Οι καρέκλες ήταν απλωμένες στην πίσω αυλή, τακτοποιημένες όπως έπρεπε. Απλές, λευκές, σπαστές καρεκλίτσες, με ένα ροζ τριαντάφυλλο δεμένο με κορδέλα πάνω στην καθεμιά. Οι γνώμες, ως συνήθως, μοιρασμένες – οι μισοί ήθελαν λευκή την κορδέλα, οι άλλοι μισοί ροζ. Στο τέλος επικράτησε η λογική, η κορδέλα θα ήταν γαλάζια για να κάνει πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα χρώματα. Η επιλογή φυσικά ήταν της Άλισον, η οποία έτσι απλά και δημοκρατικά τους έβγαλε όλους από τη δύσκολη θέση να μαλώνουν μεταξύ τους. Για την ακρίβεια τα λόγια της ήταν “εάν δεν σας αρέσει η γαλάζια κορδέλα, μπορείτε και να μην έρθετε στο γάμο.” Τόσο απλά.

Και επειδή η Άλισον ήταν το καλύτερο κορίτσι, γλυκιά, χαριτωμένη, καλόκαρδη, και πάνω απ΄ όλα, νύφη στο γάμο της, ποιος θα τολμούσε να φέρει αντίρρηση… Γαλάζια λοιπόν η κορδέλα για το ροζ τριαντάφυλλο, πάνω στην άσπρη καρέκλα. Όλα καλά. Και όλα έτοιμα για τη μεγάλη μέρα.
Από το πρωί επικρατούσε μια αναταραχή στο σπίτι, λογικό κι επόμενο σκεφτόταν ο Μπράιαν, που ως μεγάλος αδερφός είχε αναλάβει να παραδώσει την Άλισον. Το ζεύγος είχε αποφασίσει να ετοιμαστεί στο ίδιο σπίτι- άλλη μια πρωτοποριακή ιδέα της αδερφής του- επομένως ο χαμός που γινόταν μέχρι πριν λίγο στη διώροφη μονοκατοικία ήταν διπλάσιος από αυτόν που θα υπήρχε αν ετοιμαζόταν εκεί μόνο η Άλισον. Τα παρατράγουδα έλειψαν, ευτυχώς, σε γενικές γραμμές. Σε ειδικές, πάλι, όχι.

Ο Μπράιαν έμεινε ικανοποιημένος από την εικόνα της αυλής. Γύρισε και μπήκε στο σπίτι. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας και χτύπησε την πόρτα του δωματίου της αδερφής του. Ίσα που έβαλε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας.
– Να μπω;
– Έλα, έτοιμη είμαι. Σχεδόν.

Σαν κουκλίτσα ήταν. Μικροκαμωμένη, ξανθούλα, με μακριά μαλλιά που τα έκρυβε το πέπλο της. Έμεινε να την κοιτάζει χαμογελώντας και λίγο συγκινημένος.
– Ήρθε κανείς;
– Εννοείς εκτός από όλους αυτούς που είναι στριμωγμένοι στο σαλόνι; και στην κουζίνα; και στο υπνοδωμάτιο;
– Ναι, εκτός από αυτούς.
– Μπα, κανείς. Πρέπει να σου πω κάτι όμως, να ξέρεις.
Ο Μπράιαν ξερόβηξε.
Η Άλισον τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη της. Περνούσε λίγο κραγιόν στα χείλη της.
– Με τρομάζεις.
– Με βρήκε ο θείος Τομ.
– Ωχ.
– Με πήρε παράμερα για να μην ακούσουν οι άλλοι και μου τα είπε ψιθυριστά.
– Για πες.

“Οι γονείς σας θα χαίρονταν γι’ αυτόν τον γάμο, μου το είχαν πει όσο ζούσαν. Αλλά, βρε αγόρι μου, δεν είναι και πολύ σωστά πράγματα αυτά.”
– Να τον διώξουμε; η Άλισον ακούστηκε πάρα πολύ σοβαρή.
– Τον πήγα στο μπαρ και τον πότισα λίγο παραπάνω. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε είναι πολύ χαρούμενος για το γάμο σου και το λέει μάλιστα σε όλους. Παρόλα αυτά θα τον έχω στο νου μου.
Η Άλισον σηκώθηκε και φίλησε τον αδερφό της.
– Σ’ ευχαριστώ που είσαι εδώ για μένα.
– Πάντα. Δεν νομίζω να έχουμε θέμα με κανέναν άλλον. Όλοι είναι πολύ χαρούμενοι, στ’ αλήθεια.
– Το ξέρω. Το ελπίζω, δηλαδή.

Ξαναγύρισε και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της, έφτιαξε τις άκρες από το πέπλο της. Έβαλε ακόμα λίγη μάσκαρα για να τονίσει το βλέμμα της, ξανά έστρωσε το νυφικό της.
– Είσαι λίγο νευρική, μικρή.
– Θα μου φέρεις ένα ποτό; και αν μπορείς να μου πεις πώς πάνε τα πράγματα δίπλα;

Ο Μπράιαν έκανε μεταβολή και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο. Τρέχοντας κατέβηκε πάλι τη σκάλα, πέρασε ανάμεσα σε καλεσμένους που συνωστίζονταν στα δωμάτια του σπιτιού. Για λίγο σταμάτησε για να υποδεχτεί κάποιους καινούριους που μόλις είχαν φτάσει. Αγκαλιές, φιλιά, μερικά τυλιγμένα πακέτα με τα γαμήλια δώρα, κι άλλες αγκαλιές. Και χαμόγελα, πολλά χαμόγελα. Και όλοι με μια καλή κουβέντα στο στόμα, με ευχές, με γέλια, μερικοί και με δάκρυα για τους γονείς τους που δεν θα ήταν στο πλάι τους αυτήν τη μέρα.

Κατάφερε να ξεγλιστρίσει σε κάποια στιγμή από όλο το πλήθος. Μπήκε γρήγορα στην κουζίνα. Είχε φροντίσει να βάλει στο ντουλάπι δίπλα από το ψυγείο ένα μπουκάλι βότκα, ήξερε ότι θα τη χρειάζονταν σε κάποια στιγμή. Έριξε λίγη σε δυο πλαστικά ποτηράκια, ήπιε το ένα και έκανε την αντίστροφη διαδρομή μέχρι να φτάσει στο δωμάτιο και πάλι. Λίγο πριν χτυπήσει την πόρτα κοντοστάθηκε, έκανε μεταβολή, χτύπησε την απέναντι πόρτα.
– Όλα καλά; ρώτησε χωρίς να ανοίξει.
Μια παράνυφος εμφανίστηκε. Χαμογέλασε μόλις τον είδε.
– Δεν μπορείς να μπεις.
– Ναι, με έστειλε η Άλισον να πάρω αναφορά. Όλα καλά, πες της. Δε θα αργήσουμε πολύ.
Οκέι. Σε πόσην ώρα;
– Σε πέντε κατεβαίνουμε.
– Οκέι.

Μόλις που προλάβαινε να πάει το ποτό στην αδερφή του. Ξαναγύρισε στο δωμάτιό της και αυτήν τη φορά μπήκε χωρίς ευγένειες. Η Άλισον πηγαινοερχόταν μέσα στο δωμάτιο κρατώντας το νυφικό για να μην το πατήσει. Της άπλωσε το πλαστικό ποτηράκι.
– Όλα καλά δίπλα. Πιες το γρήγορα. Σε πέντε κατεβαίνουν.
Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του το είχε πιει μονορούφι. Την έπιασε από τους ώμους και τη φίλησε στα μαλλιά.
– Πάω να τους βάλω να καθίσουν και έρχομαι να σε πάρω. Κάτσε στην καρέκλα σου και μην κουνηθείς.

Λίγη ώρα αργότερα τους είχε βγάλει όλους έξω, στις λευκές καρέκλες. Καθώς τακτοποιούνταν στις θέσεις τους με την απαραίτητη φασαρία, ο Μπράιαν έριξε μια κλεφτή ματιά στο τέλος του διαδρόμου για να επιβεβαιώσει. Έκλεισε το μάτι, πήρε βαθιά ανάσα και μπήκε πάλι μέσα. Η Άλισον τον περίμενε στην κορυφή της σκάλας, δάγκωνε τα χείλη της και έπαιζε με το νυφικό της.
Ανέβηκε γρήγορα και βρέθηκε δίπλα της.
– Ηρέμησε, μικρή. Όλα καλά. Δε σου είπα να μην κουνηθείς από την καρέκλα σου;
– Πάμε;
τον ρώτησε με ανυπομονησία.
– Πάμε.
Τη φίλησε στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της και την πήρε αγκαζέ. Κατέβηκαν τη σκάλα με σταθερά βήματα, πέρασαν την πόρτα και βγήκαν στην πίσω αυλή. Περπάτησαν ανάμεσα στον κόσμο, στητοί και χαμογελαστοί και οι δυο, μέχρι το τέλος του διαδρόμου. Και εκεί, με ένα ακόμα φιλί, έδωσε το χέρι της στην Άννι που την περίμενε.