Ο Μιχάλης και τα γράμματα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο μικρός Μιχάλης γράφει.
Κρατάει το μολύβι προσεχτικά ανάμεσα στα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού του, όπως του είχε δείξει ο μπαμπάς. Έχει σκύψει το κεφάλι πάνω στο χαρτί, λες και θέλει να το ανοίξει και να μπει μέσα ολόκληρος. Γράφει για το σχολείο του, για τα μαθηματικά που του φαίνονται βαρετά, για την Αρετή στο πρώτο θρανίο που τον είπε κουφιοκέφαλο, για τον κακό διευθυντή που μοιάζει με καλικάντζαρο. Κάνει μεγάλα και στρογγυλά γράμματα, ανάμεσα στις παράλληλες γραμμές της σελίδας, όπως του έχει υποδείξει αυστηρά η δασκάλα.
Στα γράμματα όμως που δημιουργεί δεν αρέσει το περιεχόμενό τους. Οι λέξεις που αποτυπώνονται στο χαρτί μοιάζουν κενές, μελαγχολικές, βαριεστημένες. Θέλουν να ξεσηκωθούν και να αλλάξουν το νόημα του κειμένου. Όταν λοιπόν ο μικρός Μιχάλης σταματήσει να γράφει για να φάει το κολατσιό του, αυτά αλλάζουν θέση σαν σκανταλιάρικα παιδιά που αλλάζουν τα θρανία της τάξης πριν μπει η δασκάλα.
Ο μικρός Μιχάλης τα βλέπει, ανασηκώνει τα φρύδια του, τρίβει τα κουρασμένα μάτια του κι ετοιμάζεται να πιάσει την γόμα, μέχρι που τον φωνάζει η μαμά του.
«Γάλα και νάνι, μικρέ μου!»
Παρατάει το μολύβι πάνω στο χαρτί, κλείνει το φως του γραφείου και βγαίνει από το δωμάτιο.

Ο έφηβος Μιχάλης γράφει.
Πλέον κρατάει στυλό και δίπλα του έχει ένα ξεφτισμένο μπλάνκο. Γράφει με πιο μικρά γράμματα, τετράγωνα, μουντρούχα και κακοσχηματισμένα. Γράφει γρήγορα, με απότομες κινήσεις, κάνει μουντζούρες, τα σβήνει, τα ξαναγράφει, σκίζει την σελίδα την πετάει.
Του αρέσει η Κατερίνα, της έχει στείλει μηνύματα στο κινητό κι όλο τον γειώνει. Τις προάλλες του πέταξε ένα χαμόγελο όταν του έκανε τράκα τσιγάρο κάτω από τη μουριά. Ο Μιχάλης αναθάρρησε, πίστεψε ότι της άρεσε κι αποφάσισε να της γράψει ένα ερωτικό γράμμα. Αρέσουν στα κορίτσια αυτά, σκέφθηκε, γεμίζοντας με περισσότερες αποτυχημένες προσπάθειες το καλαθάκι των αχρήστων.
Κουρασμένος πια κι απογοητευμένος με την ανικανότητά του, τα παρατάει και πάει να παίξει στον υπολογιστή. Τα γράμματα όμως θυμούνται. Έναν μικρό Μιχαλάκη που γκρίνιαζε για το σχολείο, για τους δασκάλους, για τους γονείς του. Ανακατεύονται πάλι, θυμούμενα τις σκανταλιές που έκαναν παλιά και φτιάχνουν το τελειότερο ερωτικό γράμμα. Όταν επιστρέψει ο Μιχάλης θα δει ένα κείμενο που δε μπορεί με τίποτα να πιστέψει ότι είναι δικό του. Σπάει το κεφάλι του να θυμηθεί πότε το έγραψε.
«Κάποιος εκεί πάνω με φυλάει», σκέφτεται και διπλώνει το γράμμα βάζοντάς το στην κωλότσεπή του. «Θα με ερωτευτεί η Κατερίνα και θα έχω το ομορφότερο κορίτσι στο σχολείο!»
Την επόμενη μέρα της δίνει το γράμμα και την παρακαλάει να το διαβάσει… εκεί, μπροστά του.

Ο στρατιώτης Μιχάλης γράφει.
Η Κατερίνα του γκρινιάζει συνέχεια ότι είναι μόνη της κι ότι έχει να τον δει ένα μήνα. Προσπαθεί να της εξηγήσει ότι ο υπολοχαγός είναι μαλάκας και στρατόκαυλος, ότι δεν του δίνει καμία άδεια και τον έχει στην μπούκα. Έχει τυλιχτεί με το χιτώνιό του, κάνει ψοφόκρυο στην σκοπιά και προσπαθεί να γράψει ένα γράμμα στην αγαπημένη του. Τα χέρια του τουρτουρίζουν, το μολύβι τρέμει και τα γράμματα μοιάζουν σαν να έχουν περάσει από τρικυμία. Οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, τις σβήνει, τις ξαναγράφει, το χαρτί τσαλακώνεται κι είναι έτοιμος να το σκίσει σε χίλια κομμάτια.
Μία ξαφνική έφοδος τον κάνει να το παρατήσει και να σηκωθεί για να μην του τα ψάλλουν. Τότε τα γράμματα αναλαμβάνουν και πάλι το καθήκον τους. Με αργές και προσεχτικές κινήσεις, αρχίζουν κι ανακατεύονται σαν συστατικά σε μίξερ για το πιο υπέροχο κέικ. Το αποτέλεσμα είναι λιτό, ουσιαστικό και δυνατό. Ο Μιχάλης πλέον δεν απορεί. Κάποιος τον προσέχει και του δίνει δύναμη τις πιο δύσκολες ώρες.
Την επόμενη μέρα, μετά το εγερτήριο, ταχυδρομεί το γράμμα κι αποφασίζει ότι στην επόμενη άδεια θα πάει και κολυμπώντας για να δει το κορίτσι του.

Ο επαγγελματίας Μιχάλης γράφει.
Η δουλειά πάει από το κακό στο χειρότερο. Το αφεντικό τους πληρώνει με ψίχουλα, οι πωλήσεις είναι χαμηλές, η ψυχολογία στο μηδέν και το μέλλον του Μιχάλη μοιάζει με τον πάτο του πηγαδιού. Κρύο και σκοτεινό.
Πρέπει να πάρει το ρίσκο, να κάνει την μεγάλη κίνηση, το μεγάλο βήμα. Να στείλει βιογραφικό σ’ εκείνη τη δουλειά που είχε βάλει στο μάτι πριν δύο χρόνια. Στη Γερμανία. Να παραιτηθεί από το «σιγουράκι» και να κυνηγήσει να φτιάξει τη ζωή του. Η Μελίνα δε θα του χαλάσει χατήρι. Στην τελική, κι οι δύο θέλουν να κάνουν μία νέα αρχή πριν χτίσουν την οικογένειά τους. Το βιογραφικό πρέπει να είναι επαγγελματικό και να αποπνέει σεβασμό κι εμπιστοσύνη. Να βγάζει τόνους αυτοπεποίθησης. Αλλά ο Μιχάλης έχει καταφέρει να γράψει μόνο το όνομα και το επώνυμό του.
Τρίβει τα μάτια του και τα κλείνει για λίγες στιγμές. Η ακριβή πέννα στο γραφείο του φαίνεται σαν να σηκώνεται από ένα αόρατο σχοινί κι αρχίζει να αραδιάζει γραμμές πάνω στο βιογραφικό. Σε λίγα λεπτά, έχει στηθεί ένα πλούσιο κείμενο το οποίο βγάζει τον απαραίτητο δυναμισμό που χρειάζεται. Ο Μιχάλης πλέον γνωρίζει το κόλπο κι αποφασίζει να αφεθεί στα χέρια του.
Κλείνει το βιογραφικό σε έναν φάκελο και το ταχυδρομεί στην διεύθυνση στη Γερμανία.
Σε λίγες μέρες, ευελπιστεί να έχει απάντηση.

Ο γέρος Μιχάλης γράφει.
Στην αρχή μπερδεύει τα Γερμανικά με τα Ελληνικά του κι οι φράσεις μοιάζουν να μην βγάζουν κανένα νόημα. Το χέρι του πονάει πλέον από την σκληρή δουλειά στο εργοστάσιο και δεν μπορεί να κρατήσει το μολύβι σταθερά. Το αριστερό του χέρι χαϊδεύει την φωτογραφία της Μελίνας του που τον άφησε νωρίς, λίγο πριν παντρευτούν, από ένα φρικτό δυστύχημα. Ο Μιχάλης προσπαθεί να γράψει την διαθήκη του αλλά χωρίς καμία επιτυχία.
Απόγονους δεν απέκτησε. Οικογένεια άλλη δεν έχει. Δεν είναι βαριά άρρωστος, δεν έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα αλλά νιώθει ότι σύντομα έρχεται το τέλος του.
Σκέφτεται τις επιλογές στη ζωή του, τα κορίτσια που γνώρισε κι άφησε, τις ευκαιρίες που κυνήγησε και παράτησε, τους ανθρώπους που αγάπησε και νοστάλγησε. Κι όσο σκέφτεται, με το κεφάλι να αγναντεύει τον μελαγχολικό καιρό του Βερολίνου από το παράθυρό του, το χέρι του γράφει. Δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, λες κι εκείνο απέκτησε δική του βούληση.
Κι όταν κοιτάει το χαρτί μπροστά του, τότε θυμάται.
Θυμάται πως όταν δυσκολευόταν να γράψει ένα γράμμα, κάποια «μαγική» δύναμη τον βοηθούσε να το ολοκληρώσει. Στο δημοτικό, στο λύκειο, στο στρατό, στη δουλειά, ακόμα και τώρα το νιώθει. Ο γέρος Μιχάλης όμως πλέον, ξέρει. Δεν υπήρχε καμία μαγική δύναμη που να ανακατεύει τα γράμματα μόνα τους ούτε κάποια θεϊκή βούληση που τον κατεύθυνε στο τι να γράφει.
Ήταν το ίδιο του το μυαλό. Η ακατέργαστη πλευρά του. Αυτή που έσφυζε από αυθορμητισμό κι αβεβαιότητα. Από τρέλα, ανισορροπία και εκρηκτικότητα. Η πλευρά που έβρισκε δίοδο, έστω και για λίγες στιγμές, να δραπετεύσει από τη φυλακή της λογικής,
Κλείνει τα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα κι όταν τ’ ανοίγει, αποφασίζει να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο. Η διαθήκη του είναι έτοιμη. Λίγες λέξεις μόνο χρειάστηκαν.
Με μεγάλα, στρογγυλά, καθαρά γράμματα.
Όπως του είχε πει η δασκάλα του στο σχολείο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook