τον κόσμο». Προσπαθούσε. Ήταν κάπως παράλογο, έλεγαν τα «ζιζάνια», μα εκείνη προσπαθούσε. Μέχρι την εφηβεία της, η κατήχηση και η προσπάθεια είχαν αποδώσει καρπούς. Αποσιωπούσε τα «στραβά», τόνιζε τα «σωστά» και όλα φαίνονταν σύμφωνα με όσα επαναλάμβαναν συστηματικά στο κατηχητικό.

Παράλληλα, στο σπίτι τα πράγματα φαίνονταν «καθωσπρέπει». Υπήρχε η σωστή δόση «προσευχής», αλλά όταν η υποκρισία υπάρχει, αφήνει πίσω της κενό μεγάλο. Σε βγάζει στην αναζήτηση χωρίς να το έχεις καταλάβει. Κι ενώ το μυαλό της, ακολουθούσε όσα συστηματικά της είχαν φυτέψει, μέσα της έψαχνε να βρει λίγη στοργή, να γιατρέψει πληγές, να βγάλει από πάνω της το ακαθόριστο πέπλο της αδιόρατης εκείνης σκοτεινιάς που πλακώνει την ψυχή όταν λείπει η αγάπη του γονιού. Τίποτα δεν έφευγε πέρα από το κατώφλι του σπιτιού, άλλωστε «τα εν οίκω μη εν δήμω», έτσι της είπαν είναι το «σωστό». Και οι ίσκιοι μένουν με τους ίσκιους και συντροφεύουν τις σιωπές. Μάρτυρες μόνο λίγα δάκρυα, κρυμμένα πίσω απ΄ το φεγγάρι, πότε μικρό σα να θέλει να κρυφτεί από τον κόσμο και πότε φωτεινό ως πολλά υποσχόμενο. Ο πόνος ζήταγε να αφεθεί σε χέρια ικανά. Να ανακουφιστούν οι πληγές, κάποιος να σηκώσει λίγο από το βάρος της ζωής. Μα ούτε ο ουρανός, ούτε ο Θεός, ούτε το φεγγάρι έδειχναν πως άκουγαν τη μικρή αυτή φωνή που ήταν εκεί κάθε νύχτα, τον λυγμό, το δάκρυ.

Μα καμιά φορά η ζωή, μας κρατά μικρές εκπλήξεις, ανάσες ανακούφισης. Και βρέθηκε στο δρόμο ένας «Άγιος». Ναι, στο κατηχητικό. Ω, πόσο επιβεβαιωνόταν τώρα όλα αυτά που της είχαν μάθει. Και ένιωθε πως την καταλάβαινε, πως σήκωνε λίγο από το βάρος της ψυχής της. Δεν ήξερε πώς να ζητήσει βοήθεια, μα ευτυχώς ήταν επιτέλους κάποιος εκεί για ‘κεινη! Ήξερε ο «Άγιος» και το σπίτι, τους ανθρώπους, υποψιαζόταν τις δυσκολίες. Και συντρόφευε τις δύσκολες στιγμές με συμβουλές, καθοδήγηση και ηρεμία. Ανακούφιζε από τον πόνο, το δάκρυ, ένας άνθρωπος «φωτισμένος» όπως της έλεγαν. Τη στήριζε από τότε που ήταν παιδί, έως και τώρα που είχε πια τελειώσει το σχολείο.

Είχε πάει να εξομολογηθεί στον «Άγιο» εκείνο το μεσημέρι. Είχε ανάγκη να βγάλει την πίκρα μέσα από την ψυχή της, το δάκρυ από τα μάτια της, τη θλίψη από το πρόσωπό της. Γιατί τα χρόνια επιδείνωναν τις δυσκολίες του σπιτιού. Ακόμα θυμάται πώς είχε μπει εκείνη τη μέρα μέσα στο Ναό, αμίλητη και απορροφημένη στις σκέψεις της. Φορούσε μια σκούρα μπλε φούστα, απλή, μέχρι το γόνατο, και ένα σομόν πουκάμισο. Ο «Άγιος» την είδε και την καλωσόρισε όπως πάντα εγκάρδια. Μετά από μία σύντομη ελαφριά συζήτηση, της υπέδειξε το δωματιάκι που χρησιμοποιούσε για την εξομολόγηση. Εκείνη μπήκε πρώτη. Εκείνος ακολούθησε. Η κοπέλα έκανε να γονατίσει, μα της είπε να μην το κάνει και έτσι απλά έκατσε παραδίπλα. Ο χώρος ήταν μικρός. Ίσα που χώραγε ένας καναπές και άφηνε έναν στενό διάδρομο μπροστά του. «Έλα πιο κοντά μου», της λέει. Τον κοιτάζει με απορία. Δεν καταλαβαίνει. Ποιος ο λόγος; Της χαμογελά όπως κάθε φορά εγκάρδια. Κι εκείνη έχοντας μάθει να καταπνίγει τις μικρές φωνές των «ζιζανίων» της λογικής, πηγαίνει υπακούοντας πιο κοντά. «Κι άλλο», της λέει. Εκείνη παραξενεύεται. Για κάποιο λόγο, ένας κόμπος βρίσκεται στο λαιμό της, μα η σκέψη της έχει μουδιάσει. Δε μπορεί. Δεν υπακούει. Εκείνος πλησιάζει. Εκείνη κάνει να τραβηχτεί. Τη συγκρατεί όμως από το χέρι. Της λέει με γλυκιά φωνή, «μην ανησυχείς». Το μυαλό δέχεται τόσα αντικρουόμενα μηνύματα, δε μπορεί, είναι σαν πατέρας μου. Τον ξέρω τόσα χρόνια, είναι άνθρωπος ενάρετος και φωτισμένος. Μα ο «Άγιος», κρατώντας ακόμα το μουδιασμένο χέρι και κοιτάζοντας σταθερά και γλυκά το σαστισμένο βλέμμα της, χαμογελά. Τη ρωτά κάτι ουδέτερο και λίγο φιλοσοφικό. Εκείνη, χαλαρώνει ανακουφισμένη. Σίγουρα είχε μπερδευτεί, ήταν η ιδέα της. Μα πώς ήταν δυνατόν να βάλει κάτι κακό με το νου της για εκείνον! Ανταποκρίνεται με ένα χαμόγελο για να συνεχίσει την κουβέντα, μέχρι που ξαφνικά με ένα τράβηγμα την κλειδώνει στην αγκαλιά του. Είναι τρομοκρατημένη. Έχει παραλύσει. Προσπαθεί να τραβηχτεί από την αγκαλιά του. «Τίποτα δεν είναι κακό στην αγάπη», της λέει ψιθυρίζοντας στ’ αφτί. Προσπαθεί να ξεφύγει. Την κρατά όμως γερά. Αισθάνεται το χέρι του μέσα από την μπλούζα της. Αγγίζει το δέρμα της σκληρά, χαϊδεύει δυνατά την πλάτη της. Εκείνη προσπαθεί να ξεφύγει. Το αίμα έχει παγώσει, το στόμα έχει στεγνώσει, θέλει να ουρλιάξει, μα δε βγαίνει φωνή. Στιγμές που φαίνονται αιώνες. Βάζει τα χέρια του κάτω από τα εσώρουχά της. Ω, πόσο βρόμικη νιώθει! «Γιατί κάνεις έτσι, αφού το έχεις δοκιμάσει ξανά με το αγόρι σου! Θα σου αρέσει! Η αγάπη είναι από το Θεό, είναι δώρο του, δεν πρέπει να το αρνηθείς». Εκείνη ήταν η στιγμή της! Ναι, αυτή η μικρή προσπάθεια να την πείσει με τα λόγια για να συναινέσει, ήταν η μικρή ανάσα που της έλειπε. Όρμησε έξω σαν κυνηγημένο ζώο. Εκείνος της λέει «τι έπαθες; Η αγάπη είναι ωραία…»

Τρέχει, φεύγει, ασταμάτητα, ούτε ξέρει πόση απόσταση κάλυψε σοκαρισμένη, φοβισμένη, σαστισμένη, κλαίγοντας. Αισθανόταν ακόμα τα χέρια του πάνω της. Την πίεση από τα δάχτυλα που έμπηγε με δύναμη στο κορμί της. Τα εσώρουχα που προσπάθησε να αφαιρέσει. Δε βλέπει μπροστά της, τρέχει. Τρέχει και η σκέψη της. Τόσα χρόνια, από παιδί… Την ήξερε από παιδί! Τον είχε εμπιστευτεί, ήταν η «απάντηση» του Θεού στις δυσκολίες της. Όλα ήταν ένα ψέμα! Ο «Άγιος», ο Θεός όλα ήταν ψέμα! … και –κατά πώς φαίνεται– μάλλον επιβάλλεται μόνο ο ισχυρός. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι της, πέρασε πάνω από ώρα. Προσπάθησε να ανασυνταχθεί. Να φορέσει το ουδέτερο προσωπείο που της είχαν δώσει όλα αυτά τα χρόνια και να καλύψει για άλλη μια φορά με σιωπή, έναν ακόμα δράκο των ονείρων.

Την Κυριακή φυσικά στην εκκλησία έπρεπε να είναι από το πρωί. Πώς να δικαιολογήσει ότι δεν ήθελε να πάει; Κάθισε με σφιγμένη καρδιά, δαγκώνοντας τα χείλη να μην την προδώσει κάποιο δάκρυ, να πνίξει την κραυγή που της καίει τα σωθικά και ζητά απεγνωσμένα να βρει ακροατές. Και μόλις ο Γολγοθάς της τελειώνει, λίγο πριν απολύσει τη λειτουργία ο «Άγιος», ζητά από τους πιστούς, να προσέχουν τι λένε στην εξομολόγηση, «να μην μπαίνουν σε λεπτομέρειες», γιατί… «άνθρωποι είναι και οι ιερωμένοι και μπαίνουν σε πειρασμό». Εμβρόντητη ακούει και δεν πιστεύει τα αφτιά της! Ούτε λίγο, ούτε πολύ, της έλεγε δημόσια –χωρίς να την κατονομάζει– πως εκείνη το προκάλεσε! Με τι φωνή να πει εκείνη στον κόσμο ότι δεν είχε αναφερθεί σε τέτοια θέματα ποτέ, όσο κι αν τον ήξερε; Πόσο άλλαξε –για τα μάτια του κόσμου- ο «Άγιος», τα γεγονότα, για να φανεί η «αθωότητά» του!! Γέλια απλώθηκαν στο εκκλησίασμα. Σούσουρο και κουτσομπολιό… «Ακούς μαρή, φαντάσου τι θα είπε καμιά στον παπά μας, -Άγιος άνθρωπος, να τον έχει ο Θεός καλά!- και θα τον έκανε να κοκκινίσουν και τα γένια του», γέλια και μικροί υποθετικοί διάλογοι γέμισαν τον Ναό, μέσα και έξω, εκείνη την ώρα αλλά και αργότερα στα πηγαδάκια των «καθωσπρέπει» πιστών. Ακόμα και οι γονείς της γελούν και προκαλούν κι εκείνη να συμμετάσχει στη συζήτηση. Χαμογελά με το προσωπείο της. Χαμένη, απογοητευμένη, σιωπηλή.

Έτσι λοιπόν κάθε Κυριακή, ήταν εκεί, σ’ αυτή την εκκλησία, μαζί με τους γονείς της, τους συγγενείς της, τους γνωστούς της. Έβλεπε με φρίκη να αγκαλιάζει μικρότερα παιδιά, και ένιωθε ένοχη. Ένοχη που δεν όρμαγε να δαγκώσει τα χέρια του για να τα βγάλει από πάνω τους. Μα δεν μπορούσε… Και σκέπασε τους ίσκιους με σιωπές. Μέχρι που έφυγε πια από το σπίτι. Έως τότε οι μόνοι σύντροφοι ήταν λίγα αστέρια, σε ένα κομμάτι ουρανό. Μόνο που στον αέρα της φυγής της, οι ίσκιοι ήρθαν μαζί της. Μα σήμερα, όχι! Σήμερα, ράγισε η σιωπή.

Ψίθυρος.