Μήνες τώρα έψαχνε για δουλειά. Από αγγελίες από γνωστούς και αγνώστους. Το βιογραφικό της κόντευε να το κάνει φεϊγβολάν. Εκτός από τα email και τα φαξ,  μοίραζε και χέρι με χέρι σε κάθε μαγαζί της πόλης. Ήταν επιτακτική ανάγκη να βρει δουλειά. Είχε χάσει τον Δημήτρη που προτίμησε την Λίτσα και τώρα κόντευε να χάσει και το σπιτάκι που τόσο είχε αγαπήσει. Η κυρία Ελευθερία, καλή γυναίκα και φιλότιμη αλλά ήθελε και το ενοίκιο της. Μέσα σε λίγο καιρό είχαν έρθει τα πάνω κάτω στην ζωή της. Μετά τον χωρισμό με τον Δημήτρη έφυγε και από το κατάστημα που δούλευαν μαζί. Δεν άντεχε να τον βλέπει ούτε δευτερόλεπτο. Κανονικά θα έπρεπε να του σπάσει τα μούτρα και της άλλης μαζί, όταν τους έπιασε στην αποθήκη να τρίβουν το πιπέρι. Δεν έκανε φασαρία, πήρε άδεια και όταν ο Δημήτρης γύρισε στο διαμέρισμα τους τα πράγματα του τον περίμεναν έτοιμα συσκευασμένα έξω από την πόρτα. Δεν ήταν και πολλά, τα ρούχα του το PSP 4 και κάτι dvd. Όλα τα υπόλοιπα τα είχε αγοράσει εκείνη σιγά σιγά με τον μισθό της και τις λίγες οικονομίες που είχε φέρει από το χωριό. Νόμιζε πως όλα κυλούσαν τέλεια και επιτέλους η ζωή της είχε μπει σε μια σειρά.

Τώρα, 5 μήνες μετά, χωρισμένη, χωρίς δουλειά και χωρίς λεφτά έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μην γυρίσει ηττημένη στο πατρικό της σπίτι στο χωριό. Ο υπολογιστής έκανε τον γνώριμο ήχο λήψης email. Το αγνόησε αδιάφορα, σίγουρα κάποιο διαφημιστικό θα ήταν. Έφαγε κάτι πρόχειρο, ξάπλωσε και το απόγευμα έκατσε ξανά μπροστά από τον υπολογιστή να τσεκάρει τις αγγελίες. Το φακελάκι αναβόσβηνε μπροστά στην οθόνη του ηλεκτρονικού της ταχυδρομείου. Το άνοιξε και διάβασε το μήνυμα που συμπεριλαμβάνονταν.

Αγαπητή κυρία Αναγνώστου λαμβάνοντας τις πληροφορίες του βιογραφικού σας σχετικά με τα προσόντα και τις γνώσεις σας, είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι η θέση εργασίας που προσφέρουμε είναι δική σας αν το επιθυμείτε.

Το διάβασε και το ξανά διάβασε και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η πρώτη θετική απάντηση που λάμβανε και μάλιστα την καλούσαν να εργαστεί άμεσα. Έψαξε να βρει πληροφορίες σχετικά για το είδος εργασίας και την επωνυμία της εταιρίας γιατί στα τόσα βιογραφικά που είχε στείλει είχε χάσει τον μπούσουλα.

Την επόμενη μέρα ήταν πρωί πρωί στο κατάστημα υποδημάτων του κυρίου Χαρίλαου. Ένα μεγάλο ιδιόκτητο κατάστημα με τρεις υπαλλήλους και τον ίδιο. Η πόρτα άνοιξε και μια κοπέλα βγήκε με φορά που σχεδόν έριξε κάτω την Φανή φωνάζοντας   “Άντε μου στο διάολο πια παλιομαλάκα, σε βαρέθηκα.”

Η Φανή πέρασε μέσα και είδε έναν κύριο λεπτό και αδύνατο με αυστηρό ύφος να στέκεται όρθιος φανερά εκνευρισμένος. Μόλις την είδε το ύφος του άλλαξε αμέσως και την καλωσόρισε με ένα πλατύ χαμόγελο. Η εναλλαγή της διάθεσης του ήταν εντυπωσιακή. Της έδειξε τα κατατόπια και της εξήγησε με μεγάλη λεπτομέρεια το καθετί στο κατάστημα και πως ακριβώς ήθελε να γίνονται τα πράγματα. Είχε τρομερό άγχος και κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι της αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε συγκρατήσει τίποτα από ότι άκουγε.

Η πρώτη πελάτισσα της Φανής έφτασε απέναντι της και ήταν έτοιμη να την εξυπηρετήσει. Ο κύριος Χαρίλαος την κοιτούσε με τα χέρια σταυρωμένα. Ξεκίνησε να φέρει τα παπούτσια που της επέδειξε και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του καταστήματος.  “Όχι όχι έτσι, δεξιά από την κολώνα θα περνάς και με το δεξί πόδι θα μπαίνεις στην αποθήκη” Η Φανή πάγωσε στο άκουσμα των φωνών του κ. Χαριλάου. Μεταβολή και πίσω η Φανή και μπήκε στην αποθήκη με βάση τις οδηγίες του. Βγαίνοντας κρατούσε 3 κουτιά από παπούτσια. Νέος γύρος φωνών. “Τα κουτιά θα πρέπει να είναι ίσια και να κοιτάνε τα νούμερα προς τα έξω”. Η Φανή κάποια στιγμή επιτέλους πήγε τα παπούτσια στην πελάτισσα και εκείνη έκανε να τα δοκιμάσει. Όταν επέλεξε το ζευγάρι που ήθελε, η Φανή πήρε το κουτί στο ταμείο. Τα έβαλε στην τσάντα και περίμενε τον κ. Χαρίλαο να πάρει τα χρήματα και να τα παραδώσει στην κάτοχο τους. “Βγάλε τα παπούτσια από το κουτί και δείξε στην κυρία ότι τα παπούτσια που παραλαμβάνει είναι άψογα και δεν έχουν κάποιο ελάττωμα”. Η Φανή ξανά έβγαλε τα παπούτσια από το κουτί και τα έδειξε ένα ένα στην πελάτισσα για να διαπιστώσει και η ίδια ότι όλα είναι οκ. Αυτό συνεχίστηκε για όλη την υπόλοιπη μέρα με τον κ. Χαρίλαο να της υποδεικνύει συνέχεια τι να κάνει και πως να πιάσει το ένα και πως να κάνει εκείνο και πως το άλλο. Οι απαιτήσεις του ήταν υπερβολικές ως παράλογες. Δεν μπορούσε να κάνει όμως και διαφορετικά.

Τρεις μήνες είχαν περάσει και ήταν πλέον στρατιωτάκι ακούνητο, αγέλαστο, αμίλητο. Κάποια ημέρα την είχε υποχρεώσει να φορέσει ένα ζευγάρι γόβες δύο νούμερα μικρότερο από το δικό της γιατί η πελάτισσα ήθελε να τις δει φορεμένες σε άλλο πόδι. Κάποια άλλη φορά άλλαζε για τέσσερις ώρες την βιτρίνα ξανά και ξανά μέχρι να δει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που θα του αρέσουν. Ακόμα και στον ύπνο της πεταγόταν βλέποντας τον κύριο Χαρίλαο. Το μόνο καλό ήταν ότι ήταν καλοπληρωτής και ήδη είχε καλύψει τα χρωστούμενα της. Το μαρτύριο όμως συνεχιζόταν αμείωτα. “Βάλε στο κουτί πρώτα το δεξί μετά το αριστερό. Ποτέ δεν αφήνουμε τα καπάκια από τα κουτιά κάτω, αλλά πάντα κάτω από το κουτί. Τσέκαρε σωστά το κάθε παπούτσι που παραδίνεται ξανά και ξανά. Κανένα κουτί στην αποθήκη δεν πρέπει να εξέχει και όλα να είναι σε γεωμετρική συμμετρία. Τα μεγάλα με τα μεγάλα τα μικρά με τα μικρά και χωρισμένα σε χρώματα”.  Όταν κάτι ξέφευγε από τις οδηγίες, οι φωνές του και η γκρίνια του ήταν ανυπόφορη.

Μια μέρα επικράτησε μεγάλη αναστάτωση έξω από το κατάστημα του κυρίου Χαριλάου. Οι αστυνομικοί στο θέαμα που αντίκρισαν ένιωσαν ρίγος να τους διαπερνάει την ραχοκοκαλιά. Ο κύριος Χαρίλαος ήταν συμμετρικά τοποθετημένος ανάμεσα στα ράφια στην αποθήκη του καταστήματος του. Μια γόβα καρφωμένη στο δεξί μάτι και άλλη μια ακριβώς με τον ίδιο τρόπο καρφωμένη στο αριστερό. Στο λαιμό του δερμάτινα λουράκια είχαν γίνει ένας ολόισιος φιόγκος και ένας αναβάτης παπουτσιών τοποθετημένος ακριβώς στην μέση στο στόμα του. Στα πόδια του φορούσε ένα ζευγάρι πέδιλα και τα δάχτυλα είχαν κοπεί εκεί ακριβώς που προεξείχαν. Μια κοπέλα στεκόταν στο πάτωμα και επαναλάμβανε συνέχεια την φράση «Ελπίζω όλα να είναι στην εντέλεια τώρα, κύριε Χαρίλαε  – ελπίζω όλα να είναι στην εντέλεια! »