Από την πρώτη μέρα που μπήκε στο μαγαζί του η Καίτη, ο Μπάμπης την ερωτεύτηκε σαν τρελός! Έχασε τον κόσμο, ξέχασε το όνομά του που λένε! Εκείνη του ζήτησε μισό κιλό κιμά κι εκείνος ξεκίνησε να κόβει παϊδάκια.
«Κιμά σας είπα…» είπε δειλά η κοπέλα.
«Ε; Ναι… Κιμά, κιμά…» ψέλλισε σα χαμένος ο Μπάμπης, συνεχίζοντας να κόβει τα παϊδάκια.
«Ε αφεντικό… Κιμά θέλει η γυναίκα, άστο το έρμο το αρνί!» του ψιθύρισε ο Αντώνης ο παραγιός.
Τελικά η Καίτη κιμά δεν πήρε αλλά έκανε ένα φρικασέ μούρλια εκείνη τη μέρα! Και πήγε κι ένα τάπερ στο κρεοπωλείο για να ευχαριστήσει τον Μπάμπη που της έκανε δώρο το αρνί.

Μα ο Μπάμπης είχε ένα χούι. Κακό χούι. Όταν του άρεσε πολύ μια γυναίκα της έλεγε ανέκδοτα! Κρύα ανέκδοτα. Αυτόματα, σαν μηχανισμός. Έτσι την επόμενη φορά που πήγε η Καίτη στο κρεοπωλείο, ο Μπάμπης ξεκίνησε:
«Γιατί οι βατραχάνθρωποι βουτάνε προς τα πίσω;»
«Ορίστε;» απόρησε η Καίτη.
«Γιατί από μπροστά είναι η βάρκα!» και δώστου να ξεκαρδίζεται στα γέλια ο Μπάμπης κι έτσι όπως χτυπιόταν σκάει ένα χαμόγελο η Καιτούλα και παίρνει θάρρος ο Μπάμπης και συνεχίζει ακάθεκτος:
«Τι είναι κίτρινο και ζει στην θάλασσα;» και χωρίς φυσικά να περιμένει απάντηση συνέχισε μόνος του «Το καρχαρίνι! Χαχαχαχαχα…» μόνος του τα έλεγε μόνος του γελούσε.
Μα η Καίτη είχε πολλή υπομονή και πολλή κατανόηση, ε τα ήθελε και λίγο ο απαυτός της, και χαμογελούσε ευγενικά.
Και μια μέρα, αφού η καημένη είχε ακούσει τα άπαντα της παγωμένης Παταγονίας, ο Μπάμπης βρήκε επιτέλους το θάρρος να της ζητήσει να βγουν. Η Καίτη δέχτηκε με χαρά, αφού κι η ίδια το περίμενε πως και πως.

Έτσι εκείνο το βράδυ ο Μπάμπης στήθηκε από νωρίς έξω από το σπίτι της Καίτης και περίμενε. Ως που εμφανίστηκε η Καίτη απαστράπτουσα και του Μπάμπη του έπεσε το σαγόνι στο πάτωμα!
«Καλησπέρα Μπάμπη μου!» του χαμογέλασε κι ο Μπάμπης έβλεπε αστεράκια.
«Κα… κα… κα…» η γλώσσα του δεν συνεργαζόταν με τίποτα!!
Η Καίτη τότε γέλασε δυνατά και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Αυτό ήταν! Ο Μπάμπης γούρλωσε τα μάτια και αυτόματα ξεκίνησε, σαν ρομπότ:
«Πώς λέγεται αυτός που κρατάει τα αφτιά του; Αυτοκράτορας! Πώς λέγεται ο καρχαρίας του γλυκού νερού; Ζαχαρίας! Πώς λένε οι ινδιάνοι τις μπανάνες; Χλωμά αγγούρια!» ούτε ανάσα δεν έπαιρνε!
Η Καίτη δεν σταματούσε να γελάει.
«Είσαι πολύ χαριτωμένος!» του είπε μπαίνοντας στο αυτοκίνητο κι ο Μπάμπης πάγωσε σα να έφαγε χαστούκι!
«Χαριτωμένος; Χαριτωμένος; Ε όχι ρε Καιτούλα και χαριτωμένος ο Μπάμπης ο χασάπης!» μονολόγησε με μια έκφραση αηδίας καθώς πήγαινε να μπει κι εκείνος στο αυτοκίνητο.
Το ραντεβού τους κύλησε όμορφα στο μικρό ταβερνάκι. Συζήτησαν, γνωρίστηκαν, γέλασαν. Ο Μπάμπης παραδόξως δεν είπε άλλα ανέκδοτα. Όταν την γύρισε στο σπίτι της, η Καίτη περίμενε μάλλον κάτι παραπάνω, μα ο Μπάμπης την καληνύχτισε κι έφυγε.

Ακολούθησαν δύο τρία ακόμη ραντεβού στα οποία τα έλεγαν σαν δυο φίλοι. Η Καίτη είχε απογοητευτεί. Πίστεψε πως μάλλον δεν την ήθελε αρκετά ο Μπάμπης. Μα στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο! Ο Μπάμπης την ήθελε τόσο πολύ που δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, πως να το χειριστεί. Είχε μπλοκάρει! Πρώτη φορά το είχε πάθει αυτό με γυναίκα, γιατί πρώτη φορά του άρεσε τόσο πολύ μια γυναίκα.

Ένα πρωινό έφτασε στο χωριό ο καινούργιος δάσκαλος. Νέος και γοητευτικός. Τα κορίτσια του χωριού λιγώνονταν με κάθε βλέμμα του. Μια μέρα μπήκε η Καίτη στο μαγαζί του Μπάμπη και αμέσως μετά ο δάσκαλος. Ο Μπάμπης έσμιξε τα φρύδια και παρατήρησε τις αντιδράσεις τους. Η Καίτη χαριεντιζόταν με τον δάσκαλο απροκάλυπτα μπροστά του. Κι ο δάσκαλος την γλυκοκοίταζε και όλο και της έκανε κοπλιμέντα. Φεύγοντας η Καίτη κουνιστή λυγιστή, άφησε τον δάσκαλο πίσω της να την κοιτά από πάνω ως κάτω και τον Μπάμπη να βγάζει φωτιές.
«Τι θα πάρεις δάσκαλε;» είπε ο Μπάμπης μέσα από τα δόντια του ακονίζοντας νευρικά τον μπαλτά του.
«Την κούκλα που έφυγε θα πάρω να την πιω στο ποτήρι!» γέλασε πονηρά ο δάσκαλος κλείνοντας το μάτι.
Ο Μπάμπης έβγαζε καπνούς! Έσφιξε τα δόντια και κάρφωσε με όλη του τη δύναμη τον μπαλτά στο ξύλο δίπλα του. Πέταξε την ποδιά του και πλησίασε τον δάσκαλο με φόρα. Τον κοίταξε απειλητικά για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα του έριξε μια δυνατή γροθιά στο σαγόνι! Αμέσως έτρεξε έξω αφήνοντας τον δάσκαλο φαρδύ πλατύ στο πάτωμα. Πρόλαβε την Καίτη στην πλατεία του χωριού, έξω από το καφενείο. Την άρπαξε από το μπράτσο κάνοντάς την να γυρίσει προς το μέρος του.
«Εσύ είσαι δικιά μου! Τέλος!» είπε και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει της έκλεισε το στόμα μ’ ένα δυνατό παθιασμένο φιλί!
«Ναι Μπάμπη μου! Επιτέλους! Μόνο δικιά σου…» χαμογέλασε ζαλισμένη η Καίτη κι αφέθηκε στην αγκαλιά του, ενώ από το καφενείο ακούγονταν χειροκροτήματα και σφυρίγματα!