Ένα κουταλάκι καφές… δε βαριέσαι, βάλε δύο καλύτερα. Μπρίκι, νερό, γκαζάκι. Και λίγη ζάχαρη, έτσι για να πάει καλά η μέρα του. Χρόνια του φώναζε η μάνα του πως θα χαλάσει το στομάχι του με τόσο σκέτο καφέ που έπινε. “Θα πάθεις καμιά ζημιά, παιδί μου, και θα τρέχουμε”, το μόνιμο παράπονό της. “Ωχ, ρε μάνα, τίποτα δε θα πάθω, μια χαρά είμαι”, η μόνιμη απάντηση η δική του. Κι εκείνη, που ανακάτευε αδιάκοπα το φαΐ πάνω στο μάτι της κουζίνας, κουνούσε το κεφάλι της και μονολογούσε. “Μια ζωή τα ίδια, μια φορά μόνο να μ’ άκουγες, μια φορά να κάνεις αυτό που σου λέω”. Μα εκείνος την έβλεπε με την άκρη του ματιού του , πώς χαμογελούσε κρυφά, πώς καμάρωνε γι’ αυτόν.

Τι να κάνει η έρμη, χήρα απ’ τα είκοσι πέντε της, μόνη της τον είχε αναστήσει τον λεβέντη της, τον έφτασε είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Ο άντρας της είχε χαθεί σε τροχαίο όταν ο μικρός ήταν μόλις πέντε, σχεδόν ούτε τον θυμόταν τον μπαμπά του. Κι αυτή ορκίστηκε να μην του λείψει τίποτα. Χωρίς βοήθεια από πουθενά, ορφανή κι αυτή, χωρίς αδέρφια, μόνο ο ένας τον άλλον είχαν. Και τον άντρα της τον είχε πάρει μικρή πριν τελειώσει το σχολείο, δεν είχε σπουδάσει, δεν είχε χαρτιά, πτυχία, τίποτα. Δούλευε όλη μέρα καθαρίστρια, σφουγγάριζε σκάλες σε σπίτια, γραφεία, καταστήματα, όπου κι αν τη ζητούσαν πήγαινε. Είχε ορκιστεί στον εαυτό της ότι “αφού ο πατέρας του θα του λείπει για πάντα, δε θ’ αφήσω να του λείψει τίποτα άλλο στη ζωή του.” Και τα είχε καταφέρει, δεν είχαν παράπονο ούτε αυτή, ούτε το παιδί.

Έτοιμος ο καφές επιτέλους, άδειασε το μισό μπρίκι στο φλιτζάνι του και το άλλο μισό σ’ εκείνο το λευκό φλιτζανάκι με τη χρυσή ρίγα, το αγαπημένο της μάνας του. Τα πήρε και τα δυο, τα ‘βαλε στο δίσκο με δυο ποτήρια νερό και προχώρησε προς το μπαλκόνι. Άφησε το δίσκο στο τραπέζι, και σαν να το θυμήθηκε ξαφνικά, γύρισε στην κουζίνα. Άνοιξε το ντουλάπι δίπλα από το ψυγείο, βρήκε το καφέ κουτί με τα κουλουράκια που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Κουλουράκια με κανέλα, τα αγαπημένα και των δυο τους. “Δεν είναι σαν τα δικά σου, μάνα, αλλά μοιάζουν. Να μην κουράζεσαι και γι’ αυτά.” ΄Κι ένα πιατάκι, τέσσερα κουλουράκια μέσα, α, ναι, και τα τσιγάρα του.

Βγήκε ξανά στο μπαλκόνι “μάνα, έτοιμα”, φώναξε. Πριν καθήσει, έβγαλε απ΄ την πίσω τσέπη του τζιν τον φάκελο που είχε ανοίξει μόλις πριν ένα τέταρτο. Απλός, λευκός, με τυπωμένα γράμματα, όχι χειρόγραφα. Χαμογέλασε και τον άφησε δίπλα στο φλιτζάνι της. Άναψε τσιγάρο.

“Θα κρυώσει ο καφές”, φώναξε προς τα μέσα. “Άντε, ρε μάνα, να μην αργήσω σήμερα.”
Τα βήματά της ακούστηκαν γοργά και βιαστικά. Μόλις είδε την ετοιμασία που είχε κάνει τα μάτια της γέλασαν.
“Τι γιορτάζουμε; Καλημέρα”, είπε και τον φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού του.
“Έλα, έχω νέα, κάτσε να στα πω”. Πήρε μια ρουφηξιά απ΄ το τσιγάρο.
“Άντε πάλι μ΄ αυτόν το διάολο”, τον μάλωσε δήθεν θυμωμένη. “Θα πάθεις τίποτα…”
“Και θα τρέχουμε, ξέρω, ξέρω”, τελείωσε εκείνος την πρότασή της. “Μη στεναχωριέσαι, δεν παθαίνω τίποτα.”
Ήπιε την πρώτη γουλιά από τον καφέ της. “Αχ, γεια στα χέρια σου παιδάκι μου, γλυκός ο καφές σου.”
“Για δες τον φάκελο, ρε μάνα.”

“Μπα; έχω εγώ γράμμα; από ποιον;”
“Δεν είναι γράμμα, μάνα, επιστολή είναι.”
“Έχω επιστολή;”
πάλι δεν καταλάβαινε η καημένη.
Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το δικό της, σκασμένο τόσα χρόνια από τα καθαριστικά και τις χλωρίνες. Της χαμογέλασε λίγο, ίσα να κυρτώσουν τα χείλη.
“Μάνα, θυμάσαι που σου ΄χα πει για κείνη τη δουλειά που είχα στείλει βιογραφικό;”
“Ποια απ’ όλες;”
Μασούλησε ένα κουλουράκι και τίναξε τα ψίχουλα που έπεσαν στην μπλούζα της.
“Εκείνη που ήθελα πιο πολύ απ’ όλες”, απάντησε και κράτησε την ανάσα του.
Τα μάτια της συννέφιασαν. Άφησε το κουλουράκι κάτω, η γεύση του καφέ σαν να πίκρισε στο στόμα της. Μα έκρυψε το φόβο της και τον κοίταξε στα μάτια.
“Πες μου, παιδί μου.”
“Με πήραν, μάνα. Εμένα, με πήραν! Θέλουν να αρχίσω άμεσα να δουλεύω, όσο πιο γρήγορα γίνεται!”

Μόνο τόσα είπε. Κρεμάστηκε από τα χείλη της, απ’ τα μάτια της. Πάσχισε να καταλάβει τι μπορεί να σκεφτόταν, τι μπορεί να ένιωθε. Φοβόταν ότι βαθιά μέσα του ήξερε ότι θα την πικράνει. Δεν είναι εύκολο να φεύγεις από την πατρίδα σου, ακόμα κι αν είναι για δουλειά. Και ακόμα περισσότερο, ήξερε πως θα την πονούσε που θα την άφηνε μόνη. Μα έννοια της, ήξερε αυτός, θα ήταν μόνο για λίγο. Σε λίγο καιρό θα την έπαιρνε κοντά του.
Σαν να ήξερε και η μάνα τι σκεφτόταν το παιδί της. Πώς να του κόψει τα φτερά, πώς να το πικράνει, πώς να ζητήσει να μην την αφήσει στη μοναξιά της άλλη μια φορά; Κι αυτήν τη φορά, να μείνει πίσω να παλέψει για ποιον; Πικρός πάλι ο καφές στα χείλη της. Μα έκρυψε τον πόνο της και άστραψαν τα μάτια της από χαρά.
“Το ΄ξερα αγόρι μου πως θα σε πάρουν. Ξέρουν αυτοί, τον καταλαβαίνουν τον καλό και τον άξιο άνθρωπο μόλις τον δούνε. Τι νόμιζες, έτσι θα σ’ άφηναν; Μπράβο, παιδί μου, μεγάλη χαρά μου έδωσες.”
Σάστισε το παλικάρι. Σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του, γονάτισε δίπλα της, της πήρε το χέρι να το φιλήσει. Με δάκρυα στα μάτια και τη φωνή να τρέμει, της έδωσε υπόσχεση, όρκο πες καλύτερα.
“Μη φοβάσαι, μάνα μου. Θα πάω για λίγο στην αρχή να βολευτώ και μετά θα ‘ρθω να σε πάρω. Θα ‘ρθεις μαζί μου, μάνα. Δε σ’ αφήνω εδώ μόνη σου. Εσύ μου έδωσες τα πάντα στη ζωή μου, σου ορκίζομαι να στα γυρίσω όλα κι άλλα τόσα.”
“Δε φοβάμαι, παιδί μου. Εγώ καλό και άξιο άνθρωπο ήθελα να σε κάνω κι έγινες. Άλλο τίποτα δε θέλω. Να πας εκεί, να είσαι καλά και μη σκοτίζεσαι για μένα. Μόνο να είσαι καλά. Άντε, πήγαινε τώρα.”

Η χαρά και η ευχή της μάνας του έκαναν την καρδιά του ελαφριά σαν πούπουλο. Περπατούσε με τον φάκελο στα χέρια, να πάει να βγάλει εισιτήριο, να φύγει.

Γρήγορα να μπορέσει να τηρήσει τον όρκο του.