Οι τοίχοι του μαιευτηρίου τον έπνιγαν, περπατούσε πάνω κάτω στους διαδρόμους σαν ανήμερο θηρίο και ο τόπος δεν τον χώραγε. Και η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά, είχαν ήδη περάσει 5 ώρες από την ώρα που η Αναστασία πέρασε τις πόρτες της αίθουσας τοκετού. Ότι και αν του έλεγαν, όσα λόγια συμπαράστασης και αν άκουσε δεν ήταν ικανά να κατευνάσουν τις φοβίες του.

Κατευθύνθηκε στην καφετέρια του μαιευτηρίου και με ένα καφέ στο χέρι έψαχνε για άδειο τραπέζι. Ένα νεύμα από κάποιον που καθόταν μόνος του και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. “Μπορείς να καθίσεις αν θες, σε λίγο θα σηκωθώ” του είπε ευγενικά ένα άντρας σχεδόν συνομήλικος του. “Σε ευχαριστώ πολύ” αποκρίθηκε και χάθηκε πάλι στις σκέψεις του. “Το πρώτο σας; Εεεε;” Έκανε ο Ζήσης που τελευταία στιγμή κατάλαβε ότι κάτι τον ρώτησε ο άντρας απέναντι του. “Ναι, το πρώτο μου παιδί και έχω μεγάλη αγωνία.” “Εγώ περιμένω το τρίτο μου γι’ αυτό με βλέπετε ήρεμο.”

Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ανάμεσα στους δύο άντρες και το κλίμα ήταν ευχάριστο. Κάποια στιγμή ο Ζήσης σοβάρεψε λίγο και ρώτησε τον άντρα απέναντι του. “Πιστεύεις στον Θεό; Πιστεύεις στην οργή του; Αν δεν είμαστε καλοί χριστιανοί ο Θεός τιμωρεί;” Η ερώτηση ξάφνιασε τον συνομιλητή του και πριν προλάβει να απαντήσει ο Ζήσης του είπε ότι θα του διηγηθεί μια ιστορία που συνέβη πριν από 52 χρόνια στις 15 Ιανουαρίου το 1966.

Η ιστορία του ξεκίνησε μερικά χρόνια πριν σε ένα χωριό της Αχαΐας. Σε αυτό το χωριό γεννήθηκε ο πατέρας του και ο ίδιος. Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε αλλά είχε μάθει και είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Αγροφύλακας στο επάγγελμα και πολύ σκληρός άνθρωπος. Απρόσιτος και νευρικός με μεγάλη κακία να τον διακατέχει. Λες και ήταν τσακωμένος με όλο τον κόσμο. Ορφανός από μάνα από πολύ μικρός μεγαλωμένος με έναν αυστηρό και εξίσου άγριο πάτερα. Λένε πως ο άνθρωπος που δεν παίρνει αγάπη δεν μπορεί και να δώσει και ίσως αυτό να έφταιγε για τον δύστροπο χαρακτήρα του. Την γυναίκα του την παντρεύτηκε από ανάγκη όχι από έρωτα. Ήθελε κάποια να του μαγειρεύει να του πλένει και να του κρατάει το σπίτι καθαρό και το κρεβάτι του ζεστό. Η άτυχη γυναίκα που βρέθηκε στην ανάγκη να τον πάρει ήταν η Μαρία. Μια κοπέλα από φτωχή οικογένεια με άλλες 4 αδερφές που έπρεπε να φύγει από το σπίτι για να σταματήσει να είναι βάρος στον πατέρα της που την έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η Μαρία μαρτύρησε από την πρώτη μέρα που βρέθηκε μόνη μαζί του. Ευτυχώς που η δουλειά του ήταν τέτοια που έλειπε αρκετές ώρες από το σπίτι και γλύτωνε λίγο από το μένος και την κακία του άντρα της.

Ένα κρύο πρωινό του Γενάρη έφτασαν νέα στο χωριό πως ένα αμερικανικό αεροπλάνο έπεσε σε μια δύσβατη πλάγια του Χελμού. Κλιμάκια του στρατού, ορειβατικών συλλόγων αλλά και χωρικών από τις γύρω περιοχές χτένιζαν την περιοχή για τον εντοπισμό του αεροπλάνου. Ο Παυλής σαν αγροφύλακας γνώριζε αρκετά καλά την περιοχή και ξεκίνησε μόνος του για την αναζήτηση. Πράγματι κατάφερε και έφτασε πρώτος στο σημείο συντριβής παρόλο το δριμύ ψύχος και το χιόνι που κάλυπτε την περιοχή. Οι προθέσεις του δεν ήταν να εντοπίσει απλά το σημείο αλλά να κάνει πλιάτσικο σε ότι μπορούσε να σωθεί. Δεν ήταν άτυχος, βρήκε αρκετά αντικείμενα αξίας ανάμεσα στα συντρίμμια. Τα θύματα Αμερικάνοι αξιωματικοί είχαν στην κατοχή τους αρκετά κοσμήματα. Καδένες, δαχτυλίδια και χρυσές χειροπέδες. Η απληστία του Παυλή ήταν αχόρταγη που δεν δίστασε να κόψει και τρία δάχτυλα στην προσπάθεια του να αποσπάσει τα περίτεχνα δαχτυλίδια των θυμάτων. Πριν αρχίσουν να καταφθάνουν κι άλλοι στην περιοχή, πήρε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με την πολύτιμη και μακάβρια λεία του. Δεν πρόλαβε όμως να την χαρεί. Σε ένα παραπάτημα του, έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο κενό από μια χαράδρα πολλών μέτρων. Κάνεις δεν έμαθε αν ο θάνατος του ήταν ακαριαίος ή ταλαιπωρήθηκε ζωντανός και χτυπημένος πριν ξεψυχήσει από το χτύπημα ή το δριμύ ψύχος.

Η είδηση της εξαφάνισης του έγινε το μεγάλο θέμα του χωριού. Η Μαρία χωρίς να το θέλει ένιωσε ανακούφιση και αν μπροστά στον κόσμο έδειχνε συντετριμμένη μέσα της παρακαλούσε να μην γυρίσει ποτέ. Όταν μετά από λίγο καιρό κατάλαβε πως ήταν έγκυος, τότε ακόμα περισσότερο ευχόταν να μην βρεθεί ο άντρας της. Όταν άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια και η Άνοιξη είχε κάνει για τα καλά την εμφάνιση της, ένας βοσκός ανακάλυψε την σορό του Παυλή. Δεν ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσουν, όλους αυτούς τους μήνες το χιόνι είχε διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό το σώμα του και όλα τα κομμάτια μπήκαν στην θέση τους. Το μυστήριο της εξαφάνισης του λύθηκε καθώς και το μυστήριο της λεηλασίας του σημείου της συντριβής. Η Μαρία το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι αλλά όταν το πήρε στην αγκαλιά της τα βλέμματα όλων στον χώρο ήταν χαμηλωμένα. Όπως ήταν διπλωμένο στο σεντόνι του της φάνηκε πιο όμορφο και από άγγελο. Δεν έδωσε σημασία στους γύρω της και μόνο όταν έπιασε τα χεράκια του κατάλαβε τα χαμηλωμένα βλέμματα. Από το αριστερό του χέρι έλειπαν τρία δάχτυλα. Πριν καν σαραντίσει το σούσουρο και το κουτσομπολιό είχε φτάσει σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Ο γιος του Παυλή πλήρωσε για την αμαρτία του πατέρα του. Τρία δάχτυλα αφαίρεσε από τα θύματα, τρία δάχτυλα αφαίρεσε ο Θεός από το παιδί του.

Η Μαρία δεν άντεχε την κατακραυγή του κόσμου και πήρε τον γιο της και έφυγε. Με την σύνταξη του άντρα της και ένα μικρό κομπόδεμα που είχαν στην τράπεζα βρέθηκε στην Αθήνα. Δούλεψε πολύ σκληρά για να μην λείψει τίποτα από τον γιο της και τον μεγάλωσε με πολύ αγάπη. Ήταν τόσο χαρισματικό παιδί, έξυπνο και όμορφο που σπάνια πρόσεχε κάποιος την αναπηρία του. Πέρασε αριστούχος στην σχολή του και τελειώνοντας βρήκε μια καλή δουλειά. Στις γυναίκες είχε μεγάλη πέραση και το πρόβλημα του ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο σε τίποτα. Μόνο όταν άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία του πατέρα του προβληματίστηκε αρκετά. Ήταν μόλις δώδεκα ετών όταν ρώτησε την μητέρα του γιατί γεννήθηκε έτσι. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει και του είπε τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν πριν γεννηθεί. Δεν ξέρω τι μπορεί να πίστεψε αλλά μεγαλώνοντας έγινε ένας καλός και υπεύθυνος άνθρωπος με αγάπη και σεβασμό σε όλα τα πλάσματα του Θεού.

Ο Ζήσης σταμάτησε την ιστορία του και κοίταξε τον άντρα κατάματα. “Λοιπόν τι πιστεύεις γι’ όλα αυτά που άκουσες;” είπε και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι. Ο συνομιλητής αντίκρυσε το χέρι του Ζήση και γούρλωσε τα μάτια του.
« Δικιά σου είναι η ιστορία; Μάλλον οι φόβοι σου είναι να μην γεννηθεί το παιδί σου με το ίδιο πρόβλημα;»
«Όχι φίλε μου το πρόβλημα μου είναι να μην μοιάσει στον χαρακτήρα του παππού του, μόνο αυτό δεν θα αντέξω»

Εκείνη την στιγμή η μανά του η Μαρία μπήκε στην καφετέρια φωνάζοντας. “Έλα αγόρι μου έλα να καμαρώσεις τον λεβέντη σου.” Ο Ζήσης κόντεψε να πέσει όταν έκανε να σηκωθεί και έφυγε τρέχοντας με την μάνα του να τρέχει ξοπίσω του. Ο γιος του ήταν ένα πανέμορφο υγιέστατο και αρτιμελές μωρό που χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο στον πατέρα του μόλις τον πήρε στην αγκαλιά του.