Με λένε Γιώργο. Πριν ενάμιση χρόνο, Σάββατο απόγευμα, είχα έξοδο και πήγα με τη μηχανή να πάρω την κοπέλα μου από το σπίτι της να πάμε για καφέ με φίλους. Μετά Θα πηγαίναμε Νέα Μάκρη οι δυο μας και θα γυρίζαμε Κυριακή απόγευμα που έπρεπε να επιστρέψω στη σχολή. Η Κέλλυ σπούδαζε γερμανική φιλολογία. Είχαμε εξετάσεις κ οι δυο μας σύντομα οπότε ίσως δε βρισκόμασταν το επόμενο Σ/Κ και είχαμε κάνει σχέδια για αυτό να περάσουμε καλά, ήρεμα, όχι παρέες και εξόδους – καφέ και άραγμα στο εξοχικό των γονιών μου μετά. Είχα κακή διάθεση όλη μέρα, από το πρωί, το θυμάμαι αυτό καλά. Δεν είπα τίποτα στην Κέλλυ. Σκεφτόμουν πως ήταν από το πήξιμο και την κλεισούρα στη σχολή, από το άγχος, από την κούραση λόγω ασκήσεων που είχαμε όλο το μήνα. Τελευταία χρονιά, μεγάλη πίεση.

Βγήκε από την πολυκατοικία της, έβαλε και εκείνη το κράνος που είχα πίσω στη μηχανή και της το έσφιξα. Γκρίνιαξε ως συνήθως. Δεν της άρεσε το κράνος. Τα θυμάμαι όλα λες κι έγιναν πριν ενάμισι λεπτό. Ξεκίνησα.

Δεν έτρεχα, δεν τρέχω ποτέ όταν έχω άλλον πάνω, αν και η Κέλλυ γούσταρε ταχύτητα σφιγγόταν πάνω μου, της άρεσε η αδρεναλίνη. Μόνος μου άνοιγα ταχύτητα, με εκείνη μαζί, ποτέ. Ή, έκανα πως ανοίγω και ψευτοέδινα γκάζι αλλά πάντα το έλεγχα. Πάντως εκείνη τη μέρα, δεν είχα καν όρεξη να πάω γρήγορα. Βγήκαμε Μεσογείων από Κατεχάκη. Ήλιος, αλλά είχε κρύο και υγρασία. Κίνηση. Κόβω ταχύτητα στα φανάρια στο Γεννηματά. Έχω περιθώριο και περνάω ανάμεσα σε σταματημένα αμάξια και βγαίνω μπροστά. Αριστερά μου ένα ταξί, δεξιά μου ένα σεντάν renault. Ανάβει φανάρι. Πάω να ξεκινήσω, κλάσματα δευτερολέπτου νωρίτερα από μένα φεύγει το renault. Το ταξί, στην δική μου εκκίνηση έβαζε πρώτη. Δεν είχε προλάβει ακόμα να φύγει. Και τότε γίνεται. Από το πουθενά, λες και έπεσε από τον ουρανό. Λες και τον πέταξε ο διάολος στο δρόμο μας. Ένας τύπος, πεζός, έτρεξε να περάσει απέναντι, ενώ είχε ήδη ανάψει πράσινο για μας. Κάνει λίγα βήματα, τρομάζει, ο οδηγός του renault για να τον αποφύγει το παίρνει όλο αριστερά, ενώ είχε ήδη δώσει γκάζι για να φύγει. Με βρίσκει στον τροχό μπροστά. Δεν μπόρεσα να κρατήσω τη μηχανή, εμένα με πέταξε πριν αρχίσει να γυρνάει πεσμένη στο δρόμο. Την Κέλλυ την πήρε από κάτω. Η μηχανή σφηνώθηκε τελικά, κάτω από το ταξί. Μαζί και η Κέλλυ. Λαμαρίνες. Τα έβλεπα όλα σε αργή κίνηση. Ήμουν στα γόνατα, στη μέση της Μεσογείου – δεν άκουγα τίποτα. Λες και είχε πατήσει κάποιος το mute. Είδα τον κόσμο να τρέχει. Μου μιλούσαν, δεν άκουγα τίποτα. Έκανα να σηκωθώ με έπιασε κάποιος, τον έσπρωξα. Κόσμος. Πονούσα παντού, έβγαλα το κράνος, έκανα να τρέξω, έπεσα, σηκώθηκα. Έτρεξα. Έβλεπα μόνο το ένα χέρι της Κέλλυς και το κράνος. Όλη η υπόλοιπη ήταν σκεπασμένη από τη μηχανή και από τη μέση και κάτω, κάτω από το ταξί. Δε μπορούσα να μιλήσω, δεν έβγαινε φωνή. Κόσμος πολύς. Κάποιος έκανε να της βγάλει το κράνος, ούρλιαξα χωρίς να βγαίνει ήχος, ούρλιαζα δεν έβγαινε ήχος “ΜΗΝ ΤΗΣ ΒΓΑΛΕΙΣ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ!!!” Τον έπιασα από το λαιμό, κόσμος μπήκε ανάμεσα μας νόμιζαν πως τσακωνόμασταν, κάποιος κατάλαβε, του είπε “το κράνος σου λέει, μην της το βγάλεις μέχρι να έρθει ασθενοφόρο!” Προσπαθούσα να της μιλήσω, να της πω ‘μωρό μου, όλα θα πάνε καλά, μωρό μου μη φοβάσαι’. Δεν μπορούσα να μιλήσω και δεν άκουγα. Της έπιασα το χέρι που δεν ήταν εγκλωβισμένο. Ήταν κρύο, πάει σκέφτηκα. Τη σκότωσα, πάει η κοπέλα. Έκανα εμετό. Κάποιοι με πήραν παραπέρα, δεν μ’ένοιαζε τίποτα πια.

Το ασθενοφόρο ήρθε σε 5 λεπτά μου είπαν. Δεν έχω ιδέα. Πήραν την Κέλλυ στο Γεννηματά δίπλα, εμένα στο 251. Δεν με ένοιαζε τίποτα. Είχα διάσειση, μου είπαν. Δε ρωτούσα κανέναν, ήμουν σίγουρος πως η Κέλλυ είχε πεθάνει. Οι γονείς μου, ανακριτικό, ΕΔΕ. Δε ρωτούσα τίποτα. Δεν άκουγα καν τι έλεγαν. Κάποια στιγμή διάβασα στα χείλια του αδερφού μου πως η Κέλλυ ζούσε, ήταν σοβαρά και είχε μπει χειρουργείο. Έπρεπε να πάω, πήγα να σηκωθώ, με κράτησαν, δεν υπήρχε περίπτωση να μ’ αφήσουν να πάω. Πήρα εξιτήριο 2 μέρες μετά, δεν πήγα σπίτι, από το 251 πήγα στο Γεννηματά, κατ’ευθείαν. Ήταν στην εντατική. Πολυτραυματίας. Η μάνα της δε μ’ άφησε να πλησιάσω, μου έλεγε ότι εγώ φταίω και με έδιωξαν. Πήγα ξανά την επόμενη μέρα. Τα ίδια. Έπρεπε να επιστρέψω στη σχολή. Δεν μπόρεσα να πλησιάσω καμιά φορά.

Βγήκε από την εντατική μετά από 2 εβδομάδες. Μπορούσαν να τη δουν φίλοι αλλά όχι εγώ, οι γονείς της το απαγόρευαν κι ας είχα εξηγήσει χίλιες φορές πως δεν έφταιγα εγώ. Έλεγα σε φίλες της να της πουν ότι την αγαπάω και τη σκέφτομαι και θέλω να τη δω, αλλά μου είπαν πως ποτέ δεν τα κατάφεραν επειδή ήταν πάντα η μάνα της στο δωμάτιο και τους είχε απαγορεύσει να της λένε οτιδήποτε για μένα.

Μετά έφυγαν αμέσως για Γερμανία. Σε κέντρο αποκατάστασης. Έμαθα πως το χέρι της ήταν άσχημα. Θα χρειαζόταν σειρά επεμβάσεων. Είπα στον αδερφό μου να φτιάξει και να πουλήσει τη μηχανή και να τους δώσει όλα τα λεφτά για να καλυφθεί ένα μέρος ιατρικών εξόδων αλλά του είπαν να τους αφήσουμε ήσυχους και δεν θέλανε ούτε τα λεφτά και κυρίως δεν ήθελαν εμένα.

Έχουν περάσει 18 μήνες. Έχω τελειώσει τη σχολή και βρίσκομαι επαρχία. Ακόμα προσπαθώ να επικοινωνήσω. Ακόμα τίποτα. Δεν έχουμε μιλήσει ποτέ. Τελευταία φορά που μιλήσαμε ήταν όταν με ρώτησε “τι έχεις” και απάντησα “τίποτα, θα μου περάσει” και έσφιξα το πόδι της πάνω στη μηχανή. Κόλλησε πάνω μου και μου είπε “γαμώτο, σ’ αγαπάω τόσο πολύ!”

Όσο ζω, θα προσπαθώ να επικοινωνήσω. Να της πω πως την αγαπώ και πως αν με είχαν αφήσει, δεν θα έφευγα ποτέ από δίπλα της, θα της κρατούσα το χέρι για να μη φοβάται. Για να μη φοβάμαι.

 

7.