Καλοκαίρι με γέννησε η μάνα μου, μια ζεστή μέρα του Ιούνη. Παιδί του ήλιου θα πει κάποιος… Μπά, σας γελάσανε!
Την εποχή αυτή δεν την αγάπησα ποτέ μου. Αντίθετα την αντιπαθούσα με όλο το είναι μου! Μπούχτιζα ήλιο και φως και δεν το άντεχα. Αντίθετα, μόλις χειμώνιαζε έβρισκα το χαμόγελο μου και ας με φώναζε η μάνα μου αλλόκοτη.
Δεκάρα δεν έδινα.

Από παιδί λαχταρούσα τον συννεφιασμένο ουρανό, τον δυνατό αέρα και τις μπόρες. Υπομονετικά περίμενα να ρίξει καταιγίδες για να βγω στους δρόμους, να βουτήξω μέσα στις νερολακούβες με δύναμη και να γελάσω με την ψυχή μου.

Να στέκομαι κάτω από δέντρα και να κλωτσάω κορμούς για να με καταβρέξουν τα ποτισμένα κλαριά. Τις ομπρέλες τις μισούσα θανάσιμα, σε έκανα εχθρό άμα άπλωνες το χέρι σου να με βάλεις από κάτω για να μην μουσκέψω.

Στην εφηβεία πάλι όταν η παρέα απολάμβανε την νηνεμία της θάλασσας τα αυγουστιάτικα μεσημέρια και έπινε καφεδάκι κάτω απ’ τα αλμυρίκια, εγώ προσευχόμουν τρικυμίες. Να σηκώσει κύμα και αέρα, να μπω στα σκούρα νερά της, να παλεύω να κρατηθώ στην επιφάνεια, να αγκομαχώ να φτάσω στην ακτή. Αυτά αποζητούσα…

Η γιαγιά μου έλεγε πως στην προηγούμενη ζωή μου πρέπει να έζησα σε παγωμένο τόπο και το θυμάται η ψυχή μου.
Έχω την εικόνα της μέχρι σήμερα μπροστά μου να παλεύει η καημένη να μου κουμπώσει το μπουφάν μέχρι το λαιμό.  Μα μόλις έβγαινα από την εξώπορτα και με έχανε από τα μάτια της, το έβγαζα και το έδενα στην μέση για να νιώθω το κρύο μέχρι τα πνευμόνια μου και να μου κόβεται η αναπνοή.

Μεγαλώνοντας τον αγάπησα ακόμα περισσότερο.

Χειμώνα γνώρισα την μητρότητα και για πρώτη φορά απόλαυσα την ζεστασιά της καρδιάς που σου χαρίζει αυτό το συναίσθημα. Είχα ακούσει για την αγάπη από λόγια τρίτων, από τραγούδια και εικόνες αλλά προσωπικά δεν είχαμε συστηθεί οι δυο μας. Γιατί όσο και αν προσπάθησα δεν ήμουν αρκετή για τους γύρω μου.

Το αντίθετο της αγάπης το γνώριζα από την καλή και από την ανάποδη όμως. Πάντα έπρεπε να προσπαθώ κάποιος να με προσέξει, κάποιος να με αγαπήσει, κάποιος να εκτιμήσει τις πράξεις μου. Εκεί άπραγη καθόμουν αντίκρυ τους και περίμενα το επόμενο χτύπημα.

Και αυτό που κατάλαβα στα 40 μου σχεδόν χρόνια είναι τελικά πως τον χειμώνα τον έκανα δικό μου για να μην βρει την ευκαιρία το κρύο της ψυχής τους και φωλιάσει μέσα μου. Φοβόμουν μην γίνω σαν εκείνους.

Οι βόλτες μου στην βροχή μαζί με εμένα ξέπλεναν τις αμαρτίες και τα παράπονα που τους συγχωρούσα και η άγρια θάλασσα που πάλευα να κρατηθώ ήταν η προσωπική μάχη μου. Στα κύματα έβλεπα τις μορφές τους, χτυπούσα τα πρόσωπα τους που γεμάτα μίσος ξεστόμιζαν λόγια που πληγώνουν. Και η ψύχωση που είχα στον δυνατό αέρα την ένιωθα λύτρωση από όλα…  Έπαιρνε μακριά τα λόγια τους.

Να μην τα ακούω…

Και γέμιζε τα πνευμόνια μου καθαρό οξυγόνο, μου έδινε πίσω τις ανάσες που μου έκλεψαν οι φόβοι που μου φόρτωναν.

Πλέον δεν με αγγίζει τίποτα, έχω οχυρωθεί με την αγάπη της οικογένειας που δημιούργησα. Τον χειμώνα τον απολαμβάνω τώρα πια μόνο για τις ομορφιές του. Αν και κάποιες κρύες νύχτες βγαίνω στο μπαλκόνι και τον ανταμώνω όπως μόνο εγώ ξέρω.

Κατεβάζω το φερμουάρ της ζακέτας μου, λύνω τα μαλλιά μου και τον αφήνω να μπει στο πετσί μου.Τον αφήνω να πάρει τις στάχτες του παρελθόντος μαζί του και για λίγα μόνο λεπτά είμαι εγώ και αυτός, μόνοι στον κόσμο.