Ο αντάρτης του Πόντου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Όνομα;” Ρώτησε ο κρατικός υπάλληλος. Εκείνος τον κοιτούσε με βλέμμα νεκρό θαρρείς και δεν τον άκουγε. “Ε εσένα σε ρωτάω τι όνομα να γράψω;” Απρόθυμα του είπε ψιθυριστά “Ιωάννης” “Επίθετο;” Ρώτησε ξανά ο υπάλληλος. Εκείνος ένιωσε καρφιά στο λαιμό του, πήγε να απαντήσει αλλά σταμάτησε. Ο υπάλληλος τον κοίταξε καλά. “Μπορείς να αλλάξεις επίθετο” του είπε ήρεμα. Ο Γιάννης αναστέναξε. Του είπε μια περίεργη λέξη με κατάληξη – ιδης. Ο υπάλληλος το σημείωσε. “Πολύ ωραία” του είπε “τι σημαίνει το πρώτο συνθετικό;” Τον κοίταξε με μάτια κενά και δεν απάντησε.

Ο Γιάννης γεννήθηκε στον Πόντο. Όχι στα παράλια, στα βάθη. Ήταν όμορφος άνδρας. Ψηλός και δυνατός στο σώμα, με μεγάλα πράσινα μάτια. Στα 20 του παντρεύτηκε την Μαρούλα από έρωτα μεγάλο. Ο γάμος τους ήταν ευτυχισμένος. Σύντομα η Μαρούλα έφερε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί. Τα δίδυμα ακολούθησαν και μέσα σε μια δεκαετία ο Γιάννης μετρούσε 8 γιους. Μια μεγάλη φαμίλια που ζούσε ευτυχισμένη. Τα σύννεφα τα είχε δει νωρίς να έρχονται. “Θα φύγω” της είπε “θα πάω στο αντάρτικο του Πόντου”

Ανησυχία την έπιασε. “Μείνε εδώ” του είπε θλιμμένα. “Πρέπει να το κάνω” της απάντησε ήρεμα. Έφυγε, ανέβηκε στα βουνά, ενώθηκε με τους αντάρτες. Και τα σύννεφα ήρθαν και έφεραν μαζί τους όλεθρο.

Είχαν περάσει μήνες από τότε που είδε την φαμίλια του. Γεμάτος ανυπομονησία κατέβηκε στο χωριό. Είδε τον καπνό από μακριά. Η καρδιά του σταμάτησε για μια στιγμή και άρχισε να τρέχει . Πριν καν μπει στο χωριό μύρισε την σάρκα που είχε πάρει φωτιά. Μπήκε στο χωριό και είδε σπίτια να έχουν γίνει στάχτη. Μόνο γριές να φωνάζουν, είδε και μια γειτόνισσα του ηλικιωμένη να τραβάει τα μαλλιά της. Εκείνη σαν να είδε φάντασμα έβγαλε μια κραυγή μόλις τον αντίκρισε.

Με πόδια βαριά ο Γιάννης πήρε το δρόμο για το σπίτι. Η γριά τον ακολουθούσε αμίλητη. “Πες μου…” της είπε σιγανά πριν πάρει την στροφή για το σπίτι του. Έκοψε τα λόγια του. “Παιδί μου. τους κλείδωσαν μέσα. Στην αρχή έβγαλαν την Μαρούλα αλλά εκείνη ούρλιαζε η δόλια, ήθελε τα παιδιά της… “ ξεκίνησε να του διηγείται η γριά. Ο Γιάννης έκανε μερικά βήματα και είδε το σπίτι του ή μάλλον τις στάχτες του. Πλησίασε αργά και άρχισε να ψάχνει σε ότι είχε μείνει. “Παιδί μου…” του είπε η γριά. “Τι θα θάψω;” Ούρλιαξε ο Γιάννης. “Τι θα θάψω;” Με βλέμμα τρελού περιπλανιόταν σαν αγρίμι μέσα στις στάχτες του σπιτιού του. “Τα παιδιά μου… Μου κάψανε τα παιδιά μου!!” έπεσε στο έδαφος “Μαρούλα μου, Μαρούλα μου” φώναζε.

