Ελευθερία! Ενηλικιώθηκες!

Έχεις επιτέλους το δικό σου σπίτι ,το δικό σου χώρο και τον δικό σου χρόνο να τον αξιοποιήσεις όπως θέλεις. Μακριά από όλους και από όλα, μόνο με τον έρωτά σου. Ακούγεται ιδανικό αλλά όσο περνάει ο καιρός βαριέσαι αφόρητα και η μοναξιά, όταν το αγόρι λείπει από το σπίτι, είναι η μόνη σου παρέα.

Και επειδή αρχίζεις την γκρίνια, σαν φυσιολογική γυναίκα εννοείται, ο Έρωτας έχει την φαεινή ιδέα να προσπαθήσει να σου βρει φίλους! Από την δουλειά του! Που δεν τους ξέρει καλά – καλά ούτε ο ίδιος!

Μια από αυτές τις προσπάθειες έγινε την πιο α-κατάλληλη στιγμή, ένα βράδυ παραμονή Χριστουγέννων. Σκέφτηκε ο Έρωτας, θα στεναχωρηθεί το κορίτσι μου, αν μείνουμε δυο μας στο σπίτι. Θα πω στο Γιώργο, που είναι και ντόπιος και ξέρει τα κατατόπια. Είναι και φρεσκοαρραβωνιασμένος, θα έχει παρέα και η δικιά μου. Και τα κανόνισε όλα. Θα πηγαίναμε για φαγητό σπίτι τους και μετά είχαν κλείσει σούπερ τραπέζι σε γνωστό μπουζουκομάγαζο της περιοχής. Όλα τέλεια! Ντύθηκα, στολίστηκα, έβαλα και το άσπρο παλτό, δώρο της πεθεράς να πουλήσω μούρη. Ε Γιορτές ντε! Για να μην πάμε και με άδεια τα χέρια σε ξένο σπίτι σαν καλή φρεσκονοικοκυρά, έφτιαξα και ένα σουφλέ, πήρα και ένα κρασί να πάμε… Έτοιμοι.

Ακριβώς στην ώρα μας χτυπούσαμε το κουδούνι της πόρτας, σε μια εντυπωσιακή μονοκατοικία. Και περιμέναμε, περιμέναμε.. αρκετή ώρα. Αρχίσαμε να ανησυχούμε και έτσι πήρε τηλέφωνο ο Έρωτας τον φίλο-συνάδερφο. Ήρθε να μας ανοίξει αλλά η πόρτα δεν άνοιγε! Είχε φρακάρει από πράγματα που υπήρχαν μέσα στο σπίτι. Άνοιξε μια χαραμάδα τόσο ώστε να χωρέσουμε να περάσουμε σε έναν διάδρομο με πολλά παλιά έπιπλα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Στο πάτωμα υπήρχαν πατημασιές λάσπης από την είσοδο ως τον μπάνιο. Σίγουρα έθαψαν κάποιον στον κήπο σκέφτηκα, χοχο black humor. Οκ, το προσπερνάμε.

Μετά από τις χειραψίες και την γνωριμία, αμήχανα και κάπως δύσκολα και στριμωγμένα μας οδήγησε στο σαλόνι. Ένα σκοτεινό, κρύο και μικρό δωμάτιο. Τόσο σκόνη είδα πρώτη φορά στην ζωή μου ειλικρινά! Νομίζω πως κάπου εκεί, μια αράχνη έπεσε πάνω στα μαλλιά μου και αναπήδησα από την τρομάρα. Ο Γιώργος γέλασε και είπε ότι έχουν και κατσαρίδες, σιγά, δεν είναι τίποτα και πήγε μέσα να φωνάξει τη Σοφία, την γυναίκα του. Κοίταξα τριγύρω, ήταν σαν να ήμουν στο σπίτι του κόμη του Δράκουλα. Είχε τόσο κρύο που έβλεπες την ανάσα σου. Βελούδινα τραπεζομάντηλα, κηροπήγια με λιωμένα κεριά και παλιά αντικείμενα τραβούσαν την προσοχή. Λέω του Έρωτα, έτσι και μας απαγάγουν και μας σκοτώσουν, θα γίνω φάντασμα και θα σε στοιχειώσω για πάντα, να το ξέρεις!

Και κάθομαι με ύφος και φόρα στον καναπέ. Και νομίζω κάπου εκεί απέκτησα την μετατόπιση σπονδύλου στην μέση. Λες και έκατσα σε τσιμέντο! Σηκώθηκε και ένα σύννεφο σκόνης ταυτόχρονα. Το άσπρο μου παλτό έγινε γκρι. Ευτυχώς είναι μακρύ και με προστατεύει. Ο Έρωτας άρχισε να χαζογελάει και να με ξεσκονίζει ελαφρά. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αποπνιχτική που σε έπιανε δύσπνοια. Ίσως έφταιγαν και οι 5-6 αποξηραμένες ανθοδέσμες που από την υγρασία είχαν μουχλιάσει και μύριζαν απαίσια. Ήταν κρεμασμένες σε σχοινάκι, στον απέναντί τοίχο. Πως απλώνεις τα ρούχα ένα πράμα, να έτσι.

Έρχεται η Σοφία λοιπόν να την γνωρίσουμε. Μια αδύνατη, μικρόσωμη, ξανθιά κοπέλα με αγορέ, ανακατεμένο μαλλί. Είναι με τις πιτζάμες και παντόφλες σκυλάκι. Νιώθω λίγο άβολα με το ηλίθιο άσπρο παλτό που με έσωσε πριν αλλά οκ Χριστούγεννα είπαμε, τραπέζι είπαμε!

Γειά σας, γειά μας , τι φτιάχνεις, τι κάνεις, τα γνωστά. Κάπου εκεί μας ανακοινώνουν και την εγκυμοσύνη της Σοφίας, που έμαθαν πρόσφατα. Πολύ ευχάριστο νέο λέω και το εννοώ. Ίσα που έχει φουσκώσει η κοιλιά της, είναι 3 μηνών λέει αδιάφορα η κοπέλα. Δεν το ήθελα συνεχίζει, θα χαλάσει το σώμα μου και δεν γουστάρω αλλά τι να κάνω, έγινε. Μάλιστα.. Αμηχανία.

Ήρθε η ώρα του φαγητού, στο τραπέζι με το πράσινο χοντρό βελούδινο τραπεζομάντηλο. Περιμένουμε να φέρει η μαμά μου το φαγητό λέει η Σοφία.
Οκ περιμένουμε.
Ήρθε η μαμά, ήρθε ο μπαμπάς, ήρθε και ο αδερφός του μπαμπά, και ο μεγάλος αδερφός, πρέπει να περιμένουμε και τον μικρό αδερφό. Περιμένουμε στο τραπέζι εντωμεταξύ. Άβολο πολύ και οι καρέκλες του Δράκουλα επίσης. Μαζεύτηκαν δέκα άτομα περίπου στο τέλος. Όλοι με πιτζάμες και φόρμες.. Το άσπρο παλτό δεν θα το ξαναφορέσω ποτέ, σκέφτηκα! (Εννοείται το φοράω, ακόμα και μέσα στο σπίτι μου,γιατί στα μέρη μας δεν κάνει απλά κρύο, το δαγκώνεις κανονικά)

Έφερε μια χύτρα η Σοφία και την έβαλε στην μέση του τραπεζιού. Είναι κοκκινιστός κόκορας λέει με καμάρι. Αυτό, τίποτα άλλο. Α και το σουφλέ μου και το κρασί μου. Ούτε χαρτοπετσέτες, δεν χρειάζεται, υπήρχε ένα πανί-πατσαβούρι που σκούπιζαν όλοι τα χέρια τους εκεί και ένα μαχαίρι για όλους. Ευτυχώς ο καθένας είχε το πιάτο του και το πιρούνι του. Πρόλαβα να φάω ένα μικρό κομμάτι σουφλέ πριν το κατασπαράξουν στην κυριολεξία. Ο Έρωτας δεν πρόλαβε, έμεινε νηστικός μιας και ο κόκορας ήταν άβραστος, ωμός τελείως ρε παιδί μου – τον κάρφωνες με το πηρούνι και φώναζε ΚΙΚΙΡΙΚΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ.

