– Αχού, σα να βαριανασαίνει το ζωντανό ε;

– Βαριανασαίνει δεν το λες. Το λες “ο Διγενής ψυχομαχεί, κι η γης τόνε τρομάζει ”

– Μπας κι αρρώστησε η Κανελίτσα;

Η Κανέλλα ο λεοντοκούνελος είχε μασουλήσει όλα τα κακτοειδή και τα παχύφυτα της βεράντας (μήπως και το λάστιχο ποτίσματος λέω εγώ και τις πλαστικές παντόφλες του πατέρα; )κι ήρθε κι έγκωσε σα βαρυστομαχιασμένο ανακόντα Επιθανάτιος ρόγχος Dolby surround που έτριζαν τα τζάμια!

Μήπως πρέπει να κάνει το ρο που λένε κι οι φίλοι Γάλλοι; άπλωσα την τεράστια παιδεία μου για τη σωτηρία του ασθενούς.
– Μπαρδον; Πάρε το μηδέν δεν σε πιάνω.
– Να ρευτεί;

– Και πως το βλέπεις; Να την πάρω αγκαλίτσα να της κτυπάω στην πλατούλα;
– Ενα γ-κλυσματάκι; ενα υποθετάκι παραφίνης; σταγονίτσες guttalax?

Στο σημείο αυτό ο αδελφός μου εξήλθε της αιθούσης! Το γαστρεντερολογικό ήταν κάτι που τον ξεπερνούσε!

Στην συνέχεια, η μπάλα είχε χαθεί. Λίγο η ανησυχία, λίγο το μυαλό της γράφουσας (που είναι λιγοστό, ούτως η άλλως ) άρχισε ένα brainstorming από ιατρικά ερωτήματα. Ένας Dr.Ηουse αλά ελληνικά!

Πέρδονται τα κουνέλια; Η είναι σαν τα μπαρμπούνια που δεν πέρδονται από πουθενά γι’αυτό είναι κόκκινα (γενική παιδεία λέγεται αυτό νεαρούλη, δεν αγόρασε η γιαγιά όλον τον Ζακ τον Υβ τον Κουστό για το τίποτα!)
Μήπως πάθει πνευμονικό οίδημα; Εγκεφαλικό; Ανακοπή; Ειλεό; Κοκίτη;

Στο μεταξύ επειδή την είχαμε βγάλει στο μπαλκόνι να πάρει αέρα και φυσούσε, είχαμε καταπιεί όλο το πριονίδι του κλουβιού και το υπόλοιπο είχε πάει στα ρουθούνια, στις βλεφαρίδες, στα αυτιά όπου βρήκε τρύπα (μην σε ντραπώ) τέλος πάντων!

Πάω να την πάρω αγκαλίτσα λοιπόν μην σε κουράζω, να της τρίψω την κοιλίτσα και μου καθίζει μια δαγκωνιά τ’αχάριστο το ζωντανό με τα δυο της τα μπροστινά τα δοντάκια που ξέχασα τ όνομα μου. Αλλά το ζήτημα ήταν ότι δεν τ άφηνε το μπρατσάκι μου ο πεισματάρης κόνικλος πάνω το χεράκι κρεμόταν η Κανέλα, κάτω το χεράκι εκεί η Κανέλα σαν τα pitbull που δεν χαλαρώνουν τις σιαγόνες με την καμιά; Έτσι! Ρε να τραβάει η μάνα, ο πατέρας, αδελφός, οι νοικάρηδες του πρώτου, επτά βοηθοί και τρεις μαστόροι (καλά να σαι Νίκο Ξυδάκη) μαζί τους και οι σερβιτόροι, τίποτα. Εγώ και η Κανέλα ένα, για πάντα μαζί σ αυτό το ανηφόρι που λένε ζωή!

Φρικάρει η μάνα – κουράγιο! Και πολύ είχε αργήσει!
-Εγώ αυτά τα ζώα δεν τα εμπιστεύομαι! Δεν είναι κουνελάκι αυτό! Δεν είναι έτσι αιμοβόρικα τα κουνέλια! Είχαμε στο νησί!
Χρόνια σπουδές στην κονικλοψυχολογία η μάνα! Τα ξάπλωνε στο ντιβανάκι ένα ένα και τους έκανε ψυχανάλυση! Αντλερίτσα των κουνελιών!

– Αυτά τα διασταυρώνουν με ινδικά χοιρίδια, με σαρκοβόρα Τσιουάουα, με δράκους κόμοντο, με μεγαλοπόδαρους (η λίστα συνεχίζεται επ’ αόριστο κατά βούληση) και γι αυτό έχουν άγρια ένστικτα! Κι αν μεταφέρουν ασθένειες; ΠΟΙΟ ΕΦΗΜΕΡΕΎΕΙ ΣΗΜΕΡΑ;
Με αρπάζουν λοιπόν, μαζί και η Κανέλα φορεμένη στο δεξί, σαν κόσμημα και σούμπιτη στα επείγοντα!

– Τι έχετε δεσποινίς;(υποθέτω καινούργιο συκώτι θα έκαναν οι γιατροί από τα γέλια)
Σας έχει φυτρώσει κάτι μαλλιαρό στο χέρι!

– Όχι, με δάγκωσε το κουνέλι μου!

Τα σαγόνια του καρχαρία, τα ιπτάμενα πιράνχας και η Κανέλλα στο box office των ταινιών τρόμου εκείνο τον μήνα.
Αφού έφαγα την ξεφτίλα της αρκούδας, (καλά αυτό δεν με είχε σοκάρει, μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια) και με απεγκλώβισαν από το ειδεχθές κατοικίδιο, μου έκαναν αντιτετανικούλη, μου έγραψαν αντιβιωσούλα και μας έστειλαν στο καλό, αφού πήραν την διεύθυνση μας για οπότε οργάνωναν παιδικό πάρτι με κλόουν και ζωάκια.

Πέρασε ο καιρός, παιχνίδι αλλιώτικο που χάθηκε στο φως και κανένα μήνα μετά έπαιζα με το χαμστερ ενός μαθητή μου!
Τσίκι τσίκι το χαριτωμένο μου τι γλυκούλι που είναι, έρχεται και μου καρφώνει μια δαγκωνιά στο δάχτυλο! Ξανά μανά η μάνα: ΠΟΙΟ ΕΦΗΜΕΡΕΎΕΙ ΣΗΜΕΡΑΑΑΑΑΑ;

Εκείνη τη φορά δεν ταλαιπωρήθηκα καθόλου. Έχω να το λέω! Πέρασα αέρα πατέρα, μια κιουρία άνετη κι αεράτη γιατί μόλις άκουσαν οι γιατροί πως μου την έχωσε ποντίκι φαντάστηκαν αρουραίο και φοβηθήκαν λεπτοσπείρωση (καλό δεν είναι πάντως).

Η διαδικασία γνωστή. Αντίτετανικός ορός κι αντιβιωσούλα.
– Ξέρετε, γιατρέ έχω ήδη κάνει αντιτετανικό πριν ένα μήνα και κάτι.
– Μάλιστα. Και για ποιο λόγο;
– Με δάγκωσε κουνέλι.
– Και τώρα σας δάγκωσε ποντίκι;
– Μάλιστα, χάμστερ.
– Σε pet shop δουλεύετε;
– Όχι, απλά αγαπώ τα ζώα.
– Σκεφτείτε μήπως δεν σας αγαπούν πολύ αυτά, όμως!