Έθαψε την φαμίλια του σε κενούς τάφους. Έφτιαξε με τα δικά του χέρια τους σταυρούς. Έκλαψε βαθιά, έχασε το μυαλό του και ανέβηκε πίσω στο βουνό. Πολέμησε. Πολέμησε χωρίς να νοιάζεται αν ζήσει ή πεθάνει. Έτσι και αλλιώς ένιωθε πως είχε καεί και εκείνος μαζί με την οικογένεια του. Κάθε μέρα που ήταν ζωντανός τον πονούσε. Είχε την ελπίδα πως θα τον βρει μαχαίρι ή σφαίρα. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια. Ο Γιάννης έζησε και έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα.

Τον έστειλαν στην Δυτική Μακεδονία. Αρχηγός μια μικρής ομάδας ανθρώπων από το χωριό του και από γειτονικά χωριά ανέλαβε να στήσει τη ζωή όλων. Κανείς όμως δεν επιβιώνει μόνος του. Η Σοφία ήταν χήρα και αυτή και ολομόναχη. Παντρεύτηκαν. Όχι από έρωτα, όχι από αγάπη. Από σεβασμό ο ένας για τον πόνο του άλλου. Ίσως αν μοιράζονταν τον πόνο τους αυτός να μην τους έσκιζε τα σωθικά. Και σιγά σιγά έφτιαξαν τις ζωές τους. Ο Γιάννης δεν έπαψε να αγαπά την χαμένη του οικογένεια και να θρηνεί για αυτήν. Με την Σοφία έκαναν 6 παιδιά. Δύο όμορφες κόρες και 4 γιους. Και ο Γιάννης δεν άφησε ποτέ τα παιδιά του να ξεφύγουν από το οπτικό του πεδίο.

Η ζωή του χάρισε απλόχερα πολλά χρόνια. Αρκετά για να γνωρίσει εγγόνια και δισέγγονα. “Παππού Γιάννη” τον ρώτησε ο πεντάχρονος δισέγγονος του μία μέρα, “γιατί έχεις πάντα το όπλο σου μαζί σου;” “Για να προστατεύσω την οικογένεια μου” του απάντησε εκείνος σοβαρά, “όταν μεγαλώσεις θα έχεις και εσύ οικογένεια και πρέπει να την προστατεύσεις με την ζωή σου. Να το θυμάσαι αυτό.”
“Θα το θυμάμαι”

——

Ελλάδα 2011
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ήταν έτοιμος. Δεν είχε άγχος. Τα πράσινα μάτια του κληρονομιά από τον προπάππο του έλαμψαν από χαρά. Ο Γιώργος έμοιαζε στον Γιάννη τόσο στην εμφάνιση όσο και στον χαρακτήρα, όπως συχνά του έλεγε η μητέρα του. Έτρεξε στο κομοδίνο, έβγαλε ένα κουτάκι και το έβαλε στο σακάκι του. Κοίταξε το όπλο του παππού του και θυμήθηκε τα λόγια του “να προστατεύεις την οικογένεια σου με τη ζωή σου.” Μικρός δεν το είχε καταλάβει αλλά τώρα που ήταν έτοιμος να κάνει πρόταση γάμου στην Ελένη καταλάβαινε απόλυτα τον παππού του.

Ο Γιώργος και η Ελένη είχαν αράξει στην παραλία στο ταξίδι του μέλιτος. Ο Γιώργος πάντα σάρωνε με το βλέμμα ότι περνούσε από δίπλα τους. Λες και φοβόταν πως κάτι κακό θα συμβεί. Η Ελένη καταλάβαινε το ιδιαίτερο του χαρακτήρα του και δεν το έπαιρνε στα σοβαρά. “Εε που τρέχει το μυαλό σου πάλι και είσαι αφηρημένος, μου έλεγες για τον παππού σου” είπε η Ελένη. Ο Γιώργος συνέχισε να μιλά για τον παππού και τα χρόνια που έζησε κοντά του. Η Ελένη ήξερε την ιστορία του άλλωστε. “Αγάπη μου” είπε εκείνη τρυφερά “δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ…” εκείνος την κοίταξε με αγάπη “τι πράγμα, μωρό μου;”
“Τι σημαίνει τον επίθετο σου;”
Εκείνος γέλασε μελαγχολικά και αναστέναξε “Στα τούρκικα σημαίνει χήρος”

 

https://www.youtube.com/watch?v=kN1xfM-b6iQ

 

Η Φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι ιδιοκτησία http://www.pontos-news.gr/pontic-article/3355/andriki-endymasia

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook