O παππούς

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Οι επισκέψεις στο χωριό ήταν πάντοτε ότι περίμενε όλον τον χρόνο. Η γιαγιά και ο παππούς την περίμεναν πάντα με την ίδια λαχτάρα να παίξουν μαζί της, να την πάνε στην κούνιες, στην θάλασσα, να την χαζεύουν και να την βλέπουν να γελάει και να τρέχει με τα κοτσιδάκια που επιμελώς της έφτιαχνε πάντα ο παππούς. Η Ειρήνη ήταν το μοναδικό κορίτσι ανάμεσα στα πέντε εγγόνια, το καμάρι του παππού της. Την έπαιρνε πάντα και παντού μαζί του. Την πρόσεχε σαν τα μάτια του και πάντα φούσκωνε από περηφάνια όταν του έλεγαν πόσο χαμογελαστό και γεμάτο ζωή κοριτσάκι ήταν.
Η Ειρήνη δεν άφηνε τον παππού της να κάνει βήμα χωρίς εκείνη, από τα χωράφια με τις ελιές μέχρι τα καθημερινά ψώνια για το σπίτι, ήταν η ουρά του όπως την αποκαλούσαν. Του έκανε νάζια και εκείνος δεν μπορούσε να της χαλάσει χατίρι. Ακόμη και όταν την μάλωνε για τις ζαβολιές και τις αταξίες που έκανε, μόλις έβλεπε τα ματάκια της να βουρκώνουν την έβαζε στην αγκαλιά του, της χάιδευε τα μαλλιά και εκείνη του κρατούσε μούτρα, μούτρα βέβαια που δεν κρατούσαν πάνω από δέκα λεπτά μέχρι να του χαρίσει πάλι εκείνο το πλατύ χαμόγελο του τόσο λάτρευε να βλέπει ο παππούς.
Ο μπάρμπα Κώστας, έγινε σε μεγάλη ηλικία τόσο μπαμπάς όσο και παππούς. Λάτρευε τα κορίτσια του, μα ακόμη παραπάνω λάτρευε τα εγγόνια του. Η Ειρήνη, ήταν το τελευταίο από τα εγγόνια του και την λάτρεψε από την στιγμή που την είδε στην αγκαλιά της κόρης του της Δήμητρας. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά όπως αποκάλυψε πολλά χρόνια αργότερα στην Ειρήνη. Κατέβαινε στο χωριό και ήταν αχώριστοι. Της μάθαινε όλα όσα ήξερε για την γη, για τα ψάρια, άλλωστε στα νιάτα του ψαράς στο επάγγελμα ο μπάρμπα Κώστας, της έλεγε ιστορίες από τα φτωχικά παιδικά του χρόνια, για το πως αγάπησε και έκλεψε την γιαγιά της, η οποία ήταν κατά 19 χρόνια μικρότερη του. Και η μικρούλα δεν χόρταινε να τον ακούει, πήγαινε και μπλεκόταν συνέχεια στα πόδια του ζητώντας να της πει και άλλες ιστορίες, που από την μία την μάγευαν και την ταξίδευαν σε μέρη και εποχές που ήταν τόσο μακρινά από όσα ήξερε εκείνη και από την άλλη την έκαναν να ξεκαρδίζεται στα γέλια γιατί ήταν αστείες ιστορίες από τότε που η μαμά και η θεία της ήταν και αυτές μικρά κοριτσάκια.
Η Ειρήνη ακόμη και όταν μεγάλωσε και έγινε μία όμορφη και νεαρή δεσποινίδα δεν σταμάτησε να επισκέπτεται το σπίτι του παππού και της γιαγιάς, να φτιάχνει αυτή πλέον τον ελληνικό καφέ για εκείνη και τον παππού της, όπως εκείνος της είχε μάθει όταν πια είχε φτάσει στην εφηβεία και να κάθονται στον μπαλκόνι, να ακούει ξανά τις γνωστές πλέον ιστορίες του παππού της και να τον κοιτάει με τον ίδιο θαυμασμό και ανυπομονησία για το τέλος ακόμη και αν το ήξερε και να του λέει και εκείνη τις δικές της ιστορίες από το πανεπιστήμιο πια. Όταν έμαθε ο παππούς πως η Ειρήνη πέρασε στο πανεπιστήμιο, στην φαρμακευτική, κερνούσε μια βδομάδα όλους τους φίλους και τους συγγενείς από την χαρά του. Ήταν ο πρώτος που πήρε τηλέφωνο η Ειρήνη όταν έμαθε τα αποτελέσματα και ο μπάρμπα Κώστας δεν σταμάτησε να καμαρώνει για το μελισσάκι του όπως συνήθιζε να την λέει από μικρή ακόμη και όταν ήρθε εκείνος ο τελευταίος τους χειμώνας.
Ο μπάρμπα Κώστας είχε φτάσει πια σε προχωρημένα γηρατειά και τα προβλήματα υγείας του είχαν χτυπήσει την πόρτα. Είχε μπει η άνοιξη πια, όταν εκείνος είχε αρχίσει να δυσκολεύεται να περπατήσει και η καρδιά του πια χτυπούσε αδύναμα. Ανέβηκε στη πόλη, στο σπίτι της κόρης του της Δήμητρας για εξετάσεις. Η διάγνωση ήταν πια κατηγορηματική, καρκίνος. Οι γιατροί δεν ήταν καθόλου αισιόδοξοι και δεν μπορούσαν να πουν με βεβαιότητα πόσους μήνες ακόμη ζωή είχε μπροστά του. Η Ειρήνη στο άκουσμα της διάγνωσης κατέρρευσε. Δεν μπορούσε με τίποτα να το δεχτεί. Πριν φύγει ο παππούς για το χωριό του υποσχέθηκε πως μόλις τελειώσει με την εξεταστική θα πάει αμέσως κοντά του. Και κράτησε την υπόσχεσή της. Έμεινε όλο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μαζί του, δεν τον άφηνε στιγμή μόνο του, ακόμη και στο κρεβάτι κοιμόντουσαν αγκαλιά όπως όταν ήταν μικρή η Ειρήνη και ο μπάρμπα Κώστας ένιωθε γεμάτος και ας λιγόστευαν συνεχώς οι δυνάμεις του.
Είχε μπει πλέον για τα καλά ο χειμώνας όταν βγήκε η ανακοίνωση της ορκωμοσίας για το πτυχίο της Ειρήνης. Ο παππούς δεν άκουγε κανέναν, ακόμη και με καροτσάκι έλεγε θα είναι εκεί για το μελισσάκι του στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής της. Έτσι και έγινε, ανέβηκε στην πόλη και ήταν η Ειρήνη που τον πήγε με το καροτσάκι στην αίθουσα όπου θα γινόταν η ορκωμοσία. Καθ’ όλη την διάρκεια της τελετής δεν σταματούσε να χαμογελά και να τρέχουν από τα μάτια του δάκρυα χαράς για το μελισσάκι του, για το κοριτσάκι που έμελλε να είναι ο μεγαλύτερος έρωτας όλης του της ζωής. Λίγες μέρες μετά κατέβηκαν πάλι με την Ειρήνη στο χωριό. Ήταν το τελευταίο τους βράδυ χωρίς βέβαια εκείνοι να το ξέρουν. Ξάπλωσαν μαζί αγκαλιά στο κρεβάτι και ήταν εκείνη πια που του έλεγε ιστορίες πριν αποκοιμηθούν και οι δύο. Ξύπνησε πιο νωρίς από ότι συνήθως και σηκώθηκε πολύ προσεκτικά να μην ξυπνήσει τον παππούς της και πέρασε λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως ο παππούς της, ο ήρωάς της είχε χαθεί πια.
Η Ειρήνη δεν σταμάτησε ποτέ να επισκέπτεται το κοιμητήριο και να λέει κάθε φορά και μία καινούργια ιστορία στο παππού της όπως της έλεγε συνεχώς εκείνος στο μελισσάκι του και ήξερε πως ο μπάρμπα Κώστας ήταν εκεί και την άκουγε, τον ένιωθε δίπλα της, διότι για την Ειρήνη εκείνος δεν έφυγε ποτέ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook