Παλιότερα μου έλεγαν ότι κρατούσα την μοίρα των θαλασσόλυκων στα χέρια μου.
Πλέον τα χέρια μου δεν μπορούν να κρατήσουν ούτε αυτό το μικρό καντήλι από το τρέμουλο.

Η αποψινή νύχτα θέριεψε απότομα, ο αγέρας χτυπάει λυσσασμένος τα ταλαιπωρημένα από την αρμύρα τζάμια του φάρου και το τρέμουλο μεταφέρεται στα δάχτυλά μου. Τρίβω τις ροζιασμένες άκρες τους κι αναρωτιέμαι… Ποια πλοία θα τολμήσουν να πλησιάσουν απόψε τις ακρογιαλιές μου; Σχεδόν παρακαλάω να δω ένα σκαρί να ζητάει βοήθεια, ένα καράβι στο έλεος των κυμάτων να προσμένει την καθοδήγησή μου. Ξέρω, αμαρτία αυτό που λέω, αλλά νιώθω τόσο μόνος πια.
Το πανέρι με το φαγητό είναι άδειο από ψωμί και γεμάτο με ψίχουλα. Πάει καιρός που μου έφεραν τελευταία φορά προμήθειες από το διπλανό χωριό. Με παράτησαν στην απομόνωσή μου ή μπορεί και να μην υπάρχει κανείς εκεί πλέον. Η αποθήκη έχει σχεδόν αδειάσει, τα τρόφιμα μούχλιασαν και η ρακή που με κρατούσε ζεστό μοιάζει με ξύδι. Ποιος νοιάζεται για έναν γέρο, ξεχασμένο από τον χρόνο, φαροφύλακα;
Μόνο η θάλασσα νοιάζεται.
Αυτό το μπλε αγρίμι, που μου έχει πάρει γυναίκα, αγαπημένους και παιδιά και μόνο εμένα δεν πήρε ακόμα. Κάθε πρωί την βλέπω να αλυχτάει και να γλείφει τα πετρώματα του φάρου και κάθε βράδυ την παρατηρώ και προσπαθώ να την προλάβω. Το φως του φάρου ασθενικό, ρίχνει τις απαλές δεσμίδες του στο αχανές βαθύ γαλάζιο κι εγώ με τα σκουριασμένα κιάλια ψάχνω για το επόμενο θύμα της.
Ξέρω ότι ο χρόνος μου είναι λιγοστός, ότι το καντήλι της ζωής μου θα σβήσει σύντομα. Το μόνο που φοβάμαι, πλέον, είναι πως θα ερημώσει ο φάρος. Κανείς δε θα ασχοληθεί με αυτό το ξεχασμένο κομμάτι γης, είναι λες κι ο Θεός με άφησε στο έλεος της φύσης να αποφασίσει για την μοίρα μου. Χωρίς κριτή για την ζωή που έζησα, χωρίς συγχωροχάρτι για τις αμαρτίες που διέπραξα.

Ο αγέρας δυνάμωσε και καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να σηκώσω τα σαφρακιασμένα, από την υγρασία, πόδια μου. Το στήθος μου ξαφνικά βάρυνε, λες και κάθονται σακιά με αλεύρι πάνω μου. Βήχω υστερικά, φτύνω μανιασμένα και κάπου ανάμεσα στα φλέματα βλέπω σταγόνες από αίμα. Η ανάσα μου καυτή, το καντήλι δίπλα τρεμοσβήνει από τον αέρα. Ίσως ήρθε επιτέλους η ώρα να με πάρει η θάλασσα, να με καλύψει το κύμα και να βυθιστώ στην αιώνια γαλήνη της.
Τόσο καιρό, ακούραστος φύλακας. Κάποια στιγμή πρέπει κι εγώ να παραδώσω την σκυτάλη, να αφεθώ και να απολαύσω το τελευταίο μου ταξίδι. Να δω την Φιλιώ μου, να χαιδέψω τις καστανές μπούκλες της…
Μα… ακούω κάποιον. Βοήθεια φωνάζει; Κοιτάω αριστερά, δεξιά. Μία ανδρική φωνή, δύο ανδρικές φωνές, τρεις. Κάποιος διατάζει να πάει στην πρύμνη, να σηκώσουν το κατάρτι. Βήχω ξανά, δίνω ώθηση με τους αγκώνες και καταφέρνω να σηκωθώ. Οι κραυγές έρχονται από πάνω, από το ανώτερο τμήμα του φάρου. Πρέπει, πρέπει να τους βοηθήσω, θέλουν την βοήθεια μου, πνίγονται, η θάλασσα δεν συγχωρεί, δεν νοιάζεται.
Αντώνη μου…
Γυναίκα; Φιλιώ μου; Πώς… αφού. Δεν μπορεί, την ακούω. Όχι απλά την αισθάνομαι, αλλά την ακούω.
«Έρχομαι, Φιλιώ!» φωνάζω στο κενό λες και το άδειο δωμάτιο θα μου απαντήσει.
Πάλι φωνές, πάλι απελπισμένες βοές που χάνονται στο σφύριγμα του ανέμου. Τα σκαλιά μου φαίνονται πελώρια κι ατελείωτα. Έχω τυλιχτεί με την κουβέρτα και κρατάω σφιχτά το κερί που μου φωτίζει τον δρόμο. Από το πάνω πάτωμα, η καταιγίδα μοιάζει πρωτοφανής.
Αντώνη μου, σε χρειάζονται
Έρχομαι γυναίκα, έρχομαι! Τώρα, δύο ρημαδιασμένα βήματα έμειναν, δύο διαολεμένα σκαλιά να ανέβω. Κρατάω με το ελεύθερο μου χέρι τον τοίχο, μοιάζει μουλιασμένος λες και το νερό έχει ανέβει σε ύψος δέκα μέτρων και καταπίνει ολόκληρο τον φάρο.
Τα κατάφερα. Βήχω ξανά και περισσότερο αίμα ποτίζει το σκονισμένο μάρμαρο. Δεν με νοιάζει πλέον. Πρέπει να ανάψω το φως, να δείξω τον δρόμο στους θαλασσοπνιγμένους, να σώσω αυτούς τους δύσμοιρους από το σίγουρο τέλος. Η θάλασσα παραμένει ατελείωτη, πανίσχυρη, κυρίαρχος. Ανοίγω τον φάρο και χτυπάω την μικρή καμπάνα του φάρου. Το χέρι μου τρέμει, τα πόδια μου τρέμουν, το στήθος μου τρέμει αλλά δεν σταματώ.
Τα κύματα είναι τεράστια, κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει πάνω τους. Εγώ όμως δεν σταματάω, μέχρι να με καταπιούν ή να ξεσπάσουν την μανία τους, εγώ θα συνεχίσω.
Είμαι ο φαροφύλακας και πρέπει να επιμείνω. Πρέπει να συνεχίσω το έργο μου μέχρι η τελευταία μου ανάσα να ποτίσει με θαλασσινό νερό.

Κάποτε μου έλεγαν ότι κρατώ στα χέρια μου την μοίρα των θαλασσόλυκων.
Τώρα, πλέον, ξέρω. Μέχρι και το τελευταίο κύμα να με πάρει στην αγκαλιά του, εγώ θα φωτίζω τον δρόμο των λησμονημένων.