Τελειώσαμε σε χρόνο ρεκόρ τον κόκορα σούσι και το σουφλέ ΜΟΥ και πήγαμε στο σαλόνι, στον καναπέ “τάβλα”. Αυτή την φορά έκατσα σιγά σιγά, ήξερα, χεχε… Τα “παιδιά” πήγαν να ετοιμαστούν και εμείς μείναμε με το σόι στο σαλόνι για το γνωστό παιχνίδι ερωτήσεων, τίνος εισι συ και τα λοιπά.

Έτοιμος ο Γιώργος, γαμπρός! Κουστούμι και δεν συμμαζεύεται. Επιτέλους σκέφτομαι, καλά που έβαλα το καλό, το άσπρο το παλτό. Έρχεται και η Σοφία ή μήπως δεν είναι η Σοφία; Τι φάση; Μια άλλη είναι αυτή παιδιά! Φοράει ένα κόκκινο μπούστο, ίσα που κρύβει το στήθος που ξεχειλίζει από παντού. Και μια λαμέ ασημί μίνι, πολύ μίνι φούστα που αστραφτεί στο σκοτεινό σαλόνι. Επίσης έχει ψηλώσει κατά 20 πόντους με τα ψηλοτάκουνα και έχει μακριά μαλλιά, πολύ μακριά. Έχει και πιο μεγάλα χείλη και άλλα φρύδια, WTF! Το καλύτερο από όλα, το εντυπωσιακά μεγάλο σκουλαρίκι στην ελαφρά φουσκωμένη κοιλιά της που λαμπύριζε. Μπράβο της! Θαυμάζω την αυτοπεποίθηση της, όχι, μπράβο πραγματικά.
Ο άντρας μου δίπλα μου σοκαρισμένος και έτοιμος να πει κοτσάνα, τρώει προληπτικά αγκωνιά, στο τσακ τον πρόλαβα!

Έχω κλείσει πολύ καλό τραπέζι λέει ο Γιώργος, κοντά στην πίστα. Ούτε που νοιάζει λέω μέσα μου, ποτέ δεν μου άρεσαν τα μπουζούκια έτσι και αλλιώς. Θα έπρεπε να με νοιάζει όμως. Το σούπερ τραπέζι ήταν δίπλα στις τουαλέτες με ότι αυτό συνεπάγεται . Από που να το πιάσω, από την κίνηση, από ότι δεν βλέπαμε τίποτα ή την δυσωδία της τουαλέτας.. Σούπερ ναι.. Οι άλλοι δύο ενθουσιασμένοι φουλ έπιναν σαν νεροφίδες το ουίσκι. Και η εγκυμονούσα εννοείται, τα τσιγάρα άναβαν το ένα πίσω από το άλλο και το ποτό ερχόταν πριν τελειώσει το προηγούμενο. Ήθελε να χορέψει και πάνω στο τραπέζι. Αλλά δεν την άφησε ο Γιώργος. Πρέπει να προσέχει λέει στην κατάσταση της! Αυτό ήταν το θέμα του, μην πέσει από το τραπέζι, όχι που είχε πιει το Βόσπορο και είχε καπνίσει 2 στρέμματα καπνά!

Η ώρα περνούσε και η απελπισία είχε αρχίσει να φαίνεται στα πρόσωπα μας. Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε κιόλας για να καταστρώσουμε σχέδιο διαφυγής με τον Έρωτα. Χα ,το βρήκα! Του έστειλα sms κρυφά. Μια κλωτσιά στο πόδι ήταν αρκετή για να καταλάβει το σήμα με το φρύδι.
-Δεν ξέρω τι θα κάνεις, σκέψου πως θα φύγουμε ,δεν αντέχω άλλο!
-Σε κάνα τέταρτο πήγαινε τουαλέτα και θα πω ότι δεν νιώθεις καλά.
-Οκ, άντε γιατί θα αυτοκτονήσω με τα φιστίκια στο τέλος.

Κι έτσι έγινε και φύγαμε σε μιάμιση ώρα ακριβώς, από την στιγμή που πήγαμε στο κέντρο. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, ακόμα τρέχουμε. Από πίσω μας, μας κυνηγάει ο άβραστος κόκορας, ΚΙΚΙΡΙΚΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΑΑΑΑΚΕΣ