Ο κόσμος όπως τον ήξεραν.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεν ξαφνιάζει απλά. Σοκάρει. Την πρώτη φορά, γύρισα πίσω να ξανακοιτάξω τις ηλικίες για να βεβαιωθώ. Αναζήτησα την ιστορία και σε άλλες, πιο επίσημες πηγές. Το επιβεβαίωσαν όλες.

Εκείνο το πρωί της 26ης Ιανουαρίου, του 1966, κάπου στην Αδελαϊδα, η 9χρονη Jane πήρε τα αδέλφια της Arnna και Grant 7 και 4 ετών αντίστοιχα για να τα πάει για μπάνιο σε κοντινή παραλία. Η εξόρμησή τους αυτή, απαιτούσε μια πεντάλεπτη διαδρομή με το λεωφορείο και γι’ αυτό εκείνη την μέρα η μαμά τους, Νancy, έβαλε στη χούφτα της Jane λίγα ψιλά για τα εισιτήρια και της θύμισε ότι πρέπει να έχουν γυρίσει μέχρι τις 2 το μεσημέρι.
Φράσεις όπως «έκθεση ανηλίκων σε κίνδυνο», «εγκληματική παραμέληση», ξεχύθηκαν από κάθε γωνία του εγκεφάλου μου ενεργοποιώντας κόκκινα λαμπάκια και κάνοντας το αίμα μου να κοχλάζει.
Πώς φορτώνεις σε ένα παιδί μια τόσο μεγάλη ευθύνη; Πώς εμπιστεύεσαι τρία παιδάκια να περάσουν δρόμους, να ανεβοκατέβουν σε λεωφορείο, να κολυμπήσουν μόνα τους, να επιστρέψουν και το κυριότερο, πώς εμπιστεύεσαι τον κάθε ένα που θα βρεθεί στο δρόμο τους; Ένας διεστραμμένος δεν θα το σκεφτεί δεύτερη φορά μπροστά σε μια πρώτης τάξεως λεία. 3 παιδάκια, όλα κάτω των 10, ασυνόδευτα.
Η Nancy έκλεισε χαμογελαστή την πόρτα της και συνέχισε τις δουλειές της. Ούτε μια σκιά ανησυχίας, ούτε μια τόση δα μαύρη σκέψη δεν απασχόλησε το μυαλό της. Την φαντάζομαι να πλένει πιάτα, σιγομουρμουρίζοντας ανέμελα ένα παλιό τραγουδάκι. Με λούζει κρύος ιδρώτας.

Ήταν η τελευταία φορά που είδε τα παιδιά της. Το ίδιο απόγευμα ο Jim και η Nancy Beaumont κατήγγειλαν στις αρχές την εξαφάνιση των παιδιών τους για να αρχίσει η μεγαλύτερη αστυνομική έρευνα στην ιστορία της Αυστραλίας σε μια ομιχλώδη υπόθεση που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο που οι άνθρωποι επόπτευαν τα παιδιά τους. Η υπόθεση έτυχε τεράστιας κάλυψης από τον τύπο, ξεπέρασε τα σύνορα, σόκαρε την ανθρωπότητα, γιατί ο χειρότερος εφιάλτης κάθε γονιού, δεν ήταν πλέον σενάριο ταινίας τρόμου, ούτε προïόν φαντασίας μιας αγχώδους μάνας. Ήταν εκεί κι έπαιρνε μορφή, είχε τρία ονόματα, τρεις μονοψήφιες ηλικίες, δύο συντετριμμένους γονείς και κανέναν ύποπτο.
Καμία ευθύνη δεν αποδόθηκε στους γονείς, καμια κατηγορία για αμέλεια δεν τους απαγγέλθηκε, όλοι στάθηκαν στο πλευρό τους, συμπαραστάθηκαν, τους αγκάλιασαν, γιατί πολύ απλά ο κόσμος όπως τον ξέρουμε σήμερα, δεν έχει καμία σχέση με ό,τι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ως σταθερές στη ζωή τους.
Η εννιάχρονη Jane ήταν αρκετά ώριμη για να προσέχει τα αδερφάκια της, ήξερε να περάσει τους δρόμους και να πάρει λεωφορείο γιατί το είχε ξανακάνει δεκάδες φορές, μπορούσε να προσέξει τα μικρά στο μπάνιο γιατί το είχε διδαχθεί και φυσικά κανένας ενήλικος δεν αποτελούσε απειλή, γιατί στη συνείδηση του κόσμου, οι άλλοι ενήλικες γύρω τους ήταν σύμμαχοι κι είχαν τα απαραίτητα αντανακλαστικά για να προστατέψουν κι όχι να βλάψουν ένα ασυνόδευτο παιδί. Ήταν άλλωστε η εποχή που «όλοι στη γειτονιά σε ήξεραν και ήξερες τους πάντες!»
Πολλές μαρτυρίες εκείνης της εποχές δίνουν το στίγμα της επόμενης μέρας. Οι γονείς απαγόρευσαν στα παιδιά τους να βγαίνουν ασυνόδευτα, άρχισαν να τα πηγαίνουν οι ίδιοι στο σχολείο, όλα όσα ήξεραν για την ασφάλεια των παιδιών τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, τα έβαλαν κάτω για επανεξέταση, γράφτηκαν καινούριοι κανόνες κι ίσως η φράση που περνάει πιο συχνά από τα στόματα των γονιών «μην μιλάς σε αγνώστους» να έχει τη ρίζα της ακριβώς σε εκείνες τις ημέρες του 1966.

Υπήρχε άραγε αυτή η ασφάλεια μέχρι τότε ή ήταν μια ψευδαίσθηση προσεχτικά καλλιεργημένη από μια κοινωνία που είτε αγνοούσε είτε δεν ήθελε να παραδεχτεί τη σάπια πλευρά του ανθρώπου; Προηγήθηκαν φυσικά, απαγωγές παιδιών, με πιο πολύκροτη ίσως την υπόθεση Lindbergh στην Αμερική, και σίγουρα ακολούθησαν πολλές περισσότερες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έγκλημα έβαζε στόχο τα παιδιά. Οι περισσότερες από αυτές όμως έφταναν κάποτε σε μια λύση. Αφορούσαν συνήθως υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, απαγωγές από τον έναν γονέα, αξιώσεις λύτρων, παράνομες υιοθεσίες, εκμετάλλευση ανηλίκων με σκοπό το κέρδος, αλλά πάντα εκείνο το γιατί, όποια κι αν ήταν η έκβαση, είχε μια αιτία κι έφτανε σε ένα τέλος. Για πρώτη φορά, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος που να δικαιολογεί τόσο κακό!
Σε μια μέρα, τρία αδέρφια, χωρίς κανένα ίχνος, χωρίς καμία άκρη σ’ αυτό το απίστευτο νήμα ήταν σοκαριστικά πρωτόγνωρο. Κατατέθηκαν μαρτυρίες που δεν οδήγησαν πουθενά, έγιναν συλλήψεις πλακατζήδων που έστελναν ψεύτικες επιστολές, απελπισμένων για λίγη προσοχή, ακόμη κι ανθρώπων που νόμιζαν πως με μια ελπιδοφόρα πλην ψευδή μαρτυρία παρηγορούσαν τους γονείς, αλλά σύλληψη ενόχου δεν έγινε ποτέ.
H υπόθεση, 51 χρόνια μετά την τραγική εκείνη μέρα, παραμένει ανοιχτή, στοίχημα διαρκείας για την αστυνομία που εξετάζει λεπτομερώς κάθε καινούργιο στοιχείο με ενδεικτικό του ενδιαφέροντος του κόσμου ότι λαμβάνει για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ένα τηλεφώνημα κάθε τέσσερις μέρες!!! Με τα χρόνια και την εξέλιξη της τεχνολογίας, το εγκληματολογικό ρίχνει κάθε φορά τα καινούργια μέσα στην έρευνα. Το 1990 φτιάχτηκαν σκίτσα για το πώς θα είναι τα παιδιά ως ενήλικες. Η Nancy, κατά την επίσκεψη της αστυνομίας, αρνήθηκε κλαίγοντας να τα κοιτάξει .Παρέμεινε για πολλά χρόνια στο ίδιο σπίτι και σε συνεντεύξεις της είπε ότι αν τα παιδιά μια μέρα της χτυπήσουν το κουδούνι, πρέπει να βρουν τη μητέρα τους στο σπίτι. Τα παιδιά που σήμερα θα είναι όλα κοντά στα 60…

51 χρόνια μετά οι υπερήλικες γονείς νιώθουν το χρόνο τους να τελειώνει κι ίσως να έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν θα προλάβουν να μάθουν την απάντηση στο τι απέγιναν τα παιδιά τους. Ίσως την απάντηση την ξέρει μονάχα ο δράστης και το πιθανότερον την πήρε μαζί του στον τάφο.
Πίσω από την ιστορία της απαγωγής των παιδιών Beaumont διακρίνεται μια εποχή που εμείς μόνο να φανταζόμαστε μπορούμε ότι υπήρξε. Η Νancy δεν έκανε κανένα λάθος. Εγώ έκανα κι αυτό γιατί διαφέρει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Είμαστε η γενιά που δεν διανοείται να στείλει 9χρονο παιδί ούτε για παγωτό στο περίπτερο. Υπήρξε κάποτε ένας κόσμος που τα παιδιά έμεναν έξω από τον κύκλο του κοινού εγκλήματος. Υπήρξαν στυγεροί εγκληματίες και άρρωστα μυαλά με ακέραια όμως την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα παιδιά ως κόκκινη γραμμή σε κάθε εγκληματική ενέργεια. Κι αυτό το δεδομένο κάποτε ανατράπηκε κι αν πρέπει να το τοποθετήσουμε χρονικά, ήταν ένα πρωινό, της 26ης Ιανουαρίου, του 1966, κάπου στην Αδελαϊδα, όταν ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, τελείωσε ανεπιστρεπτί.

 

Ζωή Σταύρου